Θέατρο Info.gr . Τα πάντα για το θέατρο.
Ο μύθος του Δαίδαλου
και
ο «Δαίδαλος» του Ανδρέα Στάικου

Δαίδαλος: ο μεγάλος εφευρέτης της μυθολογίας, με ιδιαίτερη ευφυΐα στην αρχιτεκτονική και την επεξεργασία της πέτρας, ξακουστός για τις θαυμαστές του ικανότητες, που έχτισε τον λαβύρινθο και κατασκεύασε κέρινα φτερά για να ξεφύγει, μαζί με τον γιο του, τον Ίκαρο, από τον βασιλιά Μίνωα. Μίνωας: ο ξακουστός βασιλιάς της Κρήτης, που έφτασε την πατρίδα του στο μεγαλείο της, παντρεύτηκε την Πασιφάη, που απατώντας τον με τον Ταύρο, έκανε τον Μινώταυρο, το φοβερό τέρας, που ο Μίνωας έκλεισε μέσα στον λαβύρινθο. Αράχνη: η κόρη του βαφέα Ίδμονα από την Λυδία, που προκάλεσε τη ζήλια της Αθηνάς, λόγω της ικανότητά της στην ύφανση, αποφάσισε να κρεμαστεί, αλλά η Αθηνά την μεταμόρφωσε στο γνωστό μας έντομο. Πόση σχέση έχουν τα μυθολογικά αυτά πρόσωπα με τους ομώνυμους ήρωες στον «Δαίδαλο» του Αντρέα Στάικου;

Η απάντηση είναι: ελάχιστη. Πολύ λίγο, στο έργο αυτό του Στάικου βρίσκουμε αναφορά στα χαρακτηριστικά που αποδίδονται στους ήρωες από τη μυθολογία. Καταρχήν, η Αράχνη πουθενά μέσα στο μυθολογικό πλαίσιο δε συνδέεται είτε με τον Μίνωα, είτε με τον Δαίδαλο. Κι έπειτα, στο έργο, πουθενά δεν αναφέρεται κάτι σχετικό με την τέχνη στην οποία διακρινόταν. Όσον αφορά στους δύο άντρες, δεν συναντάμε πουθενά στο μύθο το μοτίβο της ερωτικής αντιζηλίας, παρά μόνο στον «Δαίδαλο», ενώ η κατασκευαστική πανουργία του Δαίδαλου δεν διαφαίνεται πουθενά. Τέλος, κανένα από στοιχεία του μυθικού, δυνατού και περήφανου βασιλιά, δεν φαίνεται να διαθέτει ο Μίνωας. Τότε λοιπόν, προς τι η επιλογή των ονομάτων και του τίτλου του έργου;

Ο ίδιος ο Αντρέας Στάικος απαντάει πως δεν θα ‘πρεπε να μας απασχολούν τέτοια ερωτήματα. Και τα ονόματα; «Μπορεί να διάλεξα ένα όνομα, απλά και μόνο επειδή μου άρεσε ηχητικά. Ωραίο δεν είναι το Αράχνη;»(1). Παρόλα αυτά, υπάρχουν κάποια στοιχεία που μπορούμε να θεωρήσουμε ότι έλκουν την καταγωγή τους από τα μυθολογικά τους πρότυπα. Προτού, όμως, αρχίσουμε την ανάλυση των στοιχείων αυτών, κρίνεται σκόπιμο να κάνουμε μια μικρή περίληψη του έργου:

Μία πράξη.
Ο χώρος και ο χρόνος της δράσης είναι ακαθόριστοι.
Τρεις χωροφύλακες καταδιώκουν τον Δαίδαλο, ο οποίος μπαίνει στην υπηρεσία του Μίνωα ως δούλος. Ένα ερωτικό παιχνίδι στήνεται ανάμεσα στα τρία πρωταγωνιστικά πρόσωπα (Μίνως, Δαίδαλος, Αράχνη), με ποικίλες κωμικές καταστάσεις, όπου ο Μίνως επιχειρεί να σκοτώσει τους άπιστους, Δαίδαλο και Αράχνη. Το έργο τελειώνει με τους ήρωες πεσμένους χάμω: ο Μίνως και η Αράχνη ήπιαν το δηλητήριο, ενώ ο Δαίδαλος έπεσε χτυπημένος από το σπαθί της Αράχνης. Η αυλαία πέφτει με την Αράχνη να παρακαλεί τους δύο άντρες να σηκωθούν και να μουρμουρίζει: «Τελειώσαμε γι απόψε. Αύριο πάλι». Πέφτει δίπλα τους.

Το έργο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ληξιαρχική πράξη γέννησης της δραματουργίας του Ανδρέα Στάικου, αφού θέτει τα βασικά εννοιολογικά και μορφικά στοιχεία των μετέπειτα θεατρικών κειμένων: έρωτας, θάνατος, αλλαγή ρόλων, επανάληψη»(2). Ερευνώντας, λοιπόν, τα κρυμμένα κατάλοιπα της μυθολογίας, δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε την τάση για πτώση, που υπάρχει από την αρχή κιόλας: ο Δαίδαλος καταδιώκεται από τρεις χωροφύλακες και για να τους αποφύγει πέφτει κάτω. Αυτοί διαπιστώνουν:

Α’ χωροφύλακας: Ζωή σε λόγου μας.
Β’ χωροφύλακας: Έπεσε από πολύ ψηλά!

Αυτή η φράση δεν μπορεί να μη μας θυμίσει το μύθο του Ίκαρου, που ενθουσιασμένος από την πτήση με τα κέρινα φτερά που έφτιαξε ο πατέρας του, ανέβηκε πολύ σε ύψος και τα φτερά του έλιωσαν από τον ήλιο. Ο Ίκαρος «έπεσε από πολύ ψηλά» και σκοτώθηκε και τώρα ο Δαίδαλος, θεωρώντας γνωστό των μύθο αυτό από τους χωροφύλακες, ως «προϋποτιθέμενο»(3), τους προκαλεί να βγάλουν και γι αυτόν το συμπέρασμα ότι εφόσον έπεσε από ψηλά, είναι νεκρός. Γενικότερα, το στοιχείο της πτώσης υπάρχει πολύ έντονα στο έργο και γίνεται σαφές στη σκηνή όπου ο Δαίδαλος τραβάει την καρέκλα στο Μίνωα και αυτός συνέχεια πέφτει στο πάτωμα. Στο τέλος, απηυδισμένος, επιλέγει τη συνεχή επανάληψη της κίνησης, σαν για να την ξορκίσει:

Μίνως: Τι χα, χα, χα. Επίτηδες έπεσα. Να!
(Σηκώνεται και πέφτει, σηκώνεται και πέφτει μέχρι εξαντλήσεως)

Επιπλέον, ευδιάκριτος στο κείμενο είναι ο μύθος που αφορά τις σχέσεις Δαίδαλου- Πασιφάης: η Πασιφάη είχε εξομολογηθεί το πάθος της για τον Ταύρο στον Δαίδαλο και αυτός ήταν που, κατασκευάζοντάς της ένα ομοίωμα αγελάδας την είχε βοηθήσει να συνευρεθεί μαζί του ερωτικά. Η οικειότητα αυτή στις σχέσεις του Δαίδαλου με την Βασίλισσα- σύζυγο του Μίνωα, που εδώ είναι η Αράχνη, μετατρέπεται σε ερωτική ιστορία. Η Αράχνη προκαλεί τον Δαίδαλο και το αντίστροφο, σε ένα παιχνίδι με συνεχείς ανατροπές. Ο Δαίδαλος και ο Μίνωας μετατρέπονται σε αντίζηλους, που πολεμούν για μια γυναίκα, που όπως όλες στα έργα του Στάικου, είναι άπιαστη και μυστηριώδης. Και όχι μόνο αυτό, αλλά οι σχέση Δαίδαλου- Μίνωα, ανατρέπονται διαρκώς: ο καθένας από αυτούς αλλάζει διαρκώς τη μορφή εξουσίας του πάνω στον άλλον, και γίνεται από αφέντης δούλος και το αντίστροφο:

