Θέατρο Info.gr . Τα πάντα για το θέατρο.
«Αμεδαίος»:
Στοιχεία του έργου,
παιχνίδια με την πραγματικότητα
και σκηνική παρουσίαση

«Αμεδαίος», πλοκή και βασικά χαρακτηριστικά
Ο «Αμεδαίος ή πώς να το ξεφορτωθούμε»(Amedee ou comment s’ en debarasser), είναι ένα έργο, το οποίο ο Μάρτιν Έσσλιν(1) ορίζει ως την πρώτη προσπάθεια του Ιονέσκο να γράψει με «μία και μόνη κεντρική ιδέα και μια απλή, πολύ απλή, από μόνη της φανερή εξέλιξη» .Είναι μια κωμωδία σε τρεις πράξεις, με πολύ απλή πλοκή: ο Αμεδαίος Μπουτσινιόνι και η σύζυγός του Μαντλέν, ζουν κλεισμένοι στο διαμέρισμά τους εδώ και δεκαπέντε χρόνια, χωρίς καμία επαφή με τον έξω κόσμο. Ακόμα και τα ψώνια τους τα κάνουν με ένα καλάθι που κρεμάνε από το παράθυρο, με μεγάλη προφύλαξη μήπως τους δει κάποιος. Η Μαντλέν μόνο κρατάει μια επαφή με τον έξω κόσμο, ούσα τηλεφωνήτρια. Όμως, παραδόξως, ενώ δεν βγαίνει καθόλου από το σπίτι της, μπορεί ανά πάσα στιγμή να ενημερώσει τους ανθρώπους που την καλούν για κάποιον καινούριο νόμο ή να τον συνδέσει με το γραφείο του Προέδρου της Δημοκρατίας. Το ζευγάρι είναι τόσο απομονωμένο, που το χτύπημα του ταχυδρόμου στην πόρτα τους τούς προκαλεί τρόμο.

Η αιτία για την απομόνωσή τους αυτή, είναι ένα πτώμα που βρίσκεται σε ένα δωμάτιο του σπιτιού, πτώμα το οποίο πάσχει από τη συνήθη, όπως μας πληροφορεί ο Αμεδαίος, αρρώστια των πτωμάτων: την γεωμετρική πρόοδο. Ενώ, λοιπόν, το σώμα του άνδρα που πριν από δεκαπέντε χρόνια ο Αμεδαίος είχε δολοφονήσει, γιατί φλέρταρε τη Μαντλέν(δεν θυμάται πλέον, όμως, την ακριβή αιτία), μεγαλώνει διαρκώς, μανιτάρια φυτρώνουν σε όλο το σπίτι του ζευγαριού. Όταν το πτώμα μεγαλώνει τόσο ώστε να σπάει τους τοίχους, ο Αμεδαίος αποφασίζει επιτέλους να το ξεφορτωθεί. Το βράδυ, μόλις οι δρόμοι ερημώσουν, τραβάει το τεράστιο πτώμα από το παράθυρο του σπιτιού και κατευθύνεται προς τον Σηκουάνα, για να το πετάξει μέσα. Μετά από τη συνάντησή του με έναν μεθυσμένο Αμερικάνο στρατιώτη και αφού έρχεται η αστυνομία, το πτώμα γίνεται ένα τεράστιο μπαλόνι, που ο Αμεδαίος πετάει μαζί του στον ουρανό.

