Θέατρο Info.gr . Τα πάντα για το θέατρο.

Δέσποινα Γραμματικού-Ειρήνη Καλαντζή

ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ

ΟΙ ΦΙΓΑΛΙΔΕΣ

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

Ο Άλκης, φοιτητής Βιολογίας

Ο Σταμάτης, τραγουδιστής

Η Μαριάνθη, φωτογράφος

Ο Παύλος, επιχειρηματίας

Ο πατέρας του Παύλου

Ο Μπάρμπα-Μανώλης, φύλακας του χαμάμ

Ο ΧΟΡΟΣ

Κοπέλες από το χωριό Φιγαλεία

Ο ΤΟΠΟΣ

Το χωριό Φιγαλεία του Νομού Ηλείας, στην κοιλάδα της Νέδας, δίπλα στον ποταμό Νέδα

ΠΡΩΤΗ ΕΙΚΟΝΑ

ΧΟΡΟΣ

Πάει καιρός που ζούσαμε

σ΄ αυτή τη γη, στη Φιγαλεία.

Χαιρόμασταν την ομορφιά

κρυβόμασταν στο δάσος

λούζαμε τα μαλλιά μας

μες τα κρυστάλλινα νερά

του ποταμού, τη Νέδα

ένα καθρέφτισμα γινόμασταν

μαζί με το φεγγάρι.

Τόπος αγαπημένος, τόπος ιερός,

βουνά και δέντρα αιωνόβια

ολόγυρα στεκότανε

κυκλώναν τις ζωές μας.

Τώρα ανάμνηση θολή

ο τόπος μας μας κυνηγά

φωνάζει να επιστρέψουμε εκεί

σ΄ εκείνες τις πηγές

να ξεδιψάσουμε και

μες απ’ την πρωινή ομίχλη

που σκεπάζει τα πάντα

εμείς να κοιτάζουμε ψηλά

καθώς αχνοφέγγει η μέρα.

ΚΟΡΥΦΑΙΑ

Στην άκρη του χωριού

στεκόταν το χαμάμ

χρόνια πολλά, αιώνες

πέρα, εκεί που συναντιούνται

οι δυο δρόμοι, κοντά

σ’ ένα γεφύρι πέτρινο, παλιό

λίγο πιο κάτω

ανάμεσα σε πλατάνια

αιωνόβια

κυλάει το ποτάμι μας

η Νέδα.

ΧΟΡΟΣ

Το χαμάμ

ήταν χαρά ατέλειωτη

για ταξιδιώτες κουρασμένους

και περαστικούς.

Κάποιοι του αρραβώνα εδώ

έδωσαν δαχτυλίδι

κι εμείς, της Φιγαλείας οι κοπέλες

τ’ απόγευμα της Κυριακής

με μια ανάσα ερχόμασταν

σμήνος από ζουζούνια

τη νιότη να κρατήσουμε.

Στο φως του δειλινού

αποδιώχναμε το βάρος

και την κούραση του χρόνου.

ΣΚΟΤΑΔΙ

Στην άκρη του χωριού Φιγαλεία, όπου βρίσκεται το δημόσιο λουτρό. Είναι ένα πολύ παλιό κτίριο, μιας άλλης εποχής, που όμως ακόμα χρησιμοποιείται κι έτσι παραμένει ένα κομμάτι της  καθημερινότητας των κατοίκων.

Ο Σταμάτης και η Μαριάνθη μόλις έφτασαν έξω από το χαμάμ. Κρατιούνται χέρι-χέρι. Η Μαριάνθη έχει περασμένη στο λαιμό της τη φωτογραφική της μηχανή.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Φτάσαμε λοιπόν. Εδώ είμαστε! Αυτό είναι το χαμάμ!

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Περιεργάζεται το κτίριο.

Μαγευτικό! Πάμε μέσα;

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Να κάνουμε μια βόλτα πρώτα, να σου δείξω το χωριό!

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Μα ανυπομονώ να πάω μέσα. Θέλω να τραβήξω μερικές φωτογραφίες!

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Έχει κι άλλα ωραία μέρη. Έλα να σου δείξω κι ερχόμαστε μετά!

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Μα τώρα είναι κατάλληλο το φως! Αν θέλεις πήγαινε εσύ και εγώ θα έρθω να σε βρω.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Μόλις φτάσαμε και θέλεις να μείνεις μόνη σου εδώ πέρα;

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Σε παρακαλώ καλέ μου, θα μείνω μόνη για λίγο, έλα, σε παρακαλώ…

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Παίρνει ένα δραματικό και παιχνιδιάρικο μαζί ύφος.

Μαριάνθη, όταν ο ήλιος χαμηλώνει και η νύχτα πλησιάζει, πνεύματα κακά, ύπουλες σαύρες που σέρνονται με την κοιλιά τους, περικυκλώνουν το χαμάμ και παραφυλάνε για τα θύματά τους.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Με το ίδιο ύφος που είχε ο Σταμάτης προηγουμένως.

Όμως εγώ τα πνεύματα και τα τελώνια δεν τα φοβάμαι!

Γελώντας

Άδικα προσπαθείς!

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Να μην τα φοβάσαι, αλλά να τα προσέχεις.

Μικρή παύση

Καλά, θα είμαι στην πλατεία.

Τραγουδάει:

«Δε θ’ αργήσω, δε θ’ αργήσω

στην αγκαλιά σου θα γυρίσω.»

Tης στέλνει φιλιά και φεύγει.

Η Μαριάνθη μπαίνει στο χαμάμ. Αρχίζει να φωτογραφίζει το χώρο.

ΠΑΥΛΟΣ

Χωρίς να τον αντιληφθεί η Μαριάνθη, ο Παύλος μπαίνει μέσα, την πλησιάζει και της αρπάζει τη μηχανή αιφνιδιάζοντάς τη. Εκείνη δεν προλαβαίνει ν’ αντιδράσει.  Μένει άναυδη. Αυτός περιεργάζεται τη μηχανή. Γελά  σαρκαστικά.

Καινούργιο μοντέλο, ε; Τελευταία λέξη της τεχνολογίας!

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Με ποιο δικαίωμα την αρπάξατε;

ΠΑΥΛΟΣ

Ήθελα μόνο να τη δω καλύτερα.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Και ποιος σας έδωσε αυτό το δικαίωμα φίλτατε;

ΠΑΥΛΟΣ

Φίλτατε;

Γελάει

Ολαλά!

Ελάτε τώρα, μην ταράζεστε. Ένα παιχνιδάκι γνωριμίας ήταν.

Μπαίνει ο Μπάρμπα-Μανώλης κρατώντας μια σκούπα. Με ένα νεύμα τους χαιρετά. Το βλέμμα του σταματά πάνω στη Μαριάνθη. Η σκούπα πέφτει από τα χέρια του.  Η Μαριάνθη τον παρακολουθεί διακριτικά. Σηκώνει τη σκούπα και του τη δίνει.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Στον Παύλο

Ώρα να σταματήσει το παιχνιδάκι.

ΠΑΥΛΟΣ

Της επιστρέφει τη μηχανή της

Παρακαλώ

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Αποστρέφεται τον Παύλο, κρατάει τη μηχανή γερά στα χέρια της  και απευθύνεται προς τον Μπάρμπα-Μανώλη.

Θα σας πείραζε να σας βγάλω μια φωτογραφία;

Ο Μπάρμπα-Μανώλης κοντοστέκεται, κοιτά τη Μαριάνθη, της χαμογελά αμήχανα και κάνει ένα συγκαταβατικό νεύμα. Τον φωτογραφίζει.

ΠΑΥΛΟΣ

Μα ακόμη δεν συστηθήκαμε.

Ποιο είναι το όνομά σας;

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Μαριάνθη. Μαριάνθη η Ακανθώδης, για όσους δεν γνωρίζω.

ΠΑΥΛΟΣ

Όπως κι αν σας λένε, τώρα μπορώ και εγώ να σας συστηθώ.

Της δίνει το χέρι του. Διστακτικά δίνει και αυτή το δικό της.

Παύλος o Κύριος.

Την ίδια στιγμή, ο Μπάρμπα-Μανώλης κάθεται σε έναν πάγκο, βγάζει την πίπα του, την καθαρίζει και καπνίζει.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Χαρήκαμε αμφότεροι.

Με συγχωρείτε, αλλά θέλω να συνεχίσω τη φωτογράφηση.

ΠΑΥΛΟΣ

Έχετε πάρει άδεια για να το κάνετε αυτό;

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Τι άδεια, από ποιόν να πάρω άδεια;

ΠΑΥΛΟΣ

Από τον ιδιοκτήτη.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Μα ο χώρος αυτός είναι Δημόσιος.

ΠΑΥΛΟΣ

Προς το παρόν. Σύντομα θα γίνει ιδιωτικός.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Το Δημοτικό Λουτρό; Ωραίο αστείο!

ΠΑΥΛΟΣ

Δεν αστειεύομαι καθόλου.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Κι εσείς που το ξέρετε;

ΠΑΥΛΟΣ

Το ξέρω γιατί με αφορά. Εγώ θα το αγοράσω.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Μικρή παύση

Ως τότε όμως, δεν μπορείτε να με εμποδίσετε να κάνω τη δουλειά μου.

ΠΑΥΛΟΣ

Δεν έχετε άδικο.

Μικρή παύση

Είμαι βέβαιος ότι οι φωτογραφίες σας θα είναι ενδιαφέρουσες.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Αφού έτσι πιστεύετε,  ελάτε στην έκθεσή μου.

ΠΑΥΛΟΣ

Θα προτιμούσα να τις αγοράσω.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Μικρή παύση

Όπως σας είπα, οι φωτογραφίες είναι για την έκθεσή μου.

ΠΑΥΛΟΣ

Μιλάτε απόλυτα και αυτό μπορεί να σας βλάψει. Επιτρέψτε μου να σας δώσω μια φιλική συμβουλή. Να αφήνεται πάντα ένα περιθώριο για διαπραγμάτευση.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Δεν είμαι έμπορος για να κάνω παζάρια.

ΠΑΥΛΟΣ

Αν το σκεφτείτε καλύτερα, θα δείτε ότι όλοι κάνουν. Είναι απαραίτητο.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Ευχαριστώ για τις συμβουλές σας, θα τις λάβω σοβαρά υπόψη μου.

ΠΑΥΛΟΣ

Μικρή παύση

Πάντως, αν αλλάξετε γνώμη, μη διστάσετε να μου τηλεφωνήσετε.

Της δίνει μια επαγγελματική κάρτα.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Παίρνει την κάρτα διστακτικά.

ΠΑΥΛΟΣ

Πιστεύω ότι θα τα ξαναπούμε.

Φεύγει.

ΜΠΑΡΜΠΑ-ΜΑΝΩΛΗΣ

Σηκώνεται από τον πάγκο που καθόταν, μαζεύει τη σκούπα, βγάζει από την τσέπη

του σακακιού του ένα μεγάλο κλειδί και εξηγεί με νοήματα στη Μαριάνθη ότι έχει έρθει

η ώρα να κλείσει το χαμάμ.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Πρέπει να κλείσετε τώρα, ε; Ποια ώρα θα ανοίξετε πάλι αύριο; Θα ήθελα πολύ να

δω το χώρο με ανθρώπους μέσα.

ΜΠΑΡΜΠΑ-ΜΑΝΩΛΗΣ

Της δείχνει ότι το χαμάμ θα είναι ανοιχτό από νωρίς το πρωί. Βγαίνουν έξω και οι δύο, ο Μπάρμπα-Μανώλης κλειδώνει, τη χαιρετά και φεύγει. Η Μαριάνθη κάθεται στο πεζούλι.

ΣΚΟΤΑΔΙ

ΧΟΡΟ

Αν ο κύριος ήταν κύριος

και είχε ανάστημα κυρίου

με υπόκλιση βαθιά

θα τιμούσε την κυρά.

Όμως, άλλα λένε τα χαρτιά

καθώς πέφτουν στη σειρά.

Ο μουγκός στη γωνιά του

θα σιωπά, θα σιωπά

και θα βλέπει καθαρά

ποιόν θεό αυτός ο κύριος

προσκυνά.

ΚΟΡΥΦΑΙΑ

Απλώνει η νύχτα  τα φτερά

όλα γύρω σκοτεινά

μας αγκαλιάζουν

της Νέδα τα κρυστάλλινα νερά.

ΧΟΡΟΣ

Μέχρι να ‘βρει τη μιλιά

ο μουγκός

 θα σιωπά, θα σιωπά.

ΣΚΟΤΑΔΙ

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΙΚΟΝΑ

Ο Σταμάτης επιστρέφει στο χαμάμ, συντροφευμένος από τον Άλκη.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Πως τα πάει το κορίτσι μου,  δούλεψε σκληρά;

ΑΛΚΗΣ

Ήρθαμε να σου κάνουμε παρέα!

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Μαριάνθη, να σου συστήσω τον Άλκη! Άλκη, από δω η Μαριάνθη!

ΑΛΚΗΣ

Της δίνει το χέρι.

Καλώς ήρθες!

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Χαίρομαι που σε γνωρίζω Άλκη!

Ο κύριος από δω μου έχει πει πολλά για το χωριό σας. Και για σένα φυσικά! Τόσα πολλά που είναι σα να σε ξέρω από καιρό.

ΑΛΚΗΣ

Να λοιπόν που ήρθε η στιγμή να συναντηθούμε, γιατί και ‘γω με τη σειρά μου άκουσα πολλά για σένα από τον φίλο μας εδώ!

Ανυπομονώ να δω την έκθεσή σου. Πρέπει, το νέο μας αστέρι, ο Σταμάτης, να τραγουδήσει στα εγκαίνια!

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Κάνει ατελείωτες πρόβες και έτσι θα είναι έτοιμος. Ότι πρέπει για την ημέρα της έναρξης!

Γελάνε όλοι μαζί

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Θέλετε να ακούσετε το τελευταίο κομμάτι του δίσκου που κάνω πρόβα;

Ανεβαίνει σε ένα πεζούλι και ετοιμάζεται να τραγουδήσει. Σταματά και κοιτά τη Μαριάνθη.

Τι έχεις; Δε φαίνεσαι καλά.

 ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Όχι, μια χαρά είμαι.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Δε με ξεγελάς.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Ήρθαν τα κακά πνεύματα, οι σαύρες που σέρνονται με την κοιλιά τους.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Πες μου τι σου συμβαίνει.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Δεν μ’ αφήνεις ήσυχη καλύτερα;

ΑΛΚΗΣ

Κοιτάζει γύρω του αμήχανα.

Το Μπάρμπα-Μανώλη δε βλέπω! Είναι κάπου εδώ; Μαριάνθη, μήπως τον είδες;

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Αν μιλάμε για το ίδιο πρόσωπο, πριν λίγο έφυγε. Τον φωτογράφισα μάλιστα.

 Γιατί ρωτάς;

ΑΛΚΗΣ

Ήθελα να τον δω, να του μιλήσω. Ζει μόνος του. Κάθε φορά που έρχομαι τον επισκέπτομαι και βλέπω αν χρειάζεται κάτι. Είναι ο φύλακας του χαμάμ.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Αυτή είναι η δουλειά του;

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Ναι, εδώ και πολλά χρόνια.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Ελπίζω να την κρατήσει και για τα επόμενα.

ΑΛΚΗΣ

Γιατί το λες αυτό;

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Κρατάει ακόμα στα χέρια της την κάρτα του Παύλου. Τους τη δείχνει.

Ξέρετε αυτόν τον άνθρωπο; Ήταν εδώ πριν έρθετε.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Προς το Άλκη

Ρε συ, ο Παύλος!

Προς τη Μαριάνθη

Αν τον ξέρουμε λέει!

ΑΛΚΗΣ

Ήταν παιδικός μας φίλος.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Και λοιπόν;

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Είχα μια συζήτηση μαζί του.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Στον Άλκη

Είδες που έχει κάτι;

Στη Μαριάνθη

Τι συνέβη;

ΑΛΚΗΣ

Ε, άσ’ την να μιλήσει!

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Μου άρπαξε τη μηχανή μέσα απ’ τα χέρια, μου είπε ότι χρειάζομαι άδεια για να φωτογραφίσω και ότι θα αγοράσει το χαμάμ! Και δεν έφταναν όλα αυτά, στο τέλος ζήτησε, απαίτησε σχεδόν, να αγοράσει τις φωτογραφίες μου!

ΑΛΚΗΣ

Τι; Το χαμάμ; Ώστε λοιπόν είναι αλήθεια!

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Μια στιγμή βρε παιδιά! Καλή μου, μήπως πρόκειται για παρεξήγηση;

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Δεν είμαι τρελή! Δεν υπάρχει καμία παρεξήγηση.

ΑΛΚΗΣ

Άκουσα να λένε ότι ο πατέρας του Παύλου πρόκειται να κάνει ένα εργοστάσιο στην περιοχή, κοντά στο χαμάμ. Νόμιζα πως είναι άλλη μια φανταστική ιστορία που συζητάνε στο καφενείο για να περνάει η ώρα.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Φαίνεται όμως πως αυτή η ιστορία δεν είναι καθόλου φανταστική.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Δεν πιστεύω ότι θα γίνει κάτι τέτοιο. Αυτό είναι πέρα από κάθε φαντασία.

ΑΛΚΗΣ

Δεν ξέρω, μετά από όσα μας είπε η Μαριάνθη, διατηρώ τις επιφυλάξεις μου. Δεν πάμε στο σπίτι μου να φάμε κάτι και να τα πούμε με κρασί;

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Τραγουδά

«Εγώ θα κόψω το κρασί

για σένα αγάπη μου χρυσή…»

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Διακόπτει

Ναι πάμε, πεινάω σα λύκος!

Μικρή παύση.

Άλκη, θα μας δείξεις τη συλλογή σου; Έμαθα ότι είναι μοναδική!

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Θα ενθουσιαστείς, απίθανη συλλογή!

ΑΛΚΗΣ

Υπερβολές του Σταμάτη!

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Άντε, προχωρήστε, εσείς μπροστά κι εγώ ακολουθώ.

Ο Σταμάτης πιάνει τον Άλκη από τους ώμους και ακολουθεί η Μαριάνθη που τους φωτογραφίζει.

ΣΚΟΤΑΔΙ

ΧΟΡΟΣ

Τον καιρό που ήτανε παιδιά

παιχνίδια παίζανε πολλά.

Τα τρία αγόρια ήταν μια γροθιά.

Με τα δέντρα, τα ποτάμια ήταν ένα

δεν λογάριαζαν κανένα.

Τους αρκούσε η συντροφιά

στου βουνού τα δειλινά

ξεδιπλώναν τη χαρά.

Με τα δέντρα, τα ποτάμια ήταν ένα

δεν λογάριαζαν κανένα.

ΚΟΡΥΦΑΙΑ

Μα εσύ κοπέλα δροσερή

Μαριάνθη τ’ όνομα σου

που έρχεσαι από άλλο τόπο

με τις κοπέλες της Φιγαλείας

να σμίξεις,

όμορφο αυτό που πράττεις

μα κι επικίνδυνα

αλλάζεις την ζωή σου,

να το ξέρεις.

ΣΚΟΤΑΔΙ

ΤΡΙΤΗ ΕΙΚΟΝΑ

Στο σπίτι του Άλκη. Η παρέα κάθεται γύρω από ένα παλιό ξύλινο τραπέζι. Πάνω στο τραπέζι είναι απλωμένη η συλλογή εντόμων του Άλκη. Προτείνεται η συλλογή να αποτελείται από πέντε-έξι τεράστια έντομα.

ΑΛΚΗΣ

Εδώ μεγάλωσα. Είναι το μοναδικό μέρος στον κόσμο που αισθάνομαι δικό μου. Ξέρω κάθε μονοπάτι, κάθε πηγή και κάθε λόφο του. Από μικρό παιδί παρατηρώ τις γραμμές των βουνών, τα δέντρα που αλλάζουν με τα χρόνια και την ομίχλη που τα πρωινά αναδύεται μέσα απ’ τα βουνά. Υπάρχουν πολλές θερμές πηγές εδώ γύρω και στην άκρη του χωριού αυτό το παλιό χαμάμ. Είναι σαν ένα στόμα που μας καταπίνει όλους για λίγο και μας ξερνάει ύστερα, αγνούς και καθαρούς.

Εδώ ο χρόνος κυλάει διαφορετικά. Μια μέρα είναι σαν ένας μήνας στην πόλη. Μερικές φορές νιώθω μεγαλύτερος απ’ όσο είμαι. Νομίζω πως συμβαίνει επειδή μεγάλωσα σ’ αυτό το μέρος.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Χειροκροτεί

Μπράβο Άλκη! Καλύτερη περιγραφή του χωριού μας δεν θα μπορούσε να γίνει!

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Περιεργάζεται με το βλέμμα της τα έντομα. Πιάνει μια τεράστια πεταλούδα με διάφανα φτερά.

Κοιτάξτε! Δεν είναι ονειρεμένη; Διάφανα φτερά! Το φως τρυπώνει και φωτίζει χίλιες δυο λεπτομέρειες. Κοιτάξτε!

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Γελώντας

Άσ’ την κάτω, θα την κομματιάσεις!

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Αφήνει προσεκτικά την πεταλούδα και παίρνει στα χέρια της μια τεράστια ακρίδα.

Για δείτε κι εδώ! Μ’ αυτά τα πόδια, χωρίς κανένα βάρος, μπορεί να χορεύει ακόμα και πάνω στις πιο λεπτές επιφάνειες. Κανείς δεν τη χειροκροτεί ποτέ, ούτε καν όταν υποκλίνεται!

Μικρή παύση

Έχω κάποιες ιδέες Άλκη. Θα ήταν δυνατό να φωτογραφίσω τη συλλογή σου;

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Μην της πεις όχι, θα σε τρελάνει μέχρι να πάρει αυτό που θέλει!

ΑΛΚΗΣ

Γελάνε όλοι μαζί

Όποτε θέλεις.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Αύριο κιόλας, με το φως της μέρας.

ΑΛΚΗΣ

Λοιπόν Σταμάτη, θα μας τραγουδήσεις επιτέλους κάτι;

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Ευχαρίστως!

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Γελώντας

Είμαστε όλο αυτιά και περιμένουμε. Τα έχω μάθει και γω πια, μπορώ να σε συνοδεύσω αν θέλεις.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Δίνει ένα σάλτο και ανεβαίνει πάνω στην καρέκλα του. Τραγουδά.

«Τα λυπημένα μάτια σου

αλλάζουν κάθε μέρα

όταν κοντά σου έρχομαι

φλόγες μικρές φωτίζουν

για λίγο αιχμαλωτίζουν

στο χρόνο τη στιγμή.»

Οι υπόλοιποι χειροκροτούν και φωνάζουν μπράβο.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Δεν θα μπορούσε να το λέει και μια γυναίκα;

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Ε, τώρα τι με ρωτάς και συ. Το έχει γράψει μια γυναίκα και το πιο λογικό θα ήταν να το τραγουδήσει μια γυναίκα. Όμως θα το πω εγώ, αλλά νομίζω πως δεν έχει και τόση σημασία. Πάντως είναι αλήθεια πως κάποια τραγούδια είναι αλλιώς να τα ακούς από μια γυναίκα και αλλιώς από έναν άντρα.

ΑΛΚΗΣ

Το βλέμμα του είναι συνεχώς στραμμένο πάνω στο τραπέζι, στη συλλογή του.

Καλά όλα αυτά, αλλά δεν πρέπει να έχεις κάποιον να σε προωθεί;

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Αυτό θα το δω όταν έρθει η ώρα. Μέχρι τώρα τα καταφέρνω και μόνος μου!

ΑΛΚΗΣ

Έτσι όπως λειτουργούν τα πράγματα, φοβάμαι πως αυτό δεν θα κρατήσει για πολύ.

Παύση

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Τι σκέφτεσαι Άλκη;

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Κοιτάζοντας έντονα τον Άλκη

Κάτι μου λέει πως σκεφτόμαστε το ίδιο πράγμα.

ΑΛΚΗΣ

Σωστά.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Έχεις καμιά ιδέα;

ΑΛΚΗΣ

Ναι, σκεφτόμουν ότι δεν είναι δύσκολο να τον βρούμε, έχουμε το τηλέφωνό του.

Μικρή παύση

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Δεν θα μου ήταν και πολύ ευχάριστο να τον ξαναδώ, αλλά, αφού έτσι ήρθαν τα πράγματα…

Δίνει στον Άλκη την κάρτα του Παύλου.

ΑΛΚΗΣ

Να του τηλεφωνήσουμε τώρα;

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Ε, ναι τώρα, πότε, αύριο; To γοργόν και χάριν έχει.

ΑΛΚΗΣ

Πότε να του ζητήσω να βρεθούμε;

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Το γρηγορότερο.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Ναι, αύριο, αύριο το απόγευμα.

Σίγουρα θα χαρεί να δει τους παλιόφιλους!

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Για να δούμε, έτσι είναι;

Μικρή παύση

Αλήθεια, πόσα χρόνια έχετε να τον δείτε;

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Ούτε που θυμάμαι.

ΑΛΚΗΣ
Εγώ θυμάμαι. Ήταν το καλοκαίρι που τελειώσαμε το Γυμνάσιο. Είχαμε πάει και οι τρεις στο ποτάμι, καπνίζαμε και πίναμε μπύρες. Την επόμενη μέρα ο Σταμάτης και ο Παύλος θα γυρνούσαν στα σπίτια τους στην πόλη. Ξύπνησα και γω πρωί-πρωί για να τους αποχαιρετίσω. Ο Σταμάτης και η μητέρα του φόρτωσαν τα μπαγκάζια τους και έφυγαν με το πρωινό λεωφορείο. Ο Παύλος έφυγε με τη μαύρη κατσαρίδα. Έτσι λέγαμε τη μεγάλη μαύρη Μερσεντές του πατέρα του. Στις αρχές του Σεπτέμβρη μετακομίσαμε κι εμείς στην πρωτεύουσα.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Τον Παύλο δεν τον είδαμε ξανά από τότε. Σταμάτησαν να έρχονται εδώ κι έτσι χάσαμε τα ίχνη τους.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Και γιατί σταμάτησαν να έρχονται;

ΑΛΚΗΣ

Δεν έχω ιδέα. Πάντως δυο-τρία χρόνια αργότερα έμαθα ότι ο πατέρας του Παύλου είχε κάποιο πρόβλημα υγείας, πολύ σοβαρό.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Στο χωριό λένε ότι έμεινε παράλυτος, αλλά κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς έγινε.

Παύση

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Ανησυχείς πολύ για το χαμάμ, έτσι δεν είναι;

ΑΛΚΗΣ

Κοίτα Μαριάνθη, το χαμάμ για μας είναι κάτι περισσότερο από ένα ωραίο κτίριο. Ήταν πάντα για τους κατοίκους του χωριού ένας τόπος συνάντησης και επικοινωνίας, αλλά και ένας συνδετικός κρίκος με την ιστορία τους, το παρελθόν τους.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Της έχω μιλήσει για το χαμάμ Άλκη, αλλά πρέπει να καταλάβεις ότι τη Μαριάνθη, ως φωτογράφο, την απασχόλησε πρώτα απ’ όλα το αισθητικό στοιχείο. Μαριάνθη, σωστά τα λέω;

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Έχεις δίκιο, αρχικά μ’ αυτό ασχολήθηκα. Όμως  έχουν συμβεί κάποια πράγματα. Ο Μπάρμπα-Μανώλης, ο παλιός σας φίλος και η ιστορία... Όχι,  έχει αλλάξει ο τρόπος που βλέπω το χαμάμ, ο τρόπος που βλέπω αυτό το μέρος. Είναι δυνατόν; Ένα εργοστάσιο δίπλα στο ποτάμι;

ΣΚΟΤΑΔΙ

ΧΟΡΟΣ

Έγιναν κι άλλα μια φορά

που τα παιδιά

παιχνίδια παίζανε πολλά.

Τότε μια κόρη χάθηκε

κανείς δεν ξέρει πως

πως γίνονται αυτά.

Μια κόρη φεύγει, χάνεται

και πίσω δε γυρνά.

ΚΟΡΥΦΑΙΑ

Μοναχοκόρη ακριβή

ο δύστυχος πατέρας

την είχε μια φορά.

Μες στα νερά του ποταμού

την έχασε μια μέρα

κι έχασε τη λαλιά.

ΧΟΡΟΣ

Μοίρα σαν στρίβεις τα πανιά

τσακίζεις το καράβι.

ΚΟΡΥΦΑΙΑ

Και ναυαγοί αρμενίζουνε

οι άνθρωποι, ξένοι

στον ίδιο τους τον τόπο.

ΣΚΟΤΑΔΙ

ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΙΚΟΝΑ

Λίγες μέρες πριν. Ο Παύλος και ο πατέρας του στο γραφείο τους στο κέντρο της πόλης. Ο πατέρας είναι καθισμένος στην αναπηρική του καρέκλα, η οποία είναι τοποθετημένη πίσω από ένα ογκώδες γραφείο. Προτείνεται να χρησιμοποιηθεί ως γραφείο το τραπέζι της προηγούμενης σκηνής.

ΠΑΤΕΡΑΣ

Θα πας εσύ. Με το Δήμαρχο τα έχω κανονίσει όλα.

ΠΑΥΛΟΣ

Ωραία. Εύκολη δουλειά και θα τελειώσει γρήγορα.

ΠΑΤΕΡΑΣ

Δε θέλω να βλέπεις καμιά δουλειά σαν διεκπεραίωση. Σύντομα θα παίρνεις εσύ τις αποφάσεις.

ΠΑΥΛΟΣ

Το ξέρω.

Μικρή παύση

Φεύγω αύριο κιόλας, υπογράφω και επιστρέφω αμέσως.

ΠΑΤΕΡΑΣ

Γιατί τόση βιασύνη; Δεν είναι μόνο η υπογραφή. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να προκύψει όταν κάνεις μια συμφωνία. Μπορεί να παρουσιαστεί κάποιο εμπόδιο. Κρατήσαμε μυστικές τις κινήσεις μας μέχρι τώρα. Όμως η παρουσία σου ξαφνικά εκεί δεν θα περάσει απαρατήρητη. Όλο και κάποιος θα βρεθεί που θα αρχίσει να σκαλίζει τα πράγματα.  Εκεί τα νέα κυκλοφορούν γρήγορα. Πιστεύεις πως οι χωρικοί δεν θα αντιδράσουν αν μάθουν τι πρόκειται να γίνει;

ΠΑΥΛΟΣ

Τι τους νοιάζει αυτούς, γιατί να ανακατευτούν;

ΠΑΤΕΡΑΣ

Αν ήξερες αυτούς τους ανθρώπους, δεν θα έκανες αυτή την ερώτηση.

ΠΑΥΛΟΣ

 Ο Δήμαρχός τους πάντως εξαγοράστηκε και μάλιστα με λιγότερα από όσα υπολογίζαμε.

ΠΑΤΕΡΑΣ

Δυστυχώς δεν είναι όλοι σαν το Δήμαρχο. Πρέπει να βρεις άλλον τρόπο να τους πάρεις με το μέρος σου.

ΠΑΥΛΟΣ

Τι άλλο μπορώ να κάνω;

ΠΑΤΕΡΑΣ

Να τους πείσεις πως ό,τι είναι να γίνει είναι για το καλό τους. Θα τους πεις ότι οι νέοι θα βρούνε δουλειά και η ότι περιοχή θα αναπτυχθεί.

Μικρή παύση

Τι με κοιτάζεις; Τα περιμένεις όλα από μένα. Τόσα χρόνια πλήρωνα για τις σπουδές σου, στα καλύτερα Πανεπιστήμια. Τίποτα δεν σου έμαθαν εκεί, μόνο θεωρίες;

ΠΑΥΛΟΣ

Μην ανησυχείς, δεν θα σε απογοητεύσω, αν και δεν νομίζω ότι εδώ θα δείξω τις ικανότητές μου. Ελπίζω σε κάτι μεγαλύτερο!

ΠΑΤΕΡΑΣ

Θα δούμε. Δεν είμαι πολύ σίγουρος. Εν πάση περιπτώσει, ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα!

ΠΑΥΛΟΣ

Πάντα ήμουν λίγος για σένα, ό,τι κι αν έκανα ποτέ δεν ήταν αρκετό, έτσι δεν είναι;

ΠΑΤΕΡΑΣ

Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή γι’ αυτή τη συζήτηση. Θα τα πούμε με την επιστροφή σου. Τώρα να με συγχωρείς αλλά έχω κάτι επείγον να ετοιμάσω.

ΠΑΥΛΟΣ

Όπως νομίζεις πατέρα, εξάλλου έχω αργήσει κι εγώ.

ΣΚΟΤΑΔΙ

ΠΕΜΠΤΗ ΕΙΚΟΝΑ

Το μεσημέρι της επόμενης μέρας. Η Μαριάνθη έχει πάει στο χαμάμ. Φωτογραφίζει μια παρέα από νέες κοπέλες που κάνουν το λουτρό τους. Ξαφνικά ακούγεται ένας χτύπος στην πόρτα.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Βγαίνει για να δει ποιος είναι. Βλέπει το Μπάρμπα-Μανώλη.

Χρειάζεστε κάτι;

ΜΠΑΡΜΠΑ-ΜΑΝΩΛΗΣ

Νεύει θετικά.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Θέλετε να σας φέρω κάτι;

ΜΠΑΡΜΠΑ-ΜΑΝΩΛΗΣ

Νεύει αρνητικά, την πλησιάζει, βγάζει από την τσέπη του γιλέκου του μια φωτογραφία και της τη δείχνει.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Μικρή Παύση

Αυτό το κορίτσι μου μοιάζει εκπληκτικά! Ποια είναι;

ΣΚΟΤΑΔΙ

Στο πίσω μέρος της σκηνής εμφανίζεται το κάδρο μιας τεράστιας φωτογραφίας. Είναι η ίδια που κρατά ο Μπάρμπα-Μανώλης. Στο κέντρο της φωτογραφίας μια έφηβη ποζάρει χαμογελαστή. Προχωρά ένα βήμα και βγαίνει από το κάδρο. Μπροστά στη σκηνή βρίσκεται η Μαριάνθη. Στέκονται η μια απέναντι στην άλλη. Σιωπή. Το κορίτσι βγάζει τα παπούτσια του  και τα δίνει στη Μαριάνθη.

ΣΚΟΤΑΔΙ

Τα φώτα ανάβουν σιγά-σιγά. Στη σκηνή ο Μπάρμπα-Μανώλης και η Μαριάνθη που κρατά ένα κουτί .

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Λυπάμαι που χάσατε την κόρη σας.

Μικρή παύση

Αλλά, γιατί δίνετε σ’ εμένα τα παπούτσια της;

ΜΠΑΡΜΠΑ-ΜΑΝΩΛΗΣ

Της δείχνει ξανά τη φωτογραφία. Το βλέμμα του είναι σπαρακτικό.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Κρατά το κουτί σφιχτά στην αγκαλιά της και ξαναμπαίνει στο χαμάμ.

ΣΚΟΤΑΔΙ

ΧΟΡΟΣ

Ξύπνησε το τέρας και ζητάει

θέλει να πετάξει

θέλει να φύγει

να δει, ν’ ακούσει

να λουφάξει

και να γκρεμιστεί.

ΚΟΡΥΦΑΙΑ

Με πολεμάει νύχτα μέρα.

Με υπνωτίζει. Ύστερα

με σπρώχνει απότομα

μου λέει ξύπνα ή πέθανε

μου δένει χέρια πόδια με σκοινιά

με κάνει μαριονέτα

και με παίζει.

ΧΟΡΟΣ

Τα φώτα σβήνουν.

Τώρα θα δείτε μια παράσταση.

Υπόκλιση

βλέμμα μπροστά

τα χέρια απλωμένα.

Ένα ποτάμι κυλάει στη σκηνή

νερό παντού

η μαριονέτα βαδίζει τώρα

πάνω στο νερό.

Το ρεύμα κυλάει.

Το ρεύμα ζει.

Η μαριονέτα πέφτει.

ΣΚΟΤΑΔΙ

EKTH ΕΙΚΟΝΑ

Την ίδια ώρα στο σπίτι του Άλκη. Ο Άλκης τακτοποιεί τη συλλογή του πάνω στο τραπέζι και ο Σταμάτης τον παρατηρεί.

ΑΛΚΗΣ

Κάθε βράδυ, αφού κλείσει το χαμάμ πηγαίνει στο ποτάμι. Τον είδαν εκεί πολλές φορές. Κάποιος είπε πως κάποτε τον άκουσε να μιλάει. Στη Φιλιώ. Της έλεγε «πρόσεχε παιδί μου, είναι κρύο το νερό, θα παγώσεις». Ποτέ δεν έπαψα να σκέφτομαι αυτό που έγινε και πόσο κακό έφερε εκείνο το ηλίθιο παιχνίδι μας.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Όσο και να το σκέφτεσαι δεν αλλάζει τίποτα. Καλύτερα να το ξεχάσεις. Εγώ το είχα ξεχάσει. 

Μικρή παύση

Μέχρι που γνώρισα τη Μαριάνθη.

ΑΛΚΗΣ

Πως το αντέχεις, είναι ολόιδιες! Η Φιλιώ γυναίκα. Ήσουν ερωτευμένος μαζί της τότε, έτσι δεν είναι;

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Εγώ; 

Σιωπή

Δε φταίγαμε εμείς. Θυμήσου που λέγαμε στον Παύλο να σταματήσει. «Έλα τώρα φίλε, φτάνει. Φτάνει πια. Δώσ’  της τα.» αλλά αυτός δε σταματούσε. Εκείνη όρμησε πάνω του να τα αρπάξει και τότε αυτός έκανε πως τα πετάει στο ποτάμι. Η Φιλιώ νόμισε πως τα πέταξε στ’ αλήθεια, βούτηξε και…

ΑΛΚΗΣ

Και αυτό ήταν. Έπεσε με δύναμη και έμεινε εκεί. Ακίνητη μέσα στο νερό.

Παύση

Εγώ το ξεκίνησα, εγώ είπα «θέλετε να παίξουμε λίγο, θέλετε να της τα πάρουμε;»

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Κι εγώ μπήκα αμέσως στο παιχνίδι. Έτρεξα και τα πήρα. Η Φιλιώ βγήκε απ’ το χαμάμ και μας είδε. Ήρθε κοντά μου και μου ζήτησε να της τα δώσω. Τα πέταξα στον Παύλο. Αυτός κρατούσε τα παπούτσια από τα κορδόνια. Τα κουνούσε πέρα-δώθε. Εσύ είπες «Έλα, κόφτο τώρα. Φτάνει». Αλλά αυτός άρχισε να τρέχει.  Εμείς από κοντά του και η Φιλιώ πίσω μας. Να τρέχει κι αυτή. Ξυπόλυτη. Μέχρι που φτάσαμε στο ποτάμι.

ΣΚΟΤΑΔΙ

ΕΒΔΟΜΗ ΕΙΚΟΝΑ

Το απόγευμα της ίδιας μέρας. Στο χαμάμ συναντιούνται ο Άλκης, ο Σταμάτης, η Μαριάνθη  και ο Παύλος. Ο Μπάρμπα-Μανώλης κάθεται στη γωνιά του και καπνίζει την πίπα του. Σε ένα εμφανές σημείο είναι τοποθετημένο το κουτί με τα παπούτσια.

ΠΑΥΛΟΣ

Καλή η ιδέα σου Άλκη να βρεθούμε εδώ. Η παλιά παρέα.

Μικρή παύση

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Τελικά καλά έκανες και μου έδωσες την κάρτα σου.

ΠΑΥΛΟΣ

Είδες που χρειάστηκε;

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Πολλά χρόνια, ε; Πόσα να ‘ναι; Καμιά δεκαπενταριά σίγουρα.

ΠΑΥΛΟΣ

Πάνω-κάτω τόσα.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Πόσο θα μείνεις;

ΠΑΥΛΟΣ

Αυτό θα εξαρτηθεί από διάφορα πράγματα. Εσείς;

ΑΛΚΗΣ

Τα παιδιά ήρθαν για το τριήμερο. Εγώ θα μείνω λίγες μέρες ακόμα.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Ο Άλκης έρχεται πολύ συχνά εδώ. Μάλιστα σκέφτεται να επιστρέψει και να μείνει μόνιμα όταν πάρει το πτυχίο του.

ΠΑΥΛΟΣ

Και συ Σταμάτη, τι σκέφτεσαι να κάνεις;

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Δε σκέφτομαι τίποτα πια, έχω διαλέξει ήδη. Υπάρχουν κάτι μελωδίες που σου σκίζουν την καρδιά. Ε λοιπόν, αυτές θέλω να τις τραγουδάω. Αυτό διάλεξα.

ΠΑΥΛΟΣ

Έγινες τραγουδιστής; Και οι γονείς σου δεν είχαν αντίρρηση;

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Η μάνα μου θες να πεις, γιατί τον πατέρα μας τον χάσαμε, πάνε χρόνια τώρα.

ΠΑΥΛΟΣ

Ναι, τη θυμάμαι τη μητέρα σου, ήταν …

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Διακόπτει

Η μάνα μου είναι καθαρίστρια.

Μικρή παύση

Μετά τη δουλειά θυμάμαι μπάλωνε τις κάλτσες μας και πότε-πότε μας έραβε κανένα ρούχο. Άμα είχε ύφασμα. Από το τίποτα έφτιαχνε απίθανα πράγματα. Την έφαγε όμως ο κουβάς και τα πέρα-δώθε. Αυτά ποιος τα ξέρει… Καμάρωνε για μένα και έλεγε «Εσύ παιδί μου θ’ ανέβεις σκαλοπάτι, θα σε μάθει ο κόσμος για τη φωνή σου, δε ζει αυτή η φωνή κρυμμένη. Άντε, μη φοβάσαι, προχώρα.» Και μου ‘δινε το σήμα να πιάσω ένα τραγούδι, να ησυχάσω την κούρασή της.

Όχι, δεν είχε αντίρρηση η μάνα μου.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Αναπολώντας

Όχι μόνο δε σε εμπόδισε αλλά σε έσπρωξε θα έλεγα προς τα εκεί, όπως και μένα η δικιά μου… Μ’ άφησε να πέσω με τα μούτρα στη φωτογραφία, αφού η καημένη μ’ έβλεπε με τις ώρες να περιμένω, με τη μηχανή στα χέρια, να κρυφτεί ο ήλιος πίσω από κάτι πολύ μικρά σύννεφα… Εγώ ήθελα –έτσι της είπα μια φορά- να αιχμαλωτίσω τη μελαγχολία, σουρούπωνε κιόλας… Και πάντα επιθυμούσα να τις δει ο κόσμος, γιατί σκεφτόμουν, πίστευα, ακόμα το πιστεύω, ότι θα του κάνει καλό…

Παύση

 Αλήθεια Παύλο, πιστεύεις ότι ένα εργοστάσιο θα κάνει καλό στην περιοχή; Έχω διαβάσει γι’ αυτό στις εφημερίδες. Γι’ αυτό δεν ήρθες;

ΠΑΥΛΟΣ

Ναι, γι’ αυτό.

ΑΛΚΗΣ

Τι πρόκειται να γίνει;

ΠΑΥΛΟΣ

Τι θες να μάθεις;

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Μα στ’ αλήθεια σκέφτεστε να κάνετε εργοστάσιο δίπλα στο ποτάμι;

ΠΑΥΛΟΣ

Είναι το πιο κατάλληλο μέρος.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Μπουκάλια, μπουκάλια, μπουκάλια. Θα έρχομαι να φωτογραφίζω πλαστικά μπουκάλια.

Μικρή παύση

Γιατί είναι το ποιο κατάλληλο;

ΠΑΥΛΟΣ

Πρώτα απ’ όλα, ένα εργοστάσιο εμφιάλωσης νερού δεν μπορεί παρά να γίνει κοντά σε ένα μέρος όπου υπάρχει πολύ νερό. Εξάλλου, τα χωράφια στη γύρω περιοχή ανήκουν ήδη στον πατέρα μου. Δε μας λείπει παρά μια μικρή έκταση για να πληρούμε τις προδιαγραφές.

ΑΛΚΗΣ

Και αυτή η έκταση περιλαμβάνει το χαμάμ και ένα κομμάτι από το δάσος, έτσι δεν είναι;

ΠΑΥΛΟΣ

Ναι. Ο πατέρας μου πιστεύει πως θα είναι καλό για τον τόπο. Την ίδια άποψη έχω κι εγώ Μαριάνθη.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Ο πατέρας σου βρίσκεται τώρα στο χωριό;

ΠΑΥΛΟΣ

Όχι. Οποιαδήποτε μετακίνηση είναι δύσκολη γι’ αυτόν. Είναι παράλυτος.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Από ατύχημα;

ΠΑΥΛΟΣ

Όχι, δεν ήταν ατύχημα.

Παύση

Είχαμε ένα τεράστιο οικόπεδο και ο Δήμος ήθελε να το πάρει για να κάνει εκεί σχολείο. Ο πατέρας μου δεν ήθελε να το δώσει, είχε άλλα σχέδια. Ήθελε να χτίσει εκεί μια οικοδομή και να κάνει ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο. Όταν έμαθε ότι ήθελαν να του το πάρουν, άρχισε να χτίζει. Το κράτησε, με νύχια και με δόντια. Λάδωσε τους πάντες, υπαλλήλους, προϊσταμένους, Υπουργούς… Αγωνίστηκε σκληρά και τα κατάφερε, αλλά αρρώστησε βαριά τότε. Παρέλυσαν τα πόδια του, στα καλά καθούμενα. Οι γιατροί δεν μπορούσαν να βρουν τι φταίει, εμείς όμως ξέραμε, ήταν από τη στεναχώρια του. Τώρα κινείται με αναπηρικό καροτσάκι, αλλά οι επιχειρήσεις πάνε καλά και είναι πολύ ευχαριστημένος.

Μικρή παύση

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Έχετε σκεφτεί τι επιπτώσεις θα έχει το εργοστάσιο στην περιοχή; Και το χαμάμ τι θα γίνει, θα το γκρεμίσετε;

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Αυτό είναι αδιανόητο!

ΠΑΥΛΟΣ

Δεν καταλαβαίνω γιατί. Αυτή είναι η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. Έχουμε πάρει άδεια, όλα θα γίνουν νόμιμα.

ΑΛΚΗΣ

Δεν θέλεις να καταλάβεις. Λείπεις τόσα χρόνια από εδώ και ξαφνικά απαιτείς να γίνει η δουλειά σου χωρίς να υπολογίσεις τίποτα. Τίποτα δεν έχει σημασία για σένα. Κανένας δεν έχει την παραμικρή ιδέα γι’ αυτό που πάτε να κάνετε.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Μα είναι φανερό, δεν τον νοιάζει ούτε το μέρος ούτε οι άνθρωποι. Από τότε ήταν έτσι, δε θυμάσαι;

ΠΑΥΛΟΣ

Στον Άλκη

Όταν κάτι μπορούμε να το βελτιώσουμε, το αλλάζουμε. Το κάνουμε να είναι χρήσιμο, για το καλό του συνόλου. Και στο κάτω-κάτω εσύ ποιος είσαι, ο εκπρόσωπος των χωριανών;

ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Πες το κι έτσι αν σου αρέσει. Ναι, αυτό είναι, ο εκπρόσωπος των χωριανών!

ΠΑΥΛΟΣ

Στο Σταμάτη

Κι εσύ ποιόν εκπροσωπείς;

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Πες μας για σένα. Μήπως σ’  έστειλαν κάτι σκοτεινά πλάσματα που σέρνονται στο έδαφος με τις κοιλιές τους;

ΠΑΥΛΟΣ

Δεν σε καταλαβαίνω.

ΑΛΚΗΣ

Αρκεί, ως εδώ.

Στον Παύλο

Και σαν εκπρόσωπος των χωριανών, θα τους ενημερώσω με κάθε λεπτομέρεια αύριο κιόλας.

ΠΑΥΛΟΣ

Ό, τι και να κάνεις, είναι πια πολύ αργά.

Μένουν όλοι για λίγο σιωπηλοί και ακίνητοι. Έχει αρχίσει να νυχτώνει. Η Μαριάνθη σηκώνει το κουτί και προχωρά κρατώντας το. Ο Μπάρμπα-Μανώλης σηκώνεται, πλησιάζει τη Μαριάνθη, ανοίγει το κουτί, βγάζει από μέσα ένα ζευγάρι κοριτσίστικα παπούτσια και τα δίνει στον Παύλο. Όλοι παγώνουν. Ο Παύλος σφίγγει τα παπούτσια στην αγκαλιά του και φεύγει τρέχοντας. Ο Σταμάτης και ο Άλκης τρέχουν πίσω από τον Παύλο. Η Μαριάνθη, πολύ ταραγμένη, τους ακολουθεί. Ο Μπάρμπα-Μανώλης σωριάζεται στο έδαφος.

ΟΓΔΟΗ ΕΙΚΟΝΑ

Ο Παύλος μπαίνει λαχανιασμένος στο χαμάμ. Βρίσκει το Μπάρμπα-Μανώλη πεσμένο στο πάτωμα. Πηγαίνει κοντά του, προσπαθεί να τον σηκώσει  και διαπιστώνει ότι είναι νεκρός. Τον αφήνει από τα χέρια του και ξεσπά σιωπηλά σε λυγμούς.

Απλώς κατέβηκα στο ποτάμι τρέχοντας.

Ήθελα να τα ξεφορτωθώ, μια και καλή.

Πάντα με ανατρίχιαζε αυτό το πράσινο χρώμα, δεν άντεχα να τα βλέπω

αυτά τα πράσινα παπούτσια.

Ήθελα να τα ξεφορτωθώ.

Τότε ήταν ένα αστείο, αλλά τώρα αυτό το πράσινο με ανατριχιάζει.

Είπα να τελειώνουμε μ’ αυτό…

Δε φταίω εγώ, απλώς τα πέταξα μες το ποτάμι.

Ο άλλος, ο Άλκης, μου φώναζε να σταματήσω και ήρθε καταπάνω μου

μ’ ορμή λιονταριού και με μια κραυγή τέτοια που μ’ έκανε να τον σπρώξω

με δύναμη και να τον ρίξω με τα μούτρα στο χώμα.

Αυτός προσπάθησε να πιαστεί από ένα δέντρο και να σκαρφαλώσει την πλαγιά.

Την ίδια στιγμή πέταξα τα παπούτσια στο νερό, ούτε που έβλεπα παραπέρα,          

πήχτρα σκοτάδι, μόνο άκουγα την άλλη, τη Μαριάνθη – πως άντεχε να τη βλέπει;

Τόσο όμοιες!- να ουρλιάζει: «μην πέφτεις, Σταμάτη, μην πέφτεις, γύρνα πίσω! Άφησέ τα, παράτα τα, Άλκη, που είσαι;» Έκλαιγε και φώναζε μαζί, την άκουγα για ώρα.

Είχα τη φωνή της στ’ αυτιά μου καθώς έτρεχα να φύγω μακριά τους.

Δεν είχε κανένα νόημα να μείνω.

Τα ξεφορτώθηκα μια και καλή τώρα πια. Δεν έφταιγα εγώ, ένα παιχνίδι ήταν τότε

και τώρα τέλειωσε, απλώς ήθελα να τα ξεφορτωθώ. Αυτό είναι όλο.

Παύση

Αύριο μπαίνει λουκέτο εδώ. Αύριο κιόλας… Πολύ γρήγορα ήρθε…

Ξεσπάει σιωπηλά σε λυγμούς.

ΣΚΟΤΑΔΙ

ΕΝΑΤΗ ΕΙΚΟΝΑ

ΧΟΡΟΣ

Θρηνεί

Ποτάμι κρυσταλλένιο

ποτάμι βουερό

με τα νερά σου πήρες

το ήθελαν οι μοίρες

εκείνον που αγαπώ.

Σαν πέφτει το σκοτάδι

στην όχθη σου έρχομαι

και σε παρακαλώ

να μου τον ξαναφέρεις.

Απ’ τα νερά σου βρέχομαι

και πίσω δε γυρνώ.

Ποτάμι κρυσταλλένιο

ποτάμι βουερό

σαν πέφτει το σκοτάδι

ανοίγει η πόρτα του Άδη

και βγαίνει η αγάπη μου

μέσα από το νερό.

Σαν τ’ ασημί φεγγάρι

αστράφτει η αγάπη μου

με παίρνει απ’ το χέρι

στα χείλη τον φιλώ.

Απ’ τα νερά σου βρέχομαι

και πίσω δε γυρνώ.

ΣΚΟΤΑΔΙ

ΔΕΚΑΤΗ ΕΙΚΟΝΑ

Ο Παύλος και ο πατέρας του στο γραφείο τους στο κέντρο της πόλης.

ΠΑΤΕΡΑΣ

Τι νέα μου φέρνεις; Πως πήγε η συνάντηση με το Δήμαρχο;

ΠΑΥΛΟΣ

Όλα καλά, κανένα πρόβλημα. Όσο για το χαμάμ, μπήκε λουκέτο χθες πρωί-πρωί χωρίς καμία καθυστέρηση.

Μικρή παύση

Αλλά δε μου είπες, τι σκέφτεσαι να κάνουμε μ’ αυτό το θέμα.

Κατεδάφιση;

ΠΑΤΕΡΑΣ

Έμαθα ότι ο φύλακας του χαμάμ πέθανε εκεί μέσα. Τον θυμάμαι τον κυρ-Μανώλη, ήταν λίγο μεγαλύτερός μου.

ΠΑΥΛΟΣ

Από ανακοπή πήγε, ξαφνικά.

Μικρή παύση

Εγώ τον βρήκα και ειδοποίησα.

ΠΑΤΕΡΑΣ

Τι περίεργη σύμπτωση όμως.

ΠΑΥΛΟΣ

Τι εννοείς;

ΠΑΤΕΡΑΣ

Ε, να, συνέβη μια μέρα πριν.

ΠΑΥΛΟΣ

Και λοιπόν, τι μ’ αυτό;

ΠΑΤΕΡΑΣ

Δεν ξέρω, έτσι απλώς το σχολιάζω.

ΠΑΥΛΟΣ

Τέλος πάντων, θα μου πεις για το χαμάμ, τι μέλλει γενέσθαι;

ΠΑΤΕΡΑΣ

Δεν έχω καταλήξει ακόμα, το πιο πιθανό είναι να κατεδαφιστεί.

Μικρή παύση

Έμαθα και για μια μικρή συγκέντρωση των χωρικών έξω από το Δημαρχείο, κάποιος τους τα είπε όλα χαρτί και καλαμάρι, ένας φοιτητής μου είπαν…

ΠΑΥΛΟΣ

Ε, ναι, ψιλά γράμματα όμως γιατί ο Δήμαρχος έβγαλε έναν υπέροχο λόγο για την ανάπτυξη του τόπου και τις νέες θέσεις εργασίας, οπότε τους καθησύχασε. Όλα καλά, προχωράμε!

ΠΑΤΕΡΑΣ

Μάλιστα, ενδιαφέρον, η αποστολή εξετελέσθη επιτυχώς. Εύγε!

ΠΑΥΛΟΣ
Ευχαριστώ.

ΠΑΤΕΡΑΣ

Αύριο έχουμε διοικητικό συμβούλιο, θέλω να είσαι οπωσδήποτε παρόν.

ΠΑΥΛΟΣ

Ό, τι πεις, τώρα μπορώ να πηγαίνω; Έχω ένα ραντεβού.

ΠΑΤΕΡΑΣ

Ναι, βέβαια… Α, και κάτι τελευταίο…

ΠΑΥΛΟΣ

Σ’ ακούω.

ΠΑΤΕΡΑΣ

Έμαθα ότι θα γίνει και δεύτερη κηδεία στο χωριό. Δεν το ξέρεις; Ένας νέος άντρας πνίγηκε στο ποτάμι… για την ακρίβεια τον βρήκαν με το πρόσωπο κομματιασμένο, κανείς δεν ξέρει πως έγινε…

ΠΑΥΛΟΣ

Παύση

Ναι, το ξέρω. Ήταν παιδικός μου φίλος. Τότε, παλιά, που πηγαίναμε εκεί τα καλοκαίρια… Έχουμε να πούμε κάτι άλλο;

ΠΑΤΕΡΑΣ

Πως τον έλεγαν;

ΠΑΥΛΟΣ

Σταμάτη. Επίθετο δε θυμάμαι. Δεν είχαμε ποτέ καμιά επαφή από τότε.

Μικρή παύση

Θα τα πούμε αύριο πατέρα.

ΣΚΟΤΑΔΙ

ΧΟΡΟΣ

Τώρα βλέπω τους άντρες μας

ξέπνοους να παλεύουν

για να σώσουν

ό,τι έχει απομείνει ζωντανό.

Άγρια τα πρόσωπά τους.

Τα ρούχα κρέμονται από πάνω τους

κοιτάξτε τους

σκιάχτρα ζωντανά!

ΚΟΡΥΦΑΙΑ

Μαύρα πουλιά

ακολουθούνε τη ματιά τους

και κράζουν

με παραδείσια φωνή:

«καταστροφή».

Του ήλιου τις σκιές

σκοτώνουν ενωμένοι

πνίγουν τον κρότο της συμφοράς

αγκαλιασμένοι κατεβαίνουν

στο ποτάμι το βαθύ.

Πρόχειρες βάρκες φτιάχνουν

και τις γλιστρούν αργά

στα βρώμικα νερά.

Στέλνουν μακριά

όσους ακόμα ανασαίνουν

στη ρημαγμένη ετούτη γη.

ΧΟΡΟΣ

Φιγαλεία, τώρα πονώ μαζί σου.

Σε μια στιγμή σε έχασα

κι ούτε που φανταζόμουν

ότι απ’ αυτό που χθες

ήταν κατώφλι του σπιτιού μου

σήμερα θ’ αντικρύζω

φλόγες, στάχτες, ερείπια

και σιωπή.

ΣΚΟΤΑΔΙ

ΕΝΔΕΚΑΤΗ ΕΙΚΟΝΑ

Δέκα χρόνια μετά. Στο σπίτι του Άλκη. Ο Άλκης και η Μαριάνθη τακτοποιούν προσεκτικά τη συλλογή των εντόμων πάνω στο τραπέζι.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Ο αέρας είναι γεμάτος στάχτη.

ΑΛΚΗΣ

Έλα, πιες λίγο νερό, μας έμεινε λίγο καθαρό νερό ακόμα.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Να πάρουμε κι άλλο από το ποτάμι.

ΑΛΚΗΣ

Το ποτάμι είναι γεμάτο ψόφια ζώα και απόβλητα. Όμως επιπλέουν αμέτρητα πλαστικά μπουκάλια. Ένας θεός ξέρει πως κατάφερα να ψαρέψω δυο τρία από αυτά.

Μικρή παύση

Όσοι απόμειναν κατεβαίνουν στο ποτάμι και γλιστράν πάνω σε πρόχειρες σχεδίες για να φύγουν… Όπου τους βγάλει…

Είδα και τον Παύλο, καθόταν πάνω σε μια κοτρόνα, μες στα ερείπια, έτσι, ασάλευτος και βουβός.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Θέλω να φύγουμε. Αλλά δεν έχω τη δύναμη να περπατήσω. Είδες αν έχει έρθει βοήθεια;

ΑΛΚΗΣ

Δεν είδα τίποτα. Βοήθεια από πουθενά. Μόνο ερείπια είδα, ξανά, αποκαΐδια και κούτσουρα.

Μικρή παύση

Αν σε σήκωνα στην αγκαλιά μου τι λες, θα τα κατάφερνες;

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Σε πυρετώδη κατάσταση

Ναι, θα τα κατάφερνα, αλλά που να πάμε, υπάρχει ένα μέρος που θα μπορούσε να μας δεχτεί; Τι γίνεται εκεί έξω; Που να πάμε; Κανείς δεν ψάχνει για μας… Από μια μικρή ανάφλεξη ξεκίνησε το κακό και ακολούθησαν αμέτρητες εκρήξεις, συντονισμένα θαρρείς, παντού, διάσπαση, αστερόσκονη… Μέχρι που απλώνεται τώρα το σκοτάδι; Κανείς δεν ξέρει, κανείς δε μας γυρεύει, δε μας χρειάζονται, θα φωτογραφίζω συνέχεια πλαστικά μπουκάλια, αλήθεια, μήπως είδες τη μηχανή μου; Που είναι…; Και μετά θα στείλω τις φωτογραφίες εκεί που πρέπει να αποσταλούν. Θα τις πάρει η Νέδα, το ποτάμι μας και όλα θα επιπλέουν μαζί: μπουκάλια, ψοφίμια, άνθρωποι, κούτσουρα, φωτογραφίες… Θα επιπλέουν και ίσως κάποτε, κάπου να φτάσουν. Ή, δίχως προορισμό, θα πλέουν αέναα… ή σαπισμένα θα λιώνουν στις ξερές όχθες ή…

ΑΛΚΗΣ

Την παίρνει από το χέρι και την οδηγεί στο τραπέζι.

Έλα, ας περιμένουμε λίγο ακόμη εδώ, θα αντέξουμε, θα ζήσουμε με ότι μας απέμεινε κι ύστερα βλέπουμε.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Μικρή παύση

Να στρώσω το τραπέζι;

Μικρή παύση

Πόσα μπορούμε να φάμε;

ΑΛΚΗΣ

Όχι περισσότερα από δύο.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Ξεχωρίζει μερικά έντομα από το τραπέζι και τοποθετεί δύο από αυτά μπροστά στον Άλκη και άλλα δύο μπροστά της.

ΑΛΚΗΣ

Πάντα πίστευα ότι γίνεσαι αυτό που τρως. Έτσι γλυκιά μου φρόντισα για το μέλλον μας. Θα γίνουμε χρωματιστές πεταλούδες ή διάφανες πυγολαμπίδες -ποιος ξέρει- και θα ταξιδεύουμε, δε θα φοβόμαστε πια.

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

Του χαμογελά τρυφερά. Κάθονται στο τραπέζι για να γευματίσουν.

ΣΚΟΤΑΔΙ

ΔΩΔΕΚΑΤΗ ΕΙΚΟΝΑ

Ο Άλκης καθισμένος πάνω σε μια μεγάλη πέτρα, σ’ έναν τόπο ρημαγμένο.

ΑΛΚΗΣ

Έχω… Όχι. Είχα. Είχα μια τεράστια συλλογή από έντομα… Τα φάγαμε τα περισσότερα. Εντάξει, όλα. Τι σημασία έχει πια… Ήταν ό,τι μας είχε απομείνει… Απλώς, έκλεινα τα μάτια μου και τα ‘τρωγα… Πεταλούδες,  σκαθάρια, ακρίδες, λιβελούλες, αλογάκια της παναγίας, τζιτζίκια, μέλισσες… Χρόνια ολόκληρα τα μάζευα, από πιτσιρίκι είχα μάθει να τα αιχμαλωτίζω, να τα διατηρώ και να τα αυξάνω… Μετά μπήκα στη Σχολή, στο Τμήμα της Βιολογίας. Συνέχισα με μανία να τα μαζεύω, εμπλούτιζα τη συλλογή μου συνεχώς… Οι φίλοι μου μ’ έψαχναν στα βουνά και στα λαγκάδια. Χαμένος… Συνήθως μ’ έβρισκαν ξαπλωμένο κάτω από κάποιο δέντρο, να παρατηρώ τόσες δα, ελάχιστες υπάρξεις. Άλλες φορές, άνοιξη, να τρέχω σ’ ένα λειβάδι, προσπαθώντας να πιάσω κάποιο σπάνιο είδος πεταλούδας… Εκείνη με τα διάφανα φτερά… Τα διάφανα…

Η Μαριάνθη δεν άντεξε, πέθανε στο δρόμο, στην αγκαλιά μου πέθανε… Εγώ δεν ξέρω τι θα κάνω… Δεν ξέρω… Μόλις τελείωσα τη Σχολή παντρευτήκαμε με τη Μαριάνθη και μείναμε εδώ, δεν φύγαμε ποτέ ξανά από τότε που… Τα τραγούδια του Σταμάτη τα μαζέψαμε όλα, τα έχω κρατήσει, πάντα τα κρατάω μαζί μου, δεν ξέρω γιατί, τι θα τα κάνω αλήθεια…

Όσο στενά και τα παρακολουθείς, τα έντομα έχουν μια ιδιότητα, μαγική θα έλεγα. Εξαφανίζονται στη στιγμή, είναι πιο γρήγορα απ’ το βλέμμα σου… Που να ξέρω για ποιόν λόγο τα μάζευα, έτσι,  δεν ξέρω. Μετατοπίζονται και μεταμορφώνονται, ίσως γι’ αυτό… Αυτή η συμπυκνωμένη ενέργεια, η ζωή μέσα σε κάτι πολύ μικρό, που να ξέρω πια… Το εργοστάσιο έγινε αποκαΐδια… Το χαμάμ στοίχειωσε… Αλλά  στέκεται ακόμα.

Το φως τρυπώνει και φωτίζει χίλιες δυο λεπτομέρειες… Κατεβαίνω στο ποτάμι, πάω, πάω  κάτω τώρα λέω, στο ποτάμι…

ΣΚΟΤΑΔΙ

ΔΈΣΠΟΙΝΑ  ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΎ-ΕΙΡΉΝΗ ΚΑΛΑΝΤΖΉ 

Το www.theaterinfo.gr είναι ένα website αφιερωμένο στο θέατρο. Τα πάντα για το ελληνικό και το παγκόσμιο θέατρο, μια δημιουργία του www.internetinfo.gr.

INTERNETINFO © ΘΕΑΤΡΟ INFO.GR