Μίνως: Εις το εξής, θα έχεις εμένα επιστάτη.
Δαίδαλος: Θα το ‘θελα πολύ. Αλλά δεν θα σ’ έχω- θα μ’ έχεις. Τα χάλια μου δεν επιτρέπουν να ανταποκριθώ εις τα καθήκοντά μου, τα οποία αναλαμβάνεις εξ’ ανάγκης. Όμως κι εγώ θα συνεισφέρω το κατά δύναμιν- δεν δύναμαι άλλον τι, θα επιστατήσω το οικιακόν και θεάρεστον έργο σου, οικειοθελώς τε και δωρεάν- θα συνδράμω τας δυσκολίας σου- αλλά δεν θα εύρης δυσκολίες, κάνε ό,τι σου καπνίσει, θα είμαι επιεικής μαζί σου.
Μίνως: Η αθλιότις σου με αναγκάζει να γίνω υπηρέτης.


Το πιο ενδιαφέρον, όμως στοιχείο στο έργο, είναι η ανάπλαση του στοιχείου του λαβυρίνθου. Ο λαβύρινθος εδώ δεν είναι υπαρκτός, αλλά εντοπίζεται στη φύση των χαρακτήρων, των διαπροσωπικών σχέσεων όπως αυτά διαφαίνονται και υποβοηθούνται από τον λεκτικό λαβύρινθο. Σε καμία περίπτωση, στον «Δαίδαλο» δεν μπορούμε να μιλήσουμε για εντοπισμό σταθερών στοιχείων που να χαρακτηρίζουν τα πρόσωπα. Οι χαρακτήρες δεν είναι συμπαγείς. Αρχίζοντας από την Αράχνη, αναρωτιέται κανείς τι θα μπορούσε να πει γι αυτήν. Όπως προαναφέρθηκε, οι γυναίκες στον Στάικο μοιράζονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά, τα οποία η Αράχνη, φαίνεται και σ’ αυτό το πρώτο του πόνημα, να φέρει. «Οι γυναίκες στο θέατρο του Στάικου διατίθενται να παίξουν το ρόλο του αντικειμένου του πόθου των αντρών. Τον προκαλούν με κάθε τρόπο και ζουν χάρη σ’ αυτόν, γιατί δεν μπορούν να υπάρξουν έξω από το ερωτικό παιχνίδι την πρόκλησης», υποστηρίζει η Ζωρζίνα Τζουμάκα.(4)Και φαίνεται πως αυτό ισχύει, καθώς, στο έργο, η Αράχνη παίζει διαρκώς και δοκιμάζει τη δύναμη της γοητείας της πάνω στους δύο παρτενέρ της: από τη μία παρακαλάει τον Δαίδαλο να την προσέξει και να την αγαπήσει και αμέσως μετά τον αποφεύγει και του γυρίζει την πλάτη. Ζητάει επίμονα από τον Μίνωα να την παντρευτεί και μόλις αυτός δέχεται, αρνείται κατηγορηματικά να το κάνει. Απρόβλεπτα λειτουργούν και οι δύο άντρες, που κι αυτοί παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά των ομοίων τους στα επόμενα έργα του Στάικου. Παρασύρονται με ευχαρίστηση από τα θέλγητρα της Αράχνης, μονομαχούν και αλλάζουν συνεχώς ιδιότητες και χαρακτηριστικά. Τι είναι ο Δαίδαλος; Υπηρέτης του Μίνωα; Σκιά του(«Το ξέρω πως τρέμεις τον ίσκιο σου. Εμένα»); ‘Η μήπως κύριός του; Τι είναι ο Μίνωας; Μοναχικός βασιλιάς που φαντάζεται την παρουσία ενός δούλου ως συντροφιά(«Αν μείνω μόνος θα πεθάνω») ;Απατημένος σύζυγος;

Ίσως αυτή η αδυναμία ορισμού των ηρώων, είναι αυτή που ωθεί τον Σάββα Πατσαλίδη να ονομάσει τον Ανδρέα Στάικο «μεταμοντέρνο»(5), κάτι που ο ίδιος ο συγγραφέας δηλώνει πως αδυνατεί να κατανοήσει. Για τον Στάικο, όλα αυτά είναι απλώς μέρος της άκρατης θεατρικότητας που διαπνέει τα έργα του και θεωρεί καθοριστικό στοιχείο για τη ζωή. Μέσα στο λαβυρινθώδες πλαίσιο της θεατρικότητας, που όπως τονίζει ο συγγραφέας ενέχει σε μεγάλο βαθμό την έννοια του παιχνιδιού και της υπόδυσης ρόλου, στήνονται οι χαρακτήρες και οι μεταξύ τους σχέσεις. Ένας λαβύρινθος είναι η σχέση Αράχνης- Δαίδαλου . Είναι εραστές; Ποθούν όντως ο ένας τον άλλον ή υπακούουν στις προσταγές του παιχνιδιού;

Αράχνη: Φίλησέ με! ( Ο Δαίδαλος εκτελεί)
Και άλλού:
Αράχνη: Ξέσκισε αυτό το πατσαβούρι- Δώσε μου λίγο σημασία.
Μόλις ο Δαίδαλος υπακούει, η Αράχνη αλλάζει συμπεριφορά και είναι ο Δαίδαλος που μετά από λίγο παρακαλάει:
Δαίδαλος: Τι να κάνω, τι, για να μου δώσεις σημασία;

Οι διαπροσωπικές σχέσεις διαμορφώνονται από το στοιχείο του παιχνιδιού. Διαβάζοντας το έργο, είναι σαν οι ήρωες να παίζουν μεταξύ τους, να σταματούν ο ένας τον άλλον υποδεικνύοντάς του κάποιο πιο διασκεδαστικό τρόπο παιχνιδιού.

Αράχνη: Θα πας από καρέκλα! (η Αράχνη παίρνει μια καρέκλα)
Δαίδαλος: Περίμενε, πάρε ένα σπαθί.
Αράχνη:Τι να το κάνω;
Δαίδαλος: Δεν σου πάει η καρέκλα- Πάρε σπαθί.

Αργότερα μαθαίνουμε ότι το σπαθί είναι χάρτινο. Και στη σκηνή που ο Μίνωας ψάχνει πίσω από τις κουρτίνες το παράνομο ζευγάρι, μοιάζει σαν κάποιο ηθοποιό που αυτοσχεδιάζει πάνω στη γνωστή σκηνή του «Άμλετ», κάτι που συμβαίνει και στο τέλος, όταν ο θάνατος με φαρμάκι Μίνωα- Αράχνης, μας παραπέμπει στη γνωστή σκηνή από τον «Ρωμαίο και Ιουλιέττα». Το λαβυρινθώδες εντοπίζεται ακόμη και στη διακειμενικότητα. Οι ήρωες-ηθοποιοί είναι ελεύθεροι να χαθούν σε οποιαδήποτε πιθανή εκδοχή της κατάστασης, να τη δοκιμάσουν, να επανέλθουν, να εισδύσουν σ’ αυτήν με στανισλαβσκικό ή μπρεχτικό τρόπο. Το στοιχείο αυτό, η εμφανής και δεδηλωμένη θεατρικότητα, είναι μια σταθερά στα έργα του Στάικου και βρίσκει την τέλεια έκφρασή της στην «Κλυταιμνήστρα;»,όπου οι δύο γυναίκες ηθοποιοί δοκιμάζουν, με παρόμοιο, αλλά πιο ανεπτυγμένο τρόπο τις πιθανότητες της δοσμένης από την αρχαιότητα ιστορίας Ηλέκτρα- Κλυταιμνήστρας.

Ο λόγος βοηθάει πολύ στη δημιουργία της λαβυρινθώδους ατμόσφαιρας. Από τα παραπάνω παραδείγματα διαφαίνεται πώς αυτός παίζει ρόλο στην αλλαγή των καταστάσεων. Μέσα από τον λόγο του Δαίδαλου, ο Μίνως πείθεται να γίνει από Βασιλιάς δούλος, η Αράχνη πείθει, μετά από ένα λογύδριό της τον Δαίδαλο να κλεφτούν και τον Μίνωα να ξαναπαντρευτούν. Με λίγα λόγια, ο λόγος δημιουργεί τις δαιδαλώδης καταστάσεις των οποίων τις πιθανότητες φαίνονται να εξετάζουν, σε ελεύθερο αυτοσχεδιασμό οι ηθοποιοί.

Ένα ακόμα στοιχείο του λόγου, που αυξάνει την αίσθηση του λαβυρίνθου, είναι η μεταμφίεσή του. Πότε ακούμε τα πρόσωπα να μετατρέπουν το λόγο τους σε καθαρευουσιάνικο, όπως στο παράδειγμα που παρατίθεται παραπάνω, όπου ο Δαίδαλος πείθει τον Μίνωα να γίνει δούλος. Επίσης, «λόγιες εκφράσεις συνοδεύονται συχνά από απλές καθημερινές ή λαϊκές, όχι σπάνια παρμένες από γνωστά τραγούδια»(6). Ξεκαρδιστική είναι η ξαφνική χρήση εκφράσεων της καθημερινότητας, σε μια συνεχή εναλλαγή με εκφράσεις-κλισέ:
-Η Αράχνη απευθυνόμενη στον Δαίδαλο, λέει μια φράση που θυμίζει μελό ελληνική ταινία:
Αράχνη: Γράφε συχνά, παιδί μου, είμαι μόνη, τα γράμματά σου είναι η μόνη μου παρηγοριά.
-Ο Μίνως προχωράει σε μια κρίση για τον υπηρέτη-επιστάτη Δαίδαλο, με μια φράση εντελώς ασύμβατη με την μυθική του ταυτότητα:
Μίνως: Παρ’ τον ένα και χτύπα τον άλλο.
-Εκφράσεις κλισέ χρησιμοποιεί ο Δαίδαλος, για να υποστηρίξει την επιθυμία του να πεθάνει:
Δαίδαλος: Είναι χάρη η ζωή; Μη μου χαρίζεις τη ζωή! Χτύπα!
Μίνως: Θέλεις να πεθάνεις;
Δαίδαλος: Τι την θέλω τη ζωή, τέτοια ζωή- είμαι ένας απόκληρος, ένας υπηρέτης.
Μίνως: Και υπηρέτες πρέπει να υπάρχουν. Είναι μια θέση όπως όλες.
Δαίδαλος: Δεν είμαι ικανός ούτε για υπηρέτης. Έχω αποτύχει.
Μίνως: Κάνε υπομονή, θα στρώσεις.
-Λαϊκές φράσεις που χρησιμοποιούνται κυρίως σε καυγάδες, χρησιμοποιούν και τα πρόσωπα:
Δαίδαλος: Σε μένα μιλάς;
Μίνως: Λέγε μωρή, ποιος;
Αράχνη: Εσύ!
Δαίδαλος: Μην της ξεριζώνεις τα χρυσά της τα μαλλιά.
Μίνως: Θα σου κάψω την τρίχα μία μία, βαμμένη.
Αράχνη: Πάψε, φαλακρέ.
Δαίδαλος: Τι ωραία που είναι τα μαλλιά μου, σαν γυαλί.
Μίνως: Ώστε εμένα λες φαλακρό, βρώμα και δυσωδία;
Αράχνη: Όχι.
Μίνως: Οχιά να σε φάει!
Αράχνη: Θα με φάει ο έρως!

«Θέση και άρση, λόγος και αντίλογος, οδηγούν στην απουσία νοήματος, γιατί ο λόγος διαρκώς αναδιπλώνεται», παρατηρεί η Α. Σιβετίδου(7), καταλήγοντας πως τελικά οι ανατροπές που συντελούνται στο γλωσσικό επίπεδο, συμφωνεί με την ασυνέχεια στους χαρακτήρες. Έτσι, ο λαβύρινθος είναι πλήρης και πολυεπίπεδος και γι αυτό δεν ενοχλεί τον θεατή (ή αναγνώστη), αλλά προσφέρει άντ’ αυτού μια απολαυστική και διασκεδαστική εμπειρία.

Τα στοιχεία αυτά εντοπίζονται σε όλα τα έργα του Ανδρέα Στάικου. Ο «Δαίδαλος», όντας το πρώτο του, αποτελεί ένα πρώτο πείραμα αυτών των αρχών του, που θα αναπτυχθούν στα επόμενα έργα του με καταπληκτικά αποτελέσματα. Γράφτηκε στη Γαλλία, όπου ο συγγραφέας φοιτούσε στο Conservatoire National d’ Art Dramatique. Εκεί ο Στάικος διαμόρφωσε την ιδιαίτερη θεατρική του ταυτότητα, αναγνωρίσιμη και αναγνωρισμένη πλέον. Η αίσθηση του συνεχούς θεατρικού παιχνιδιού, είναι αυτή που κάνει τα έργα του συγγραφέα να φέρουν μια ξεχωριστή σφραγίδα, μέσα στο ελληνικό δραματουργικό τοπίο.

Σημειώσεις

1.Από προσωπική συζήτηση με τον Αντρέα Στάικο, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.
2.Αφροδίτη Σιβετίδου, Η θέαση της σιωπής στο έργο του Ανδρέα Στάικου, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2000, σ.123
3.Σύμφωνα με τον ορισμό του Δ. Τσατσούλη στο «Άρρητα», «Προϋποτιθέμενα» και «Υπονοούμενα» του διαλόγου στο θέατρο του Αντρέα Στάικου, στο Ανδρέας Στάικος, Φτερά στρουθοκαμήλου, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2001
4.Ζωρζίνα Τζουμάκα, «Ο ερωτισμός στο θέατρο του Ανδρέα Στάικου», στο Ανδρέας Στάικος, Φτερά Στρουθοκαμήλου, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2001, σ. 359
5.Σάββας Πατσαλίδης, «Οι «άλλοι» λόγοι του Ανδρέα Στάικου. Το παιχνίδι της δια-κειμενικότητας και των ορίων» στο Πανελλήνια Πολιτιστική Κίνηση, Έκδοση Πολύτιμης Ύλης. 20 χρόνια Νεοελληνικό Θεατρικό Έργο- Ά Συμπόσιο Νεοελληνικού Θεάτρου, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 1999 , σ. 231-241
6.Αφροδίτη Σιβετίδου, ο.π. σ. 51
7.Αφροδίτη Σιβετίδου, ο.π. σ. 51

Μάρθα Κοσκινά

Το www.theaterinfo.gr είναι ένα website αφιερωμένο στο θέατρο. Τα πάντα για το ελληνικό και το παγκόσμιο θέατρο, μια δημιουργία του www.internetinfo.gr.

INTERNETINFO © ΘΕΑΤΡΟ INFO.GR