Ο «Αμεδαίος» περιέχει πολλά από τα χαρακτηριστικά του έργου του Ιονέσκο. Καταλαβαίνουμε πως ο συγγραφέας φτιάχνει ένα θέατρο «εκφραστικό όργανο των έμμονων ιδεών και των ψυχώσεων του ατόμου»(2). Είναι φανερό πως το πτώμα μέσα στο σπίτι του ζευγαριού είναι ο νεκρός τους έρωτας και οι ενοχές που τους βασανίζουν. Επίσης, ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι αυτό του πολλαπλασιασμού της ύλης, κάτι που σε άλλα έργα του παρουσιάζεται στα αντικείμενα (οι καρέκλες στις «Καρέκλες», φλιτζάνια στα «Θύματα του καθήκοντος», έπιπλα στον «Καινούριο νοικάρη») ή σε πλάσματα (οι ρινόκεροι στον «Ρινόκερο»). Στον «Αμεδαίο» εκτός από τη συνεχή και επιταχυνόμενη αύξηση του μεγέθους του πτώματος, έχουμε και τα μανιτάρια, που όσο κι αν προσπαθούν να τα εξαφανίσουν οι δυο σύζυγοι, αυτά πολλαπλασιάζονται διαρκώς και γεμίζουν το σαλόνι τους. Ο Μάρτιν Έσσλιν παρατηρεί(3): «Στον ‘’Αμεδαίο’’, βλέπουμε πλάι-πλάι τις δύο βασικές καταστάσεις της εμπειρίας του Ιονέσκο από τον κόσμο: το αίσθημα βάρους και το στοιχείο του πολλαπλασιασμού της ύλης στις δύο πρώτες πράξεις, το ανάλαφρο, φευγαλέο, και το στοιχείο της παροδικότητας στην τρίτη».

Ο χώρος δράσης στο έργο, είναι το σαλόνι του διαμερίσματος του ζευγαριού. «Αν ο Ιονέσκο τοποθετεί τις πιο πολλές φορές», παρατηρεί ο Michel Corvin(4), «την ‘’αφηρημένη’’ δράση των έργων του στο χώρο μιας οικογένειας ή ενός ζευγαριού, δεν είναι για τα κοινωνικά τους χαρακτηριστικά, αλλά επειδή εικονίζουν στην εντέλεια τον εγκλεισμό στον οποίο είναι καταδικασμένος ο άνθρωπος». Το διαμέρισμα του ζευγαριού είναι μια μορφή της κόλασης, πιο οικείας μορφής στο σύγχρονο κοινό, μια κόλαση που μας θυμίζει το «Η Κόλαση είναι οι άλλοι» του Jean-Paul Sartre. Στους κλειστούς χώρους των έργων του Ιονέσκο, βλέπουμε να κατοικούν έννοιες όπως το άγχος, η ενοχές, η φθορά του χρόνου, ο θάνατος και πολλές άλλες από τις έμμονες ιδέες που χαρακτηρίζουν το έργο του δραματουργού. Το πτώμα, στον «Αμεδαίο» έχει καταλάβει, όπως πληροφορούμαστε από τον ίδιο, το καλύτερο δωμάτιο του σπιτιού, την κρεβατοκάμαρα του ζευγαριού, έχοντας περιορίσει του δυο ήρωες στο σαλόνι. Όσο το πτώμα μεγαλώνει, τόσο τους στερεί και τον ζωτικό χώρο, δηλητηριάζοντας ολοένα και περισσότερο τη ζωή του ζευγαριού, που καυγαδίζει ακατάπαυστα. Χωρίς αμφιβολία, καταλαβαίνει κανείς τι σηματοδοτεί το πτώμα: τον νεκρό έρωτα του Αμεδαίου και της Μαντλέν, τις ενοχές του καθενός, που έχουν χαθεί τόσο βαθιά στη μνήμη τους, που δεν μπορούν καν να θυμηθούν σε ποιόν ανήκει το πτώμα. Η μεγέθυνση του πτώματος και η αύξηση των μανιταριών, συμβολίζουν τη σήψη, που συνεχώς αυξάνεται και διαλύει τις σχέσεις του ζευγαριού.

Η αντίθεση πραγματικού-φανταστικού
Ο Ιονέσκο, στην αρχή του έργου, περιγράφει με σαφήνεια το σκηνικό χώρο. Στα δεξιά και στα αριστερά της σκηνής, υπάρχει μια πόρτα και στη μέση ένα μεγάλο παράθυρο με τραβηγμένα παντζούρια. Κοντά στην δεξιά πόρτα υπάρχει ένα μικρό τραπέζι με μια συσκευή τηλεφώνου και μια καρέκλα, ενώ κοντά στην αριστερή πόρτα ένα άλλο γραφείο, που πάνω του βρίσκονται τετράδια και μολύβια. Ο Ιονέσκο προβλέπει και την ύπαρξη ενός εκκρεμούς, που θα πρέπει να βλέπουμε τους δείκτες του να γυρίζουν, ως ένδειξη της παρόδου του χρόνου, που επιταχύνει τους ρυθμούς της φθοράς. Η διάταξη αυτή των επίπλων, δεν είναι τυχαία. Η δεξιά πόρτα, είναι η εξωτερική του διαμερίσματος, δηλαδή κοντά στην μόνη έξοδο προς την πραγματικότητα. Είναι μια πόρτα που έχει να ανοίξει δεκαπέντε χρόνια, παραμένει, όμως ένας δυνατός σύνδεσμος με τον έξω κόσμο. Από την πόρτα αυτή ακούγονται οι φωνές των γειτόνων, που ανησυχούν τους ήρωες. Το γραφείο της Μαντλέν με το τηλέφωνο, βρίσκεται κοντά στην πόρτα της πραγματικότητας, γιατί είναι ο μόνος σύνδεσμος του ζευγαριού με τον έξω κόσμο και η μόνη που τους εξασφαλίζει κάποια χρήματα για την επιβίωσή τους.

Το γραφείο του Αμεδαίου, ο οποίος είναι δραματουργός, είναι τοποθετημένο κοντά στην αριστερή πόρτα, που οδηγεί στο δωμάτιο του πτώματος. Δηλαδή, βρίσκεται κοντά στο φανταστικό, από το οποίο ο Αμεδαίος σπάνια δραπετεύει. Μάλιστα, μόλις βρει ευκαιρία επωφελείται για να ρίξει μια ματιά στο πτώμα. Στην πρώτη πράξη, το κλείσιμο αυτής της πόρτας δίνει μια ευκαιρία στο ζευγάρι, για μια στιγμιαία, και ψεύτικη φυσικά, απόδραση από τις ενοχές του παρελθόντος, που διακόπτει η εμμονή αυτή του Αμεδαίου που προαναφέραμε. Ενώ, λοιπόν το γραφείο της Μαντλέν είναι στραμμένο προς την πραγματικότητα, αυτό του Αμεδαίου γυρνάει την πλάτη στο πραγματικό, κάτι που ίσως οφείλεται στο επάγγελμά του. Σαν συγγραφέας δε, ο Αμεδαίος, μάλλον αποτυχημένος είναι, αφού επί δεκαπέντε χρόνια έχει μείνει μόνο στην πρώτη πράξη του έργου του. Ο ίδιος δικαιολογεί την κατάσταση αυτή στην έλλειψη φαντασίας. Γράφει, όπως λέει ο ίδιος στον Αμερικάνο στρατιώτη στην τρίτη πράξη, γράφει για τη νίκη των ζωντανών πάνω στους νεκρούς. Γι αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι η λύση για το πτώμα, δίνεται, αν και καθυστερημένα από αυτόν.

Το παράθυρο του σαλονιού, με τα κλειστά του παντζούρια, που επιτρέπουν, όμως, την έλευση του φωτός, συμβολίζουν κι αυτά μια άρνηση της πραγματικότητας. Από το παράθυρο αυτό γίνονται τα ψώνια του ζευγαριού, κάτι που βλέπουμε να κάνει ο Αμεδαίος στην πρώτη πράξη. Προσέχει πολύ να μην τον δουν και φωνάζει στον πωλητή, του οποίου τις απαντήσεις, όμως, ποτέ δεν ακούμε. Αμέσως μετά τα ψώνια, ο Αμεδαίος κλείνει αμέσως το παράθυρο. Βέβαια, από αυτό το παράθυρο είναι τελικά που θα τραβήξει ο Αμεδαίος το πτώμα, δίνοντας τελικά μια λύση στο πρόβλημα, στο τέλος της δεύτερης πράξης «σέρνοντας στο φευγιό του όλο το σπίτι ως και τα σπλάχνα των δύο προσώπων»(5).

Από το άνοιγμα στο φανταστικό, από τη δεξιά πόρτα, δηλαδή, μπαίνει, στο τέλος της πρώτης πράξης, ο ταχυδρόμος, για να παραδώσει ένα γράμμα στον Αμεδαίο. Ο Αμεδαίος, ενώ του δίνεται επιτέλους η ευκαιρία της επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, η πόρτα του διαμερίσματος ανοίγει για πρώτη φορά μετά από δεκαπέντε χρόνια, αρνείται να παραλάβει το γράμμα. «Ναι, αλλά δεν είμαι ο μοναδικός Αμεδαίος Μποτσινιόνι στο Παρίσι, κύριε. Το ένα τρίτο των Παριζιάνων λέγεται έτσι» απαντάει στον ταχυδρόμο, ανακαλώντας μας τον πληθωρισμό των Μπόμπυ Ουάτσον, που υπάρχει στην «Φαλακρή Τραγουδίστρια». Η άρνηση του γράμματος αυτού, σημαίνει την άρνηση της πραγματικότητας, την εμμονή στους προσωπικούς λαβυρίνθους των ηρώων.

Προβλήματα στη σκηνική παρουσίαση του «Αμεδαίου»
Χωρίς αμφιβολία, με την πρώτη κιόλας ανάγνωση του έργου, εγείρονται ερωτήματα για τη σκηνική του παράσταση. Ένα πτώμα τεράστιο, που αρχίζει, από το τέλος της πρώτης πράξης να μεγαλώνει, να σπάζει τοίχους και να εξαπλώνεται στον σκηνικό χώρο ολοένα και περισσότερο. Ο Αμεδαίος το τραβάει από το παράθυρο από τη δεύτερη πράξη και αυτό είναι τόσο μεγάλο, ώστε μόλις στην τρίτη πράξη φτάνει το κεφάλι του στο παράθυρο και το σπρώχνει έξω η Μαντλέν. Ο Μάρτιν Έσσλιν(6) παρατηρεί: «Η αδυναμία του έργου βρίσκεται στην τρίτη πράξη, που η πρόθεσή της είναι ανάλογη μ’ εκείνη του τελικού, πανικόβλητου κυνηγητού της τελευταίας σκηνής μιας ταινίας του βωβού κινηματογράφου, με στρατιώτες κι αστυνομικούς να κυνηγιούνται ξέφρενά πάνω στη σκηνή. Μα η πρόθεση αυτή, από την ίδια της τη φύση, είναι αδύνατον να ολοκληρωθεί πάνω σε μια θεατρική σκηνή. Και η μεταφορά από την κλειστοφοβία στον ανοιχτό χώρο, και σε ένα πιο ανάλαφρο επίπεδο, πάρα πολύ δύσκολα πραγματοποιείται στη σκηνή.»

Συγκεκριμένα, στην τρίτη σκηνή, μεταφερόμαστε από το διαμέρισμα του ζευγαριού, στη μικρή πλατεία Τόρκο. Τριγύρω υπάρχουν κτίρια, εκ των οποίων το ένα είναι ένας οίκος ανοχής, που ο Ιονέσκο τον θέλει αρκετά ευπρεπή. Από τον οίκο ανοχής βγαίνουν Αμερικάνοι στρατιώτες, πόρνες και ο ιδιοκτήτης. Ένας στρατιώτης βρίσκεται ήδη στη σκηνή, διωγμένος από τον οίκο, όταν ο Αμεδαίος μπαίνει στη σκηνή σέρνοντας το πτώμα. Όταν ο Αμεδαίος αρχίζει να τυλίγει γύρω του το πτώμα, κάνει τάση φασαρία που ξυπνάει όλους τους γείτονες. Έχοντας τυλιγμένο γύρω του το τεράστιο πτώμα, τρέχει στα στενά της γειτονιάς, δηλαδή στα παρασκήνια, ενώ τον κυνηγούν αστυνομικοί. Και ξαφνικά, σύμφωνα με τις οδηγίες του Ιονέσκο, το πτώμα αρχίζει να φουσκώνει και γίνεται ένα μπαλόνι, που παρασύρει τον Αμεδαίο στο πέταγμά του. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο Αμεδαίος δραπετεύει από τους αστυνομικούς, που καταφέρνουν να αρπάξουν μόνο το ένα του παπούτσι.

Δεν χρειάζεται να αναλύσουμε τους λόγους για τους οποίους είναι δύσκολη έως αδύνατη η σκηνική παρουσίαση, όχι μόνο η τρίτη σκηνή, αλλά και όλο το έργο. Ο Ιονέσκο, καταλαβαίνοντας τις δυσκολίες της τρίτης σκηνής, είχε προβλέψει ένα δεύτερο πιο εύκολο τέλος, που δε χρειάζεται, όπως γράφει, το κλείσιμο της αυλαίας. Στο τέλος αυτό, ο χώρος του διαμερίσματος παραμένει ο ίδιος, εισβάλουν σ’ αυτόν ο Αμερικάνος στρατιώτης με την πόρνη Μαντώ και φαίνονται κεφάλια από την ορχήστρα ή από την άκρη της σκηνής. Ο Ιονέσκο δηλαδή προτείνει έναν μη-χώρο, αντί για τον ανοιχτό χώρο της πλατείας.

Πάντως, είναι φανερό πως ο Ιονέσκο είχε στο μυαλό του τις δυνατότητες της ιταλικής σκηνής. Οι πόρτες που βγάζουν στα παρασκήνια, το κυνηγητό Αμεδαίου- αστυνομικών στα παρασκήνια στην τρίτη σκηνή, τα κεφάλια των γειτόνων που φαίνονται από το κοίλο της ορχήστρας, καταδεικνύουν τον τύπο σκηνής που είχε υπόψη του όταν έγραφε το έργο. Σήμερα με την αύξηση των ανεξάρτητων θεάτρων που στεγάζονται σε μικρές, σύγχρονες σκηνές, δημιουργούνται προβλήματα στην παράσταση του έργου. Από πού μπορεί να βγαίνουν τα πόδια του πτώματος, για παράδειγμα; Ένας σκηνογράφος θα εντόπιζε ακόμη περισσότερα προβλήματα. Το σίγουρο είναι πως η μόνο πολυδάπανες λύσεις μπορούν να δοθούν για την παράσταση του έργου αυτού, κάτι που επίσης μπορεί να είναι απαγορευτικό για ένα μικρό ανεξάρτητο θέατρο. Αυτοί είναι δύο βασικοί λόγοι που ο Αμεδαίος δεν παριστάνεται συχνά. Ο ίδιος ο Ιονέσκο πάντως, γράφει πως ακόμα και στην πρώτη παράσταση του έργου, από τον Jean-Marie Serreau, είχε αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα για να πείσει τον σκηνοθέτη ότι τα πόδια του πτώματος θα πρέπει να είναι τεράστια. Ο Serreau επέμενε πως 1,60 μέτρα ήταν αρκετά για να φανεί το τεράστιο μέγεθός του.

Ίσως ο Ιονέσκο είχε στο μυαλό του μια πιο κινηματογραφική διάσταση της σκηνής, με την έννοια ότι περιγράφει σκηνές που θα μπορούσαν εύκολα να παρασταθούν στον κινηματογράφο. Πάντως, το έργο αξίζει προσπάθεια για παράσταση, γιατί, καθώς αναφέρεται σε καταστάσεις υποσυνειδήτου, εικονοποιεί με απολαυστικό τρόπο εσωτερικές καταστάσεις και διαδικασίες. Έτσι, παραμένει πάντα σύγχρονο και ενδιαφέρον.

Σημειώσεις

1.Μάρτιν Έσσλιν, Το θέατρο του παραλόγου, Αθήνα, ΔΩΔΩΝΗ, 1996
2.Μάρτιν Έσσλιν, Το θέατρο του παραλόγου, ο.π., σελ.173
3.Μάρτιν Έσσλιν, Το θέατρο του παραλόγου, ο.π. , σελ.214
4.Michel Corvin, «Ο κόσμος του Ιονέσκο»,στα Θεατρικά Τετράδια, τεύχος 11, Μάρτιος 1985
5.Ευγένιος Ιονέσκο, Αμεδαίος ή πώς να το ξεφορτωθούμε, μτφρ. Μαρίας Πορτολομαίου, Αθήνα, ΔΩΔΩΝΗ
6. Μάρτιν Έσσλιν, Το θέατρο του παραλόγου, ο.π., σελ. 215

Μάρθα Κοσκινά

Το www.theaterinfo.gr είναι ένα website αφιερωμένο στο θέατρο. Τα πάντα για το ελληνικό και το παγκόσμιο θέατρο, μια δημιουργία του www.internetinfo.gr.

INTERNETINFO © ΘΕΑΤΡΟ INFO.GR