Θέατρο Info.gr . Τα πάντα για το θέατρο.

Ανεπιθύμητος

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ - ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
Πλωτάρχου Μπλέσσα 7
ΠΕΙΡΑΙΑΣ 185 34
e-mail: georgiadistheatroyahoo.gr
ΤΗΛ. 210-4136673 κιν. 6936915300

ΓΙΑΝΝΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ

ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΟΣ

Σε δύο μέρη και πέντε εικόνες

Πρόσωπα
ΠΑΥΛΟΣ 45 χρονών
ΟΔΥΣΣΕΑΣ Αδερφός του 50 χρονών
ΙΣΜΗΝΗ 35 χρονών
ΜΠΕΜΠΑ 40 χρονών
ΥΠΗΡΕΤΗΣ Γέρος

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΕΙΚΟΝΑ ΠΡΩΤΗ

(Σάλα παλιού αρχοντικού. Στο βάθος προθάλαμος. Σκάλα από τον προθάλαμο οδηγεί στο πάνω πάτωμα και στο ισόγειο. Ανοίγματα δεξιά και αριστερά οδηγούν σε δωμάτια. Παράθυρα στο βάθος δείχνουν τον κήπο. Έπιπλα εποχής. Φωτογραφίες προγόνων, πίνακες και ταπισερί στολίζουν τους τοίχους. Όλα δίνουν την αίσθηση μιας χαμένης εποχής που κάποιοι επιμένουν να την συντηρούν.
Ο Παύλος είναι στραμμένος στην πόρτα του υπνοδωματίου της μητέρας του, ντυμένος άψογα με σκούρο κουστούμι και ύφος σοβαρό, στέκει εκεί απορροφημένος από τις σκέψεις του. Σε λίγο ανεβαίνει την σκάλα η Ισμήνη, νέα γυναίκα 35 χρονών με γλυκό πρόσωπο. Μιλάει αργά και ευγενικά, η συμπεριφορά της δείχνει άτομο με μόρφωση και αγωγή. Σταματάει στην είσοδο και τον παρακολουθεί. Ο Παύλος την αντιλαμβάνεται).

ΠΑΥΛΟΣ: Θέλεις κάτι να μου πεις;
ΙΣΜΗΝΗ (Ξαφνιάζεται): Όχι… Πότε ήρθες;
ΠΑΥΛΟΣ: Πριν λίγο, δεν βρήκα κανένα και σου τηλεφώνησα.
ΙΣΜΗΝΗ: Δεν πήγες στο δημαρχείο; Σου έχουν ετοιμάσει υποδοχή.
ΠΑΥΛΟΣ: Ήρθα κρυφά. Ήθελα να περάσω πρώτα από το σπίτι. (Κοιτάζει γύρω). Δείχνει έρημο χωρίς αυτήν.
ΙΣΜΗΝΗ: Σε αγαπούσε πολύ η μαμά σου.
ΠΑΥΛΟΣ: Σε ευχαριστώ που στάθηκες δίπλα της στις τελευταίες στιγμές της.
ΙΣΜΗΝΗ: Το ήθελα πολύ, η μητέρα σου ήταν σπουδαίος άνθρωπος.
ΠΑΥΛΟΣ (Συγκρατεί έναν λυγμό): Ήταν!... Τώρα δεν είναι πια!
ΙΣΜΗΝΗ: Ήσουν το μικρό της αγόρι.
ΠΑΥΛΟΣ: Ήθελε να ελέγχει τις αποφάσεις μου. Μερικές φορές αισθανόμουν να με πνίγει η αγάπη της.
ΙΣΜΗΝΗ: Της το είπες;
ΠΑΥΛΟΣ: Όχι! Αυτό θα την πλήγωνε! Θα σου πω κάτι που μπορεί να σου φανεί αντιφατικό – από τότε που έφυγε νιώθω ανασφάλεια, νιώθω να μου λείπουν οι στοργικές της φτερούγες.
ΙΣΜΗΝΗ (Κολλάει δίπλα του): Έλα είσαι μεγάλο παιδί πια.
ΠΑΥΛΟΣ: Με κοροϊδεύεις Ισμήνη;
ΙΣΜΗΝΗ: Αισθάνεσαι να σε πνίγει και η δική μου αγάπη;
ΠΑΥΛΟΣ: Όχι βέβαια, εμείς είμαστε δύο πολύ καλοί φίλοι, σε γνωρίζω από παιδί.
ΙΣΜΗΝΗ (Τραβιέται από κοντά του ενστικτωδώς): Αυτό νομίζεις πως είμαστε;
ΠΑΥΛΟΣ: Τι άλλο;
ΙΣΜΗΝΗ: Η μητέρα σου άφησε να καταλάβω…
ΠΑΥΛΟΣ: Πως είμαστε ερωτευμένοι και πως σύντομα θα παντρευτούμε.
ΙΣΜΗΝΗ: Το είπε και σε σένα;
ΠΑΥΛΟΣ: Πολλές φορές. Έβρισκε πως είσαι το πιο κατάλληλο πρόσωπο για να γίνεις γυναίκα μου.
ΙΣΜΗΝΗ: Διαφωνούσες;
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν εναντιωνόμουν στην μητέρα. Έχω όμως κάνει ήδη ένα γάμο αποτυχημένο, δεν θα ήταν συνετό να προχωρήσω αβασάνιστα σε δεύτερο. (Ακούγονται κάποιες φωνές από έξω). Άκουσες κάτι;
ΙΣΜΗΝΗ: Έχουν μαζευτεί κάποιοι από έξω και φωνάζουν.
ΠΑΥΛΟΣ: Τι θέλουν;
ΙΣΜΗΝΗ: Δεν ξέρω.
ΠΑΥΛΟΣ: Πάω να δω.
ΙΣΜΗΝΗ: Άσ’ τους, μερικά παλιόπαιδα είναι, θα κάνουν την σκανταλιά τους και θα φύγουν.
(Παύση. Μένουν μετέωροι, παγιδευμένοι από την προηγούμενη συζήτηση).
ΙΣΜΗΝΗ (Διστακτικά): Κάτι έλεγες για γάμο!...
ΠΑΥΛΟΣ: Όχι εγώ, εσύ.
ΙΣΜΗΝΗ: Εγώ δεν θα είχα αντίρρηση να συζούμε και χωρίς γάμο, αν και αυτό θα σοκάριζε την μικρή κοινωνία του χωριού.
ΠΑΥΛΟΣ (Ενοχλημένος): Ας αλλάξουμε θέμα σε παρακαλώ, το βρίσκω άστοχο αυτήν την στιγμή…
ΙΣΜΗΝΗ: Αν σε ενοχλεί… (Παύση). Σε θεωρούσαμε όλοι παιδί θαύμα, ήσουν η ελπίδα του τόπου μας.
ΠΑΥΛΟΣ: (Χαμογελάει).
(Παύση. Η Ισμήνη τον κοιτάζει επίμονα).
ΙΣΜΗΝΗ: Αναρωτιέμαι πως ένας τόσο ανασφαλής άνθρωπος κατάφερε μέσα σε λίγα χρόνια να κάνει τόσα πολλά.
ΠΑΥΛΟΣ: Ισμήνη πάψε να ερευνάς το DNA μου.
ΙΣΜΗΝΗ: Προσπαθώ να ζωγραφίσω το πορτρέτο σου, νοιάζομαι για σένα.
ΠΑΥΛΟΣ: Και εγώ νοιάζομαι για σένα, όμως δεν σε ψάχνω σαν μικροβιολόγος.
ΙΣΜΗΝΗ: Μου κινείς την περιέργεια. Μετά τόσα χρόνια γνωριμίας παραμένεις για μένα ένα κλειστό βιβλίο!
ΠΑΥΛΟΣ: Το βλέμμα σου είναι τόσο διαπεραστικό που αισθάνομαι να με γυμνώνεις!
ΙΣΜΗΝΗ: Ντρέπεσαι;
ΠΑΥΛΟΣ: Μπορεί.
ΙΣΜΗΝΗ: Μου αρέσει αυτό.
ΠΑΥΛΟΣ: Τι σου συμβαίνει, πρώτη φορά σε βλέπω τόσο επιθετική.
ΙΣΜΗΝΗ (Παρορμητικά): Σε αγαπώ! Δεν μπορώ να κρατήσω πια τα προσχήματα. Είσαι το ίνδαλμά μου! Από παιδούλα ήσουν η μοναδική μου σκέψη. Πολλές φορές προσπάθησα να σε συγκρίνω με άλλους, να νιώσω και για αυτούς κάτι ανάλογο, δεν τα κατάφερα, στεκόσουν πολλά σκαλοπάτια ψηλότερα! Πικράθηκα τότε που παντρεύτηκες, δεν το περίμενα, μου είπαν ότι την αγαπούσες πολύ, δεν το πίστεψα, δεν ήθελα να το πιστέψω! Εσύ έφυγες… εγώ έμεινα εδώ! Περίμενα μιαν εξήγηση, έναν ξεκάθαρο λόγο! (Τον κοιτάζει επίμονα) Την αγάπησες τόσο πολύ όσο έλεγαν; Η μητέρα σου δεν μιλούσε ποτέ γι αυτό, οι άλλοι όμως μιλούσαν για μεγάλο έρωτα. Ήταν αλήθεια;… πες μου τώρα Παύλο;
ΠΑΥΛΟΣ (Έκπληκτος): Ισμήνη τι σου συμβαίνει; Μένω κατάπληκτος με όσα ακούω!
ΙΣΜΗΝΗ (Εκτός ελέγχου): Γιατί γύρισες Παύλο!… Στο διάστημα που έλειπες η πληγή είχε κλείσει!... Γιατί ξανάρθες;!…(Πέφτει στα γόνατα και τραντάζεται από τα αναφιλητά).
ΠΑΥΛΟΣ (Τρομάζει και πηγαίνει κοντά της): Σε παρακαλώ, μην το κάνεις αυτό στον εαυτό σου! (Την σηκώνει και την παίρνει στην αγκαλιά του) Έλα ηρέμησε γλυκιά μου! (Την πηγαίνει στον καναπέ). Έλα να κάτσουμε εδώ. (Κάθονται. Της χαϊδεύει τα μαλλιά). Για τίποτα στον κόσμο δεν θα ήθελα να σε πληγώσω. Σου ζητώ χίλια συγνώμη αν άθελά μου έγινα αιτία.... Είσαι ένας τόσο τρυφερός μίσχος…
ΙΣΜΗΝΗ (Απομακρύνεται από κοντά του): Ντρέπομαι!...Ντρέπομαι τόσο πολύ!...Πως το έκανα αυτό…πως μπόρεσα να χάσω τον έλεγχο;…
ΠΑΥΛΟΣ: Ας το ξεχάσουμε, ήταν μια στιγμή αδυναμίας.
ΙΣΜΗΝΗ: Φοβάμαι πως δεν θα μπορέσω να σε ξανακοιτάξω στα μάτια.
ΠΑΥΛΟΣ: Υπερβολές. Τα πράματα σύντομα θα ξαναγίνουν όπως πριν. Όλοι μας έχουμε τέτοιες στιγμές, μετά φεύγουν και χάνονται στο βάθος του χρόνου.
ΙΣΜΗΝΗ (Αφηρημένη): Φεύγουν;…
ΠΑΥΛΟΣ: Ναι φεύγουν, τίποτα δεν μένει στάσιμο.
ΙΣΜΗΝΗ (Πληγωμένη): Λέω να βγω, πρέπει να φύγω και εγώ.
ΠΑΥΛΟΣ: Να φύγεις…και να πας που;
ΙΣΜΗΝΗ: Αν με χρειαστείς ξέρεις που θα με βρεις.
ΠΑΥΛΟΣ (Πηγαίνει κοντά της και της πιάνει τα χέρια): Ισμήνη τι έπαθες;…
ΙΣΜΗΝΗ (Τινάζεται σαν να την έπιασε ηλεκτρισμός): Σε παρακαλώ μην με αγγίζεις!
ΠΑΥΛΟΣ (Τρομάζει, μένει άφωνος. Σε λίγο ψελλίζει): Ισμήνη μη φεύγεις!...
ΙΣΜΗΝΗ: Θα βγω να πάρω αέρα, πνίγομαι…(Φεύγει).
(Ο Παύλος μένει για λίγο ακίνητος κοιτώντας την που φεύγει. Από έξω ακούγονται πάλι φωνές. Η Ισμήνη έρχεται μέσα. Σε τίποτα δεν θυμίζει το πληγωμένο ζώο που ήταν πριν).
ΙΣΜΗΝΗ: Αυτοί εκεί έξω στέκουν ακόμα στην αυλόπορτα και φωνάζουν. Έχουν έρθει και από τον «σύλλογο εθνικοφρόνων».
ΠΑΥΛΟΣ (Την πλησιάζει διστακτικά): Τι θέλουν;
ΙΣΜΗΝΗ: Άκουσα κάποιον πού έλεγε «να φύγει».
ΠΑΥΛΟΣ: Ποιος;
ΙΣΜΗΝΗ: Δεν ξέρω.
ΠΑΥΛΟΣ: Εσύ πως είσαι;…
ΙΣΜΗΝΗ: Καλά, γιατί ρωτάς;
ΠΑΥΛΟΣ: Με τρόμαξες Ισμήνη.
ΙΣΜΗΝΗ: Σε τρό;…Α, λες για το περιστατικό…ανοησίες!...
ΠΑΥΛΟΣ: Χαίρομαι που το ξεπέρασες.
ΙΣΜΗΝΗ: Έτσι είμαστε εμείς οι γυναίκες, την μια στιγμή συννεφιά και την άλλη φως, άνοιξη, λιακάδα!
ΠΑΥΛΟΣ: Έτσι μπράβο, ξανα-έλαμψε το γλυκό σου προσωπάκι.
(Σιωπή. Η Ισμήνη μένει πάλι σιωπηλή).
ΙΣΜΗΝΗ (Σκεφτική): Η μητέρα σου…
ΠΑΥΛΟΣ (Ανήσυχος): Η μητέρα μου;…
ΙΣΜΗΝΗ: Θυμάμαι κάτι που ψιθύριζε όταν βρισκόταν σε λήθαργο, την άκουσε τότε και η νοσοκόμα.
ΠΑΥΛΟΣ: Τι ψιθύριζε;…
ΙΣΜΗΝΗ: Σχεδόν ψέλλιζε… Στην αρχή ακατάληπτες συλλαβές, μετά ξεκαθάρισε κάπως…
ΠΑΥΛΟΣ: Τι έλεγε;…
ΙΣΜΗΝΗ: Ένα όνομα!
ΠΑΥΛΟΣ: Όνομα; Τι όνομα;…
ΙΣΜΗΝΗ: Ένα αντρικό… «Οδυσσέα» νομίζω. Προσπαθούσε να το φωνάξει. Ήταν σαν να καλούσε κάποιον!
ΠΑΥΛΟΣ: Τον καλούσε η μαμά;…
ΙΣΜΗΝΗ: Προσπαθούσε… καθώς καιγόταν από τον πυρετό, αγωνιούσε να προφέρει τις συλλαβές, σαν να ήθελε να προλάβει κάποιον που έφευγε.
ΠΑΥΛΟΣ: Η καημένη μαμά, δεν μπόρεσε να το ξεπεράσει!
ΙΣΜΗΝΗ: Τι συμβαίνει Παύλο, ποιος κρύβεται πίσω από αυτό το όνομα; Τόσα χρόνια είμαι κοντά σας και το άκουσα για πρώτη φορά.
ΠΑΥΛΟΣ: Τριάντα πέντε χρόνια προσπαθούσε να ξεχάσει…
ΙΣΜΗΝΗ: Τότε μου φάνηκε πως δεν ήταν κάτι συνειδητό αλλά σκόρπιες συλλαβές που έβγαζε ο πυρετός.
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν ήταν λέξεις μόνο του πυρετού ήταν απομεινάρια μιας άλλης εποχής.
ΙΣΜΗΝΗ: Δεν σε καταλαβαίνω, μιλάς παράξενα.
ΠΑΥΛΟΣ: Ο Οδυσσέας Ισμήνη υπήρξε κάποτε, όμως μετά έσβησε, χάθηκε στο πέρασμα του χρόνου. Τον διέγραψε η μητέρα… για πάντα. Τράβηξε μιαν μονοκοντυλιά και τον εξαφάνισε! Ήταν σαν να μην πέρασε ποτέ από αυτόν τον κόσμο. Κανείς ποτέ δεν πρόφερε αυτό το όνομα, ήταν ένα όνομα άγνωστο, ανύπαρκτο, απαγορευτικό! Έτσι τουλάχιστον πιστεύαμε… Η μητέρα το θέλησε, αυτή επέβαλε αυτήν την ιδιότυπη σιωπή…
ΙΣΜΗΝΗ: Συγχώρεσέ με μα δεν καταλαβαίνω. Ποιος είναι αυτός ο Οδυσσέας;
ΠΑΥΛΟΣ: Ο αδερφός μου!
ΙΣΜΗΝΗ (Έκπληκτη): Έχεις αδερφό;… Αυτό είναι πολύ σπουδαίο!
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν είχε την ίδια γνώμη και η μητέρα.
ΙΣΜΗΝΗ: Και εγώ πως δεν το ήξερα; Αυτό είναι ανεξήγητο! Υπήρχε αδερφός και τόσα χρόνια το κρατούσατε μυστικό, ακόμα και από εμένα; Αμφιβάλλω αν υπάρχουν και άλλοι στην πόλη μας που να ξέρουν.
ΠΑΥΛΟΣ: Υπάρχουν!... Είναι αυτοί εκεί έξω που φωνάζουν!
ΙΣΜΗΝΗ: Έχω άδικο όταν λέω πως είσαστε ένα κλειστό βιβλίο; Φαίνεται πως πολλά πράγματα δεν γνωρίζω ακόμα και ας έζησα το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου δίπλα σας. Και που βρίσκεται τώρα ο αδερφός σου;
ΠΑΥΛΟΣ: Κάποιοι είπαν πως τον είδαν να τριγυρίζει εδώ γύρω.
ΙΣΜΗΝΗ: Εδώ στην πόλη μας;
ΠΑΥΛΟΣ: Έτσι λένε μα δεν τους πιστεύω.
ΙΣΜΗΝΗ: Αν ήταν δεν θα ερχόταν σπίτι;
ΠΑΥΛΟΣ: Είναι μια μεγάλη ιστορία. Η μαμά τον θεωρούσε σαν έναν λεκέ που λέρωνε το ιστορικό όνομα της οικογένειας.
ΙΣΜΗΝΗ: Και εσύ;…
ΠΑΥΛΟΣ: Εγώ ήμουν μικρός όταν έγιναν όλα αυτά. Το μόνο που θυμάμαι είναι πως ο Οδυσσέας ήταν ένα ατίθασο άλογο που δεν δεχόταν χαλινάρια! Την τελευταία φορά που τον είδα ήταν πριν από δέκα χρόνια, έκανε ένα γρήγορο πέρασμα από εδώ, αναστάτωσε την πόλη και χάθηκε πάλι σαν τον άνεμο.
ΙΣΜΗΝΗ: Και δεν ενδιαφέρθηκες να μάθεις;…
ΠΑΥΛΟΣ: Όπου πήγαινε δεν άφηνε ίχνη, φρόντιζε να περνάει απαρατήρητος. Την μια βρισκόταν στην Αμερική και την άλλη στην Αφρική. Ο Οδυσσέας Ισμήνη είναι ένα ξωτικό που φεύγοντας δεν αφήνει πίσω του πατημασιές, παίρνει μαζί του την σκιά του και ότι είναι χρήσιμο στους άλλους και χάνεται! Αυτό το απόστημα – όπως έλεγε τότε η μαμά – φαίνεται πως εξακολουθεί να αιμορραγεί, έρχεται στον ύπνο μας σαν εφιάλτης!
ΙΣΜΗΝΗ: Εκπλήσσομαι που μιλάς έτσι για τον αδερφό σου!
ΠΑΥΛΟΣ: Αυτός είναι ο Οδυσσέας, αυτοί είμαστε εμείς! (Παύση. Το πρόσωπό του ηρεμεί). Κι όμως αυτό το ον μπορεί και να το αγαπώ, μπορεί στα κρυφά μου όνειρα να ξαναζώ μαζί του τις αποδράσεις που κάναμε παιδιά, τα βρόμικα παιχνίδια που με ανάγκαζε να παίζω, τις φωτιές που έβαζε στα κοτέτσια της γειτονιάς.
(Παύση).
ΙΣΜΗΝΗ (Πηγαίνει κοντά του): Τι έγινε την τελευταία φορά που ήρθε ο Οδυσσέας; Έχω την αίσθηση πως κάτι δεν είπες, πως κάτι άφησες να αιωρείται.
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν έχω να πω τίποτα άλλο για την ώρα.
ΙΣΜΗΝΗ: Κι όμως διακρίνω μια σκιά στο βλέμμα σου, μια οργή όταν γίνεται λόγος για αυτόν. Τι σου έκανε ο Οδυσσέας και είσαι οργισμένος; (Παύση. Ο Παύλος μένει σιωπηλός. Η Ισμήνη προσπαθεί να μαντέψει). Ζούσες ακόμη με την γυναίκα σου εκείνη την εποχή;…
ΠΑΥΛΟΣ (Ξεσπάει): Ζούσα με την γυναίκα μου… ζούσαμε τον μεγάλο μας ερωτά, μέχρι την στιγμή που εμφανίστηκε αυτός! Από εκεί και πέρα όλα άλλαξαν. Η γυναίκα μου έγινε άλλος άνθρωπος! Μαγεύτηκε από την παρουσία του και τα παραμύθια που της σερβίριζε και δεν ξεκολλούσε από πάνω του! Κατάφερε να την ξελογιάσει και να την κάνει σκυλάκι του. Ποιος;… ένας αγροίκος αλήτης που ποτέ δεν έκανε κάτι ουσιαστικό στην ζωή του! Μέσα σε δύο μέρες που έμεινε κοντά μας την έπεισε να τον ακολουθήσει! Την πείρε και έφυγε! (Παύση). Αυτός ήταν ο Οδυσσέας! Από τότε δεν έχω νέα του. Τώρα άκουσα πως τριγυρίζει πάλι εδώ γύρω.
ΙΣΜΗΝΗ: Έτσι που μου τον περιγράφεις, μοιάζει με δαίμονα!
ΠΑΥΛΟΣ: Σε εντυπωσίασε και εσένα; Παράξενες είστε εσείς οι γυναίκες. Μόνο η μαμά δεν εντυπωσιαζόταν γιατί αυτή τον γέννησε και τον ήξερε.
ΙΣΜΗΝΗ: Κι όμως αυτή τον καλούσε.
ΠΑΥΛΟΣ: Ήταν λόγια του πυρετού, εσύ το είπες.
(Από έξω οι φωνές δυναμώνουν).
ΙΣΜΗΝΗ: Τι ζητούν αυτοί εκεί έξω; Εξήγησε μου!
ΠΑΥΛΟΣ: Πάω να τους διώξω, μετά θα φύγω για το δημαρχείο, με περιμένουν για την γιορτή.
ΙΣΜΗΝΗ: Περίμενε θα έρθω και εγώ.
(Βγαίνουν).

ΕΙΚΟΝΑ ΔΕΥΤΕΡΗ

(Σκηνικό το ίδιο. Μετά δυο ώρες. Από μακριά ακούγονται καμπάνες και μπάντες που παιανίζουν. Ακόμη κραυγές οργισμένου πλήθους που ανακατεύονται με ζήτω.
Με το άνοιγμα της αυλαίας βλέπουμε τον Γερο-υπηρέτη να έρχεται κρατώντας ένα μάτσο λουλούδια που μόλις έκοψε από τον κήπο. Είναι ένας ηλικιωμένος επαρχιώτης που φοράει λιβρέα.
Tο κεφάλι του Οδυσσέα ξεπροβάλλει από την είσοδο. Ρίχνει μια ματιά γύρω και με ένα σάλτο βρίσκεται κοντά στον Γέρο. Είναι ένας άντρας πενήντα περίπου χρονών. Μια κάπα πέφτει πάνω του σαν ράσο, φοράει σκουλαρίκια και έχει μακριά μαλλιά και γένια, η εμφάνισή του μοιάζει με εκείνη των γερασμένων ποπ τραγουδιστών που προσπαθούν να δείχνουν νέοι).

ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Γέρο!...
ΥΠΗΡΕΤΗΣ (Τρομάζει): Χριστός και Παναγιά!... Τι είσαι εσύ;…
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ο δράκος της ποταμιάς.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Τι γυρεύεις εδώ;… Πούθε μπήκες;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Από την καγκελόπορτα, ήταν ανοιχτή.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Και τι ζητάς; Δεν μένει κανένας εδώ.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Δεν μένει;… και εσύ τι είσαι;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Εγώ είμαι… Λογαριασμό θα σου δώσω;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Που πήγαν οι άλλοι;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Αυτό να μη σε νοιάζει…
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Γέρο πρόσεχε, εγώ δαγκώνω.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ (Σχεδόν κλαίγοντας): Τι ζητάς από έναν γέρο σαν και μένα άνθρωπέ μου, γιατί με τρομάζεις;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Καλά καλά, μην κάνεις έτσι, δεν θα σε φάω σήμερα, έφαγα πέντε-έξη ερχόμενος και είμαι χορτάτος. (Περιεργάζεται το χώρο). Ωραίο το σπίτι, ταχτοποιημένο και καθαρό, όπως τότε!... (Κοιτάζει έξω). Και ο κήπος, όμορφος, ζωντανός. ( Στον υπηρέτη). Σίγουρα εσύ ακόμα τα φροντίζεις.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ (Τον παρακολουθεί και προσπαθεί να καταλάβει. Υποψιασμένος): Ποιος είσαι;…
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Δεν με αναγνώρισες; Γέρασα τόσο; (Ανοίγει τα χέρια του). Είμαι ο Οδυσσέας γέρο…
ΥΠΗΡΕΤΗΣ (Χαμένος): Ποιος Δυσσέας;…Είσαι ο;…
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ο…Οδυσσέας!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Οδυσσέας;… Είσαι στα αλήθεια;… ( Κλαίει. Του πέφτουν τα λουλούδια). Δυσσέα αγόρι μου!... Ήρθες;… (Τον αγκαλιάζει).
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ήρθα γέρο μου και αυτήν την φορά λέω να μείνω.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Που να μείνεις τώρα πια;…
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Εδώ. Κοντά στην μάνα και τον αδερφό μου. Η μάνα θα είναι πολύ γριά και χρειάζεται και τα δυο παιδιά της κοντά της.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Άργησες παιδί μου!...
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Κοίταξε, δεν θα το συζητήσω μαζί σου. Αποφάσισα να μείνω και θα μείνω. Κανένας δεν μπορεί να με εμποδίσει. Εγώ είμαι ο Οδυσσέας και όταν λέω θα μείνω μένω και πάει τέλειωσε!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Άργησες σου λέω, άργησες πολύ.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Τι θα πει αυτό;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Αυτό που άκουσες.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Γέρο τι μου κρύβεις;…Πες το!...
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Η αρχόντισσα…
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Η μάνα;…
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Μας άφησε, έχει δύο χρόνια τώρα.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ (Μένει άφωνος): Τι είπες;…
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Πέθανε, απεβίωσε… πως το λέτε εσείς.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Πέθανε;…
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Τι σου λέω τόσην ώρα.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ (Πέφτει σε ένα κάθισμα): Πέθανε η γριά;… Και να το έβλεπα δεν θα το πίστευα. Φαινόταν απέθαντη! Πέθανε στ’ αλήθεια το θηρίο!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Σε αναζήτησε.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Εμένα;…
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Λίγο πριν ξεψυχήσει είπαν πως φώναζε το όνομά σου.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Πως γίνεται;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Μετά από τριάντα πέντε χρόνια σε έκραξε για πρώτη και τελευταία φορά.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: ΟΙ Ερινύες της, αυτές με έκραξαν.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Το κρατούσε μέσα της όλον αυτόν τον καιρό, αλλά αυτό την έτρωγε. Είχε όμως την δύναμη να μην το δείχνει.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Το μόνο που είχε μέσα της ήταν χολή!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Η μάνα σου ήταν αυστηρών αρχών, αλλά δίκαιη.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Αυστηρών αρχών, ήταν οικογενειακό… μας έλεγε. Έτσι ήταν και οι παππούδες μας… Έτσι είναι όλο το χωριό, λες και κάποιος φόρεσε σ’ όλους παρωπίδες για να τους περιορίσει τον ορίζοντα, για να τους κάνει στενόμυαλους. Όμως… εγώ δεν ήθελα τον θάνατό της!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Μπορεί και να σε αγαπούσε.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Μπορεί.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Εσύ όμως ήσουν αγρίμι!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Εγώ ήμουν ελεύθερος γέρο, δεν άντεχα παρωπίδες και χαλινούς! Τα στενά όρια του χωριού με πνίγανε!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Είχες τον δαίμονα μέσα σου. Δεν θα ξεχάσω τους τενεκέδες που μου κρέμαγες.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Δεν μπορούσα να σε βλέπω να έρχεσαι από την στάνη σου και να φοράς την λιβρέα.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Ήταν επιθυμία της μητέρας σου. Εγώ ήμουν ο υπηρέτης του αρχοντικού σας, του πρώτου νοικοκυριού της περιοχής.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Μύριζες καβαλίνα ρε γέρο, δεν ταίριαζαν αυτά τα δυο.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Ήταν λόγος αυτός;…
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ένα αστείο έκανα, μου την έδινε η ουρά πίσω, με σκανδάλιζε. (Τον παρατηρεί). Όμως βγάλ’ την από πάνω σου, δεν σου πάει.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Όσο μένω σε αυτό το σπίτι θα την φορώ. Ήταν επιθυμία της μακαρίτισσας.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Κοίταξε πως είσαι σαν κλόουν. Τόσα χρόνια και ακόμα δεν έμαθες να την κουμπώνεις. Και το παπιγιόν, τρομάρα σου, λες και φοράς θηλιά στον λαιμό σου.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Πάντα ο ίδιος, διόλου δεν άλλαξες. Όλο πειράγματα και σκανταλιές.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Έλα τώρα μη θυμώνεις, εγώ σε αγαπάω. (Συννεφιάζει) Η μάνα όμως έπρεπε να περιμένει, είχα να της πω πολλά! (Πετιέται πάνω). Ας είναι θα ζήσουμε και χωρίς αυτήν, μόνοι, εγώ και ο Παύλος.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Ο αδερφός σου δεν μένει πια εδώ, από τότε που πέθανε δεν πάτησε το πόδι του.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Γιατί;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Τον πείραξε πολύ ο θάνατος της αρχόντισσας.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Από παιδί ήταν έτσι, δεμένος στη βρακοζώνα της. Και ποιος μένει τώρα;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Κανένας, μόνον εγώ, έμεινα να το φροντίζω. Με ειδοποίησε όμως πως έρχεται.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ποιος;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Ο αδερφός σου.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Από πού;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Από την πρωτεύουσα, εκεί πια μένει, έγινε τώρα υπουργός. Εδώ τον προσκάλεσαν οι άρχοντες της περιοχής για την γιορτή.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Πια γιορτή;…
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Ξέχασες τι γιορτάζουμε σήμερα; Είναι η μεγαλύτερη γιορτή! Είναι η επέτειος του θανάτου του σπουδαιοτέρου ήρωος του τόπου μας. Του άρχοντα Καραβού.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ποιανού, αυτού του προσκυνημένου; Ακόμα τον γιορτάζεται μωρέ;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Η φαμελιά του ήταν το πρώτο τζάκι του τόπου μας.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Αυτός ο κοτζάμπασης ήταν συνεργάτης των τούρκων.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Ντροπή σου να ομιλείς έτσι για πρόσωπα ιερά. Αυτός που εσύ υβρίζεις ήταν συγγενής σου, αδερφός του προπάππου σου. Μαζί πολέμησαν τις ληστοσυμμορίες που έσφαζαν και έκλεβαν τους νοικοκυραίους.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Έκλεβαν τσιφλικάδες και τούρκους αγάδες. Αν ήσασταν σωστοί θα ’πρεπε γι αυτούς να γιορτάζεται σήμερα, αλλά εσείς μείνατε ακόμα στην εποχή των αγάδων.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Κρατούμε τις αρχές μας, φυλάμε τα ιερά και τα όσια του τόπου μας. Αν σ’ άκουγε η μακαρίτισσα…
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Μη μιλάς για αυτήν, άφησέ την εκεί που βρίσκεται!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Η Μάνα σου ήταν η τελευταία αρχόντισσα του τόπου μας, έχαιρε μεγάλου σεβασμού από τους συμπολίτες μας. Λείπει σε όλους μας!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ώστε γι αυτό χτυπάνε τα κλαπατσίμπανα και φωνάζουν αυτοί οι κάφροι! Και εγώ αναρωτιόμουν, τι μύγα τους τσίμπησε;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Έχουμε παρελάσεις, έχουμε λόγους, απαγγελίες. Αχ είναι μεγάλη μέρα σήμερα.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Έρχεται λοιπόν να γιορτάσει και ο Παύλος;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Τηλεφώνησε πως θα ’ρθει. Ψες όλη μέρα ετοιμάζαμε το σπίτι. Το πρωί πήγαμε με τον οδηγό στο αεροδρόμιο, όπως και όλοι οι άρχοντες και πολιτευτές της πόλης. Του ετοίμασαν υποδοχή αλλά αυτός δεν φάνηκε.
(Από μακριά ακούγονται οι φωνές που πλησιάζουν).
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Τι πάθανε αυτοί και ουρλιάζουν γέρο;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: (Αφουγκράζεται). Φαίνεται πως έρχονται κατά δω. Πηγαίνω να ιδώ. (Βγαίνει).
ΟΔΥΣΣΕΑΣ (Πηγαίνει στο παράθυρο και κοιτάζει έξω): Έχει γούστο… Πηγαίνετε στο διάολο κοπρόσκυλα!
(Μπαίνει ο Παύλος σχεδόν τρέχοντας).
ΠΑΥΛΟΣ: Εδώ είσαι;… Ώστε είναι αλήθεια;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Αδέρφι! (Τον σφίγγει δυνατά στην αγκαλιά του).
ΠΑΥΛΟΣ: Τι συμβαίνει;…Γιατί ήρθες;...
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Αδέρφι…Ο Οδυσσέας είμαι!
ΠΑΥΛΟΣ: Για να σε δω... (Τον κοιτάζει με αμηχανία και έκπληξη): Ο Οδυσσέας!... Για φαντάσου! Πάντα απρόβλεπτος, πάντα απρόσκλητος!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Έλα τώρα μην γίνεσαι ζοχάδας, ο αδερφός σου είμαι το αίμα σου.
ΠΑΥΛΟΣ: Το βλέπω. Ποιος κακός άνεμος σε φέρνει προς τα εδώ;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Έτσι υποδέχεσαι τον μεγάλο σου αδερφό που έχεις δέκα χρόνια να τον δεις;
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν μου είπες τι σε φέρνει πάλι στο χωριό;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Η νοσταλγία…Ο πυρετός που με έκαιγε πάντα να δω τον τόπο μου!...Το σπίτι μου!...Την;… Ώστε είναι αλήθεια;… Έμαθα πως…
ΠΑΥΛΟΣ: Μη μου πεις πως σε πείρε ο πόνος.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ό,τι κι αν έκανε μάνα μου ήταν…
ΠΑΥΛΟΣ: Κάτι ζητάς πάλι εσύ, κάτι πάλι θέλεις να αρπάξεις…
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Πρόσεχε τα λόγια σου μικρέ γιατί θα στις βρέξω.
ΠΑΥΛΟΣ: Πάντα ο ίδιος, ένας άξεστος χωριάτης, δεν άλλαξες στο παραμικρό.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Γιατί να αλλάξω, ποιος έχει αλλάξει; Ταμπουρωμένοι στεκόμαστε όλοι, καθένας στο μετερίζι του. (Αλλάζει διάθεση, πηγαίνει στον καναπέ και ξαπλώνει). Και ο καναπές που ξάπλωνα όταν γύριζα από το σχολειό.
ΠΑΥΛΟΣ: Αν σε έβλεπε να ξαπλώνεις με τα παπούτσια…(Ξαφνικά αλλάζει διάθεση, το πρόσωπό του στεγνώνει. Μιμείται την μητέρα του). Κατέβασε τα ξερά σου αγροίκε! Εδώ είναι σπίτι καπεταναίων, αρχόντων, δεν είναι τεκές!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: (Ξαφνιάζεται και ασυναίσθητα κατεβάζει τα πόδια). Εντάξει, εντάξει!... (Συνέρχεται) Τι έγινε;… Για μια στιγμή φάνηκε πως την άκουσα!... (Τον κοιτάζει) Η μορφή σου!...
ΠΑΥΛΟΣ: (Μπερδεμένος) Η μορφή μου;…
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ίδια εκείνη!...
ΠΑΥΛΟΣ Δεν ήθελε να βάζεις τα πόδια σου με τα παπούτσια πάνω στον καναπέ.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ήταν στενάχωρος άνθρωπος, όμως εσύ…
ΠΑΥΛΟΣ: Νομίζω πως δεν το έκανε για τον καναπέ, εξοργιζότανε με το αγύριστο κεφάλι σου. Όσες φορές και να στο έλεγε εσύ θα έκανες το δικό σου. Προσπαθούσε να σου μάθει να φέρεσαι μα εσύ δεν έμπαινες σε καλούπια.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Και γιατί να μπω; Εγώ ήμουν ελεύθερο πουλί! Μπορεί και να φοβόμουν μην γίνει η αρχή για την στέρηση της ελευθερίας μου, εσύ ο γραμματιζούμενος πρέπει να τα καταλαβαίνεις αυτά. Εγώ ενεργούσα κατά το κέφι της στιγμής.
ΠΑΥΛΟΣ: Και τα ζώα ενεργούν κατά το κέφι της στιγμής και αποπατούν εκεί που τρώνε. Οι άνθρωποι όμως από πολύ νωρίς άφησαν τις σπηλιές και βγήκαν στον καθαρό αέρα. Έφτιαξαν νόμους και πολιτισμό για να μπορούν να ζουν μεταξύ τους αρμονικά.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ (Πετιέται επάνω και πηγαίνει στο σερβάν, το χαϊδεύει, νοσταλγικά): Το παλιό σερβάν είναι ακόμα στη θέση του όπως τότε, λες και σταμάτησε ο χρόνος!... Αν αυτό το έπιπλο είχε στόμα να μιλήσει θα ’λεγε τόσα πολλά!... (Αλλάζει διάθεση). Έχει άραγε τίποτα μέσα να πιούμε (Το ανοίγει και βγάζει ένα μπουκάλι πρόχειρα σφραγισμένο). Πω πω, τι είναι αυτό αδερφέ!... Έχει μείνει ακόμα κερασό, εκείνο που έφτιαχνε η γριά; (Ανοίγει το μπουκάλι και πίνει) Α, τι ευωδιά, τι γεύση! Το νέκταρ των θεών! (Ξαναπίνει). Από τα κεράσια του κήπου μας είναι έτσι; Σπίτι μου σπιτάκι μου, πόσο το νοστάλγησα! Λίγο πιο δυνατό φαίνεται να το έκανε τούτη την φορά!
ΠΑΥΛΟΣ: Πρόσεχε γιατί αυτό χτυπάει κατακέφαλα!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ότι πρέπει είναι, ήρθε την κατάλληλη στιγμή. Έλα, έλα κοντά να πιεις και συ μια γουλιά, δεν φαντάζομαι να σιχαίνεσαι τον αδερφό σου. Στάσου να σου πιάσω ένα ποτήρι, έμαθα πως έγινες υπουργός.
ΠΑΥΛΟΣ: Υφυπουργός.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ε καλά… ένα ποτηράκι θα πιεις για τα καλωσορίσματα μου, μην είσαι ακατάδεκτος. (Του βάζει σε ποτήρι). Έλα στην υγειά μας. (Του το δίνει. Πίνουν). Τον κόσμο όλο γύρισα τέτοιο πράμα δεν έχω ξανα-πιει! Και μόνο γι αυτό χαλάλι τον κόπο που έκανα να έρθω. Τι λες να πιούμε άλλο ένα;
ΠΑΥΛΟΣ: Τέτοια ώρα θα μας ζαλίσει.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ας μας ζαλίσει! Το έχουμε ανάγκη! (Πίνουν). Α, σπουδαίο πράμα, άλλη μια φορά ήπια ποτό που μου άρεσε τόσο, ήταν πριν χρόνια στο Αλγέρι, ένα τοπικό ρακί που σε χτυπούσε κατευθείαν στο δόξα πατρί, με τρία ποτηράκια γινόσουν φέσι. (Περιεργάζεται το σπίτι). Το σπίτι που γεννήθηκα, πόσο μου έλειψε!... Όλα στην θέση τους όπως τότε! Η κομότα που έβαζέ μέσα η μάνα τα ασπρόρουχα, οι παλιές φωτογραφίες του παππού και της γιαγιάς, το τζάκι, φροντισμένο και καθαρό. (Κάνει προσπάθεια να πνίξει την συγκίνηση). Έλα πάμε ένα ακόμα, σιγά να αλλάξουμε μπουκάλι γιατί αυτό τέλειωσε (Πίνουν) Και μόνο για αυτό σου τα συγχωρώ όλα ρε μάνα! (Ζαλίζεται, μελαγχολεί) Σου τα συγχωρώ και ας με χτύπησες κατάστηθα, βαθιά!
ΠΑΥΛΟΣ (Του παίρνει το μπουκάλι): Έλα αρκετά ήπιες.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Θυμάσαι που κρυφά από την μάνα τρυπώναμε εδώ και αδειάζαμε τα μπουκάλια;
ΠΑΥΛΟΣ: Εσύ τα άδειαζες.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Έπινες και εσύ το θυμάμαι καλά.
ΠΑΥΛΟΣ: Μου έδινες με το ζόρι.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ερχόμασταν στο κέφι και γινόταν όλος ο κόσμος δικός μας, ως που μας έπιασε μια φορά η γριά και μας έκανε τόπι στο ξύλο. Όχι μας έκανε…λάθος…μάλλον εμένα έκανε. (Γελάει για να πνίξει κάποιο παράπονο). Εσένα σε είχε στα πούπουλα. Ήσουν το στερνοπαίδι της και σε πρόσεχε σαν κινέζικη πορσελάνη, φοβόταν μη σε ραγίσει.
ΠΑΥΛΟΣ: Ήμουν πολύ μικρός εγώ, δεν καταλάβαινα πολλά.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Λες ψέματα!.. Καταλάβαινες και πολύ καλά! Το τραβούσε και σένα ο ουρανίσκος σου, αλλά πάντα κατάφερνες να την βγάζεις καθαρή.
ΠΑΥΛΟΣ: Με πότιζες με το ζόρι, για να νομίσει η μαμά πως είμαι ίδιος με εσένα.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Γιατί τι είχα εγώ και φοβόσουν να μου μοιάσεις; Εγώ πάντα σε κάλυπτα, έβαζα το στήθος μου μπροστά για να σε προφυλάξω, ενώ εσύ ήσουνα ένας κιοτής, έστριβες κάθε φορά και τις έτρωγα εγώ.
ΠΑΥΛΟΣ: Προσπαθούσε να σε συμμαζέψει μα εσύ αντιδρούσες βίαια. Δεν είχες αφήσει άνθρωπο που να μην τον βλάψεις.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Αυτό είναι ένα μεγάλο ψέμα. Όλοι θέλανε να με φέρουν στα μέτρα τους, να με κάνουν καλό παιδί, δηλαδή κότα. Εγώ όμως ήμουν αετός, ήθελα να πετάω ψηλά και να σχίζω τον ουρανό!
ΠΑΥΛΟΣ: Και πέταξες!... Θυμάσαι;…Έφτασες στο σημείο να κάνεις ψεύτικες φτερούγες και να παραστήσεις τον Ίκαρο. Ήθελες να περάσεις την χαράδρα του Προφήτη Ηλία πετώντας από την μια άκρη στην άλλη, ώσπου έφαγες τα μούτρα σου και σε τρέχαμε στα νοσοκομεία.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Με αναγκάσατε να φύγω από το σπίτι, μου φερθήκατε σαν να ήμουν σκύλος!
ΠΑΥΛΟΣ (Τον κοιτάζει καχύποπτα): Τι συμβαίνει με σένα, γιατί ήρθες πάλι; Τι έχεις κατά νουν; Σε γελάσανε αν νομίζεις πως μπορείς πάλι να αρπάξεις και να φύγεις.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Δεν αρπάζω ποτέ, παίρνω ότι δικαιούμαι, ότι μου στερήσατε τόσα χρόνια.
ΠΑΥΛΟΣ: Σου στερήσαμε και την γυναίκα μου για αυτό την άρπαξες;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Δεν την άρπαξα εγώ, εκείνη κόλλησε σαν βδέλλα πάνω μου. Έπρεπε να με ευχαριστείς που σε απάλλαξα από μια μητρομανή σκύλα.
ΠΑΥΛΟΣ (Σηκώνει το χέρι του απειλητικά): Πρόσεχε πως μιλάς παλιό πρεζάκια!...
ΟΔΥΣΣΕΑΣ (Τον πλησιάζει και είναι έτοιμοι να πιαστούν στα χέρια): Συγκρατήσου μικρέ γιατί εγώ δεν αστειεύομαι!...
(Οι φωνές από έξω έχουν δυναμώσει, ακούγονται απειλητικές).
ΠΑΥΛΟΣ: Ακούς τι γίνεται έξω; Ξέρεις για ποιον φωνάζουν;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Όχι.
ΠΑΥΛΟΣ: Για σένα! Έμαθαν πως ήρθες και ξεσηκώθηκαν.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Τι τους έκανα;
ΠΑΥΛΟΣ: Ξέχασες τόσο γρήγορα;
(Ακούγονται χτυπήματα δυνατά και φωνές. Μπαίνει Ο Υπηρέτης).
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Αγρίεψαν, χτυπούν την καγκελόπορτα… Θα την σπάσουν.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Τι ζητούν;
ΠΑΥΛΟΣ: Θέλουν να φύγεις από την πόλη, αλλιώς θα σε λιντσάρουν.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Γιατί;
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν ξέρεις;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ποιος τους ξεσήκωσε;
ΠΑΥΛΟΣ: Ο δήμαρχος. Δεν ξεχνούν εύκολα αυτοί.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ποιος είναι ο δήμαρχος;
ΠΑΥΛΟΣ Τον γνωρίζεις, είχατε διαφορές από παιδιά. Εδώ που τα λέμε δεν του έκανες και λίγα.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Είναι αυτός που σκέφτομαι;
ΠΑΥΛΟΣ Αυτός.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Μη μου πεις πως κάνανε δήμαρχο αυτόν τον γυμνοσάλιαγκα;
ΠΑΥΛΟΣ: Όταν τον άκουσα έτρεξα να σε προφτάσω.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Γιατί;… Τι σκέπτεσαι να κάνεις;
ΠΑΥΛΟΣ: Θα σε κρύψω προσωρινά μέχρι να ηρεμίσουν. Θα τους πω πως έφυγες. Μετά θα φροντίσω να σε πάρω υπό την προστασία μου.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Τι θα πει αυτό;
ΠΑΥΛΟΣ: Θα μάθεις.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Δεν τους φοβάμαι, εγώ είμαι ο Οδυσσέας!...
ΠΑΥΛΟΣ: Θέλεις να πας εκεί έξω;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Γιατί όχι, δεν είναι η πρώτη φορά που τα έβαλα με αυτά τα αστεία ανθρωπάκια.
ΠΑΥΛΟΣ: Εμπρός λοιπόν, αν ακόμα βαστούν τα κότσια σου , πήγαινε.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Όχι παιδιά μου μην το κάνετε, αυτοί τώρα είναι σαν άγρια θηρία, θα σας κάνουν κακό. (Στον Οδυσσέα) Έλα μαζί μου αγόρι μου, ξέρω εγώ που μπορώ να σε κρύψω. (Ακούγονται φωνές και το σπάσιμο της πόρτας). Σπάσανε την καγκελόπορτα, έρχονται!...

ΕΙΚΟΝΑ ΤΡΙΤΗ

(Την ίδια μέρα, αργά το απόγευμα. Τα παντζούρια είναι κατεβασμένα και οι πόρτες διπλοκλειδωμένες. Οι φωνές από έξω εξακολουθούν να ακούγονται και οι πέτρες χτυπούν το σπίτι συχνότερα. Ο Παύλος δουλεύει πάνω σε ένα laptop. Ο Οδυσσέας είναι εκνευρισμένος, στριφογυρίζει γύρω από τον εαυτό του. Πηγαίνει κοντά στο παράθυρο και προσπαθεί να διακρίνει έξω).

ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Έτσι μου ’ρχεται να βγω έξω και να τους πάρω στο κυνήγι.
ΠΑΥΛΟΣ: Μη γίνεσαι ανόητος.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Νιώθω σαν λιοντάρι στο κλουβί, δεν μπορώ να αναπνεύσω, θα πάθω ασφυξία.
ΠΑΥΛΟΣ: Θα κάνεις υπομονή.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Έχουν τρεις ώρες εκεί έξω και δεν λένε να ξεκουμπιστούν.
ΠΑΥΛΟΣ: Θα κουραστούν και θα φύγουν.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Πέρασαν πάνω από τριάντα χρόνια και από ότι είδα τίποτα δεν άλλαξε. Ίδια νοοτροπία, ίδιο καθεστώς και οι ίδιοι άνθρωποι να τους κυβερνούν. Και ο φόβος!… Είδα πρόσωπα φοβισμένα και στόματα κλειστά!
ΠΑΥΛΟΣ: Είναι οι λίγοι, αυτοί που διαφωνούν, οι υπόλοιποι ζουν αρμονικά. Έχουν αποδεχτεί αυτόν τον τρόπο ζωής και είναι ευτυχισμένοι, αρκεί να μην τους ταράξεις τα νερά, τότε γίνονται επικίνδυνοι.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Μα ζουν στο σκοτάδι!
ΠΑΥΛΟΣ: Αν τους βγάλεις απότομα στο φως μπορεί να τυφλωθούν και να μείνουν για πάντα τυφλοί. Χρειάζεται υπομονή και μεθοδικότητα.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Τόσα χρόνια δεν βρέθηκε κάποιος;… Και εσύ που ήσουν στα πράματα τι έκανες;… Μου φαίνεται πως βολεύει και εσένα αυτό το καθεστώς.
ΠΑΥΛΟΣ: Μη γίνεσαι ανόητος, δεν αλλάζεις από την μια στιγμή στην άλλη έναν τρόπο ζωής που έχει ριζώσει εδώ και αιώνες.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Τα παιδιά ντυμένα όλα ομοιόμορφα να πηγαίνουν στην εκκλησία κοπαδιαστά σαν πιγκουΐνοι. Τα κορίτσια με μαύρες ποδιές σαν καλόγριες και τα αγόρια με τις φορεσιές του 1920 και το πηλήκιο με την κουκουβάγια. Μα δεν πήραν χαμπάρι τι γίνεται γύρω τους;
ΠΑΥΛΟΣ: Οι κάτοικοι της πόλης είναι συντηρητικοί. Δεν δέχτηκαν αλλοδαπούς μετανάστες, δεν δέχτηκαν κανένα ξένο να μπει. Είναι η μόνη πόλη που δεν έχει τουρισμό, τα καταφέρνουν και χωρίς τον οβολό των ξένων λένε.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Απορώ πως άντεξες να ζήσεις τόσα χρόνια εδώ.
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν είναι όλα τόσο μαύρα όσο φαίνονται. Υπάρχουν και όμορφα πράγματα που μπορείς να κάνεις, όμορφες στιγμές που μπορείς να περάσεις με τους κατοίκους, αρκεί να έχεις την διάθεση να τα ανακαλύψεις. Οι άνθρωποι είναι ευγενείς και καλοκάγαθοι.
(Ακούγονται από έξω πάλι δυνατές φωνές).
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Αυτούς λες ευγενείς και καλοκάγαθους;
ΠΑΥΛΟΣ: Θέλουν να φύγεις από την πόλη.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Εδώ είναι το σπίτι μου, θα φύγω όταν μου κάνει κέφι.
ΠΑΥΛΟΣ: Υποσχέθηκα στον δήμαρχο να σε πείσω…
(Η Ισμήνη μπαίνει ταραγμένη. Ο Παύλος σηκώνεται).
ΙΣΜΗΝΗ: Τι συμβαίνει εκεί έξω; Γιατί μαζεύτηκαν πάλι αυτοί; (Βλέπει τον Οδυσσέα): Ο κύριος;…
ΟΔΥΣΣΕΑΣ (Την κοιτάζει μαγεμένος): Αδέρφι δεν μου είπες τίποτα…Γιατί μου το ’κρυψες αυτό;…(Την πλησιάζει γρήγορα και της φιλάει το χέρι) Κυρία μου…μένω έκθαμβος…
ΙΣΜΗΝΗ: Ποιος είναι ο κύριος;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ (Βαθιά υπόκλιση): Οδυσσέας, το έτερον σκέλος αυτού του σπιτιού.
ΙΣΜΗΝΗ: Είστε ο αδερφός του Παύλου;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Γνωρίζετε;…
ΙΣΜΗΝΗ (Στον Παύλο ): Γιατί δεν με ειδοποίησες πως ήρθε ο αδερφός σου;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Σας παρακαλώ μην τον μαλώνετε, εγώ φταίω, ήρθα εντελώς απρόσκλητος. Δεν αξίζει τον κόπο για κάτι τόσο ασήμαντο να συννεφιάσει το όμορφο προσωπάκι σας.
ΙΣΜΗΝΗ: Για σας μαζεύτηκαν όλοι αυτοί;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Μάλλον!... εκδηλώνουν τα αισθήματα λατρείας που φύλαγαν χρόνια προς το πρόσωπό μου!
ΙΣΜΗΝΗ (Χαμογελάει): Λατρείας; Αυτοί…
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Α μην παραξενεύεστε, όπου πάω εγώ με υποδέχονται με ασυγκράτητο πάθος! Αν ήξερα όμως… θα σας έφερνα κάτι, λίγα λουλούδια.
ΠΑΥΛΟΣ (Πλησιάζει και μπαίνει ανάμεσά τους): Σε παρακαλώ Ισμήνη άφησέ μας για λίγο μόνους.
ΙΣΜΗΝΗ: Να ετοιμάσω κάτι για κολατσιό;…
ΠΑΥΛΟΣ: Αν χρειαστεί θα σε ειδοποιήσω.
ΙΣΜΗΝΗ: Όπως νομίζεις. Χάρηκα πολύ κύριε.
ΠΑΥΛΟΣ: Όχι κύριε…αδερφέ. Είμαι της οικογένειας κι εγώ, έχω ίσα δικαιώματα…
ΠΑΥΛΟΣ: Πήγαινε σε παρακαλώ…
(Η Ισμήνη βγαίνει. Ο Παύλος στρέφει με άγριες διαθέσεις στον Οδυσσέα).
ΠΑΥΛΟΣ: Τι συμβαίνει με σένα, τι έβαλες πάλι στο βρόμικο μυαλό σου;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Μπράβο αδέρφι, ωραία γυναίκα, γιατί δεν μου είπες τίποτα; Αν μου ’λεγες δεν θα ερχόμουν με άδεια χέρια.
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν χρειαζόμαστε τα δώρα σου, ούτε εσένα χρειαζόμαστε!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Αυτό είναι πολύ βαρύ, δεν έπρεπε να το πεις.
ΠΑΥΛΟΣ: Όποτε έρχεσαι στο σπίτι φέρνεις μαζί σου δυναμίτη και το τινάζεις στον αέρα.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Εγώ έρχομαι πάντα με καλές προθέσεις. Δεν φαντάζομαι να νόμισες πως…
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν νόμισα…σε γνωρίζω και από παλιά.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Σου είπα πως δεν έφταιγα εγώ, η γυναίκα εκείνη δεν ήταν για σένα. Καλό σου έκανα πίστεψέ με.
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν σου το ζήτησα. Ήξερες πως την αγαπούσα, ήξερες πως ήταν η γυναίκα της ζωής μου!...
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Συγχώρεσέ με αν άθελά μου σε πίκρανα, όσα και αν μας χωρίζουν ποτέ δεν θα έκανα κάτι για να σε στεναχωρήσω, είσαι αδέρφι μου αίμα μου, εκείνη η γυναίκα όμως δεν σου ταίριαζε.
ΠΑΥΛΟΣ: Εκείνη η γυναίκα ήταν η σύζυγός μου, η αγάπη μου, ο έρωτας μου.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Γι αυτό και την πείρα από εδώ, θα σου έκανε κακό. Αυτό το διεστραμμένο θηλυκό σκότωνε όσους την ερωτεύονταν!
ΠΑΥΛΟΣ: Τι της έκανες, που την έχεις, τι έκανες την γυναίκα μου;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Δεν σου είπε η γριά;…
ΠΑΥΛΟΣ: Να μου πει τι;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Η μάνα άφησε να καταλάβω πως δεν την ήθελε για νύφη της, δεν της άρεσε αυτή η γυναίκα, και εδώ που τα λέμε δεν είχε και άδικο.
ΠΑΥΛΟΣ: Τι θέλεις να πεις; Η μαμά σου είπε να την αρπάξεις και να φύγεις;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Όχι ακριβώς, μα με την στάση της μου έδωσε να καταλάβω πως έπρεπε να κάνω κάτι. Ε και εγώ έκανα…
ΠΑΥΛΟΣ: Την άρπαξες γιατί σου γυάλισε, γιατί είδες μια ωραία γυναίκα δίπλα μου και βρήκες την ευκαιρία να εξαργυρώσεις το μίσος που όλα αυτά τα χρόνια έτρεφες για εμένα. Δεν άντεχες στην ιδέα πως εγώ έγινα κάτι, πως εγώ έφτιαχνα οικογένεια, ενώ εσύ ήσουν ένα ρεμάλι.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Είναι αλήθεια πως την γουστάρισα, όμως σου είπα…
ΠΑΥΛΟΣ: Που είναι τώρα; Που την έχεις κρυμμένη; Θέλω να την δω, θέλω μια πρόσωπο με πρόσωπο αντιπαράθεση μαζί της, θέλω να μου δώσει μια εξήγηση.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ποια;
ΠΑΥΛΟΣ: Η γυναίκα μου;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Που θες να ξέρω;
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν ξέρεις που είναι η γυναίκα μου; Τι της έκανες βρε αλήτη;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Μικρέ σου είπα να προσέχεις τα λόγια σου. Την πούλησα.
ΠΑΥΛΟΣ (Μένει άναυδος): Τι… τι την έκανες;!...
ΟΔΥΣΣΕΑΣ (Σαν να έκανε κάτι φυσιολογικό) Την πούλησα σου λέω. Μετά ένα χρόνο από εδώ την έδωσα σε κάτι σωματέμπορους να την πάνε στα μπουρδέλα της Αραπιάς.
ΠΑΥΛΟΣ (Κατακόκκινος) : Ακούω καλά ή έχω παραισθήσεις;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Αυτή η γυναίκα ήταν σκέτο πρόβλημα, όπου και αν πήγαινα με έβαζε σε μπελάδες. Μόλις έβλεπε κάποιον νταβραντισμένο άντρα τρέχανε τα σάλια της. Την πούλησα και ξεμπέρδεψα. Πήρα και κάποια ψιλά που τα είχα τότε πολλή ανάγκη.
ΠΑΥΛΟΣ: Τι λες βρε σωματέμπορα, έχεις επίγνωση του τι μου λες τώρα;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Α μη νομίζεις πως στεναχωρήθηκε, το αντίθετο, πετούσε από την χαρά της.
ΠΑΥΛΟΣ (Πνιχτή υστερική κραυγή): Φτάνει! (Σωριάζεται στην πολυθρόνα και τρέμει ολόκληρος) Δεν είσαι άνθρωπος εσύ, ένα τέρας είσαι!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Έλα τώρα δεν χρειάζεται να ταράζεσαι τόσο για μια γυναίκα.
ΠΑΥΛΟΣ: Ως εδώ!... Έξω από το σπίτι μου!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Δεν κατάλαβα… εννοείς το σπίτι μας!...
ΠΑΥΛΟΣ: Εννοώ το σπίτι αυτό που το δόξασαν σπουδαίοι άντρες και που εσύ βρομίζεις με την παρουσία σου!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Κι όμως εγώ έχω αντίθετη γνώμη!...
ΠΑΥΛΟΣ: Για μια στιγμή σκέφτηκα να σε κρατήσω, όμως… είχε δίκιο η μαμά που σε έδιωξε.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Δεν με έδιωξε αυτή εγώ έφυγα. Μπορεί να με ανάγκασε να το κάνω με την στάση της, όμως και εγώ δεν άντεχα άλλο…
ΠΑΥΛΟΣ: Την επέκρινα τότε για αυτή την ακραία συμπεριφορά της, αλλά φαίνεται πως πριν φτάσει ως εκεί το μέτρησε πολύ.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Μην της δίνεις δίκιο!... Η μέρα εκείνη σημάδεψε την μετέπειτα ζωή μου!... (Παύση. Αλλάζει διάθεση). Τέλος πάντων περασμένα ξεχασμένα. Εγώ ήρθα εδώ για να σας δω και όχι να σας ζητήσω ευθύνες.
(Στον προθάλαμο εμφανίζεται η Μπέμπα. Είναι μια χυμώδεις γυναίκα σαράντα περίπου χρονών με έντονα τα χαρακτηριστικά της έκλυτης ζωής που έκανε στα στέκια της νύχτας. Φαίνεται πως κάποτε υπήρξε ωραία και επιθυμητή γυναίκα. Τώρα είναι ένα ναυάγιο που ψάχνει και αυτή ένα λιμάνι να απαγκιάσει).
ΜΠΕΜΠΑ (Με βραχνή φωνή): Τι γίνεται βρε σκληρέ άντρα, θα με έχεις για πολύ να περιμένω στα αζήτητα;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Α η Μπέμπα… (στον Παύλο) Είναι το πρόσωπο, δεν στο είπα ε; (Στην Μπέμπα). Συχώρα με Μπέμπα μου σε ξέχασα.
ΜΠΕΜΠΑ: Και τι είμαι βρε εγώ καμιά βαλίτσα που την αφήνουν στα σκαλιά. Με έχεις ώρες να ξεροσταλιάζω στον δρόμο με όλους εκείνους τους μπάσταρδους να μου κάνουν καζούρα. Γιατί δεν έριξες ένα σφύριγμα να μπουκάρω και εγώ μέσα;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Εντάξει ρε Μπέμπα, άνθρωπος είμαι και εγώ, έπιασα την κουβέντα με το αδέρφι μου από εδώ που έχω χρόνια να το δω και ξεχάστηκα.
ΜΠΕΜΠΑ (Έρχεται μέσα): Ας είναι, έχε χάρη που είσαι ωραίος άντρας και στα συχωρώ. (Βλέπει το μπουκάλι με το κερασό και πίνει). Ααα! Ωραίο πράμα! Τι είναι αυτό ρε σκληρέ άντρα, που το βρήκες; (Ξαναπίνει). Θα τρελαθώ σήμερα μ’ αυτό το ρούμι…και ήρθε πάνω στην ώρα για να ξεδιψάσω, σαν βάλσαμο είναι.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ (Πηγαίνει και της παίρνει το μπουκάλι): Εντάξει ήπιες αρκετά. Δεν είναι για χόρταση αυτό. Έπειτα εδώ είναι σπίτι και μάλιστα σπίτι νοικοκυραίων, δεν είναι καμπαρέ. Από εδώ ο αδερφός μου, υπουργός, αξιοπρεπής άνθρωπος, πρόσεχε λοιπόν πως μιλάς και χαιρέτα τον.
ΜΠΕΜΠΑ (Πηγαίνει κοντά του και του απλώνει το χέρι): Με συγχωρείτε κύριε, είμαι η Μπέμπα.
ΠΑΥΛΟΣ (Χωρίς να της δίνει το χέρι): Το άκουσα και χάρηκα ιδιαιτέρως.
ΜΠΕΜΠΑ (Κοιτάζει με θαυμασμό το σπίτι): Ωραίο σπίτι έχετε κύριε υπουργέ. (Κάθεται στην πολυθρόνα). Πω πω μαλακωσιά, φχαριστιέσαι να κάθεσαι! Κάθισες και εσύ Δυσσέα;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Κάθισα.
ΜΠΕΜΠΑ: Μαλακά δεν είναι; Εδώ μπορείς να πάρεις ύπνο στο πιτς-φιτίλι.
ΠΑΥΛΟΣ: Μπορώ και εγώ να ρωτήσω σε τι οφείλω την τιμή.
ΜΠΕΜΠΑ: Πια τιμή, τι λέει αυτός ρε Δυσσέα;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Είμαστε μαζί τα τελευταία χρόνια.
ΜΠΕΜΠΑ: Πια τελευταία, κοντεύουμε δέκα. Ήμουνα Μπουμπούκι όταν με γνώρισε.
ΠΑΥΛΟΣ: Είναι γυναίκα σου;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Όχι ακριβώς, αλλά…
ΜΠΕΜΠΑ: Τι αλλά, δεν είμαι γυναίκα σου βρε;…Δηλαδή επειδή δεν μου έβαλες ακόμα στεφάνι; Γιατί δεν λες την αλήθεια στον υπουργό; (Στον Παύλο) Να κάτι τέτοια λέει και με εκθέτει κύριε. Πείτε του και εσείς καμιά κουβέντα, πρέπει επιτέλους να με στεφανωθεί, δεν μπορεί να με σέρνει δώθε-κείθε αστεφάνωτη.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Μπέμπα αρκετά!...
ΜΠΕΜΠΑ: Τον ακούτε πως μου φέρεται; Αν με είχε στεφανωθεί έτσι θα μου φερότανε;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ (Έντονα): Είπα αρκετά! Έχω πολλά χρόνια να δω το αδέρφι μου και θέλω να κουβεντιάσω μαζί του. Μείνε στην γωνιά σου και μην βγάζεις τσιμουδιά.
ΜΠΕΜΠΑ (Μαζεύεται): Εντάξει παλικάρι μου ότι πεις εσύ. Εγώ θα κουρνιάσω εδώ και θα μουλώξω. Μπορεί και να πάρω κανέναν υπνάκο αν δεν σε πειράζει.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Κάνε ότι θέλεις, αρκεί να μην ακούω την ανάσα σου.
ΜΠΕΜΠΑ: Έχουμε αφήσει τις βαλίτσες μας έξω, εφόσον θα αράξουμε εδώ λέω να πάω να τις φέρω.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Πήγαινε και μην βιαστείς να έρθεις. (Η Μπέμπα βγαίνει). Έχει κολλήσει επάνω μου σαν βδέλλα.
ΠΑΥΛΟΣ: Σκέπτεστε να εγκατασταθείτε εδώ;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Λέμε να μείνουμε για λίγο.
ΠΑΥΛΟΣ: Πόσο λίγο το βλέπεις;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Όσο χρειαστεί. Πιστεύω πως δεν θα θελήσεις να με διώξεις και εσύ;…
ΠΑΥΛΟΣ: Σημασία πια δεν έχει το τι θέλω εγώ, μα τι θέλουν αυτοί εκεί έξω.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Έχω κάποια δικαιώματα κι εγώ σ αυτό το σπίτι.
ΠΑΥΛΟΣ: Δικαιώματα;…Που ήσουν όλα αυτά τα χρόνια;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Από δω και από κει. Δεν νομίζω πως θέλεις να μάθεις;
ΠΑΥΛΟΣ: Γιατί όχι, θα έχει ενδιαφέρον.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Όταν έφυγα από το σπίτι περιπλανιόμουν για ένα διάστημα σαν αδέσποτο σκυλί, μετά μπαρκάρισα σε ένα γκαζάδικο και έκανα τον γύρο του κόσμου. Ήταν πολύ σκληρά τα πρώτα χρόνια.
ΠΑΥΛΟΣ: Έμπλεξες σε λαθρεμπόριο ναρκωτικών;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ποιος σου είπε κάτι τέτοιο;
ΠΑΥΛΟΣ: Κανείς το υπέθεσα.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Δεν το γνώριζα, το καράβι που δούλευα ήταν φορτωμένο με κοκαΐνη.
ΠΑΥΛΟΣ: Σας πιάσανε;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Φορτώσαμε στην Βενεζουέλα και τραβήξαμε γραμμή για την Αμερική. Πριν πλησιάσουμε στην Φλόριντα μας ζώσανε από παντού σκάφη της ακτοφυλακής. Εγώ δεν καταλάβαινα, ώσπου μας οδήγησαν στο λιμάνι και εκεί ξεφόρτωσαν από τα αμπάρια τόνους κοκαΐνης. Σου κάνω όρκο πως δεν είχα ιδέα. Έπειτα ήμουν άβγαλτος τότε και δεν ήξερα από αυτά.
ΠΑΥΛΟΣ: Πήγες φυλακή;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Κάθισα μέσα πέντε χρόνια. Καταλάβανε πως εγώ δεν ήξερα και μου βάλανε την μικρότερη ποινή. Πέντε ατελείωτα χρόνια. Δεν μπορείς να φανταστείς τι ήτανε για μένα αυτά τα χρόνια.
ΠΑΥΛΟΣ: Σε κυνηγούν;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ποιοι;
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν ξέρω εσύ να μου πεις.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Δεν έχουν λόγους να με κυνηγούν.
ΠΑΥΛΟΣ: Ήρθες στο σπίτι να κρυφτείς;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Γιατί είσαι πάντα καχύποπτος;
ΠΑΥΛΟΣ: Απάντησέ μου ευθέως.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Δεν πρόκειται για κάτι σοβαρό.
ΠΑΥΛΟΣ: Το υποψιάστηκα!... Πάντα χρησιμοποιούσες αυτό το σπίτι για καταφύγιο. Πίστευες πως το κύρος της μαμάς και το δικό μου θα σε κάλυπταν.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Παίρνω όρκο πως με κατηγορούνε άδικα. Όμως μην ανησυχείς, δεν πρόκειται να μπλεχτώ ξανά σε παρανομίες, αποφάσισα να γίνω και εγώ νομιμόφρων πολίτης, να ζήσω τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής μου ήσυχα, όπως εσείς.
ΠΑΥΛΟΣ: Που;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Εδώ.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Λιγάκι δύσκολο.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Γιατί;
ΠΑΥΛΟΣ: Γιατί δεν πιστεύω λέξη από όσα μου είπες. Δεν μου το βγάζεις από το μυαλό πως κάτι άλλο έχεις εσύ στο διεστραμμένο μυαλό σου. Όσες φορές πέρασες το κατώφλι αυτού του σπιτιού το μαγάρισες με την συμπεριφορά σου.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Πίστεψέ με αδέρφι, κουράστηκα! Θέλω την βοήθειά σου να ζήσω και εγώ μιαν ήρεμη ζωή.
ΠΑΥΛΟΣ: Κι αν ακόμα πείσεις εμένα, δεν νομίζω ότι μπορεί να πείσεις εκείνους εκεί έξω.
ΜΠΕΜΠΑ (Εμφανίζεται στον προθάλαμο): Δυσσέα έλα να βάλεις ένα χεράκι βρε, δεν μπορώ μόνη μου να μετακινήσω τα πράματα.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Σου είπα Μπέμπα να μην με ενοχλήσεις.
ΜΠΕΜΠΑ: Είναι βαριά και τα έχεις δεμένα δεν μπορώ να τα λύσω. Έπειτα δεν ξέρω που θα τα πάω.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Βάλ’ τα όπου σε βολεύει και μην με ζαλίζεις άλλο.
ΜΠΕΜΠΑ: Δεν μπορώ σου λέω είναι βαριά. Κάνε γρήγορα γιατί σημαδεύουν το κεφάλι μου αυτοί εκεί έξω.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Την Παναγία σου σκατόφατσα, δεν λες να ξεκολλήσεις από πάνω μου! (Βγαίνουν. Ο Παύλος τους παρακολουθεί. Έρχεται η Ισμήνη).
ΙΣΜΗΝΗ : Τι φωνές είναι αυτές;
ΠΑΥΛΟΣ: Είχα μια έντονη συζήτηση με τον Οδυσσέα.
ΙΣΜΗΝΗ: Το δωμάτιο της μαμάς σου έχει μείνει απείραχτο.
ΠΑΥΛΟΣ: Εγώ το ζήτησα, είπα να μην μετακινήσουν τίποτα.
ΙΣΜΗΝΗ: Λίγο να συγυριστεί, είναι άνω κάτω.
ΠΑΥΛΟΣ: Άφησέ το έτσι, έχω την αίσθηση πως είναι ακόμα μέσα.
ΙΣΜΗΝΗ: Πρέπει να το δεχτείς, αλλιώς θα αρρωστήσεις.
ΠΑΥΛΟΣ: Σιγά σιγά... είναι ακόμα νωρίς. Νομίζω πως θα με φωνάξει να τρέξω κοντά της.
ΙΣΜΗΝΗ: Παύλο, αυτό που κάνεις είναι παράλογο.
ΠΑΥΛΟΣ: Την στιγμή που ήρθα στο σπίτι, την είδα στην πόρτα, στεκόταν εκεί, με περίμενε όπως πάντα! (Συγκρατεί ένα λυγμό). Μετά χάθηκε!...
ΙΣΜΗΝΗ (Πηγαίνει κοντά του): Σε παρακαλώ μην το σκέπτεσαι, δεν μπορώ να σε βλέπω σε αυτήν την κατάσταση.
ΠΑΥΛΟΣ: Όμως θα ξαναρθεί δεν είναι έτσι;
ΙΣΜΗΝΗ: Άνοιξα τα παράθυρα να μπει καθαρός αέρας, μύριζε μέσα.
ΠΑΥΛΟΣ: Γιατί το έκανες αυτό;… Κινδυνεύει δεν το καταλαβαίνεις;…
ΙΣΜΗΝΗ: Ποιος;
ΠΑΥΛΟΣ: Η μητέρα!
ΙΣΜΗΝΗ: Τι μου λες τώρα;
ΠΑΥΛΟΣ Όσο υπάρχει το δωμάτιο της θα έρχεται…
ΙΣΜΗΝΗ: Έμεινε δύο χρόνια κλειστό, έπρεπε να το ανοίξω. Α, ξέχασα, πείρε ο δήμαρχος τηλέφωνο.
ΠΑΥΛΟΣ: Ο δήμαρχος;…Τι θέλει;
ΙΣΜΗΝΗ: Δεν ξέρω, τον άκουσα εκνευρισμένο.
ΠΑΥΛΟΣ: Μάλιστα.
ΙΣΜΗΝΗ: To έχω ακόμα ανοιχτό στο γραφείου σου, σε περιμένει.
ΠΑΥΛΟΣ: Ας τον κι ας περιμένει.
ΙΣΜΗΝΗ: Αν δεν πας είπε θα έρθει αυτός εδώ.
ΠΑΥΛΟΣ: Με εκβιάζει;
ΙΣΜΗΝΗ: Πήγαινε μίλα του.
ΠΑΥΛΟΣ: Πολύ καλά, ήρθε η ώρα να τα ακούσει και αυτός.
(Ο Παύλος βγαίνει. Η Ισμήνη ταχτοποιεί το δωμάτιο. Από έξω έρχεται πάλι ο Οδυσσέας).
ΟΔΥΣΣΕΑΣ (Χωρίς να δει την Ισμήνη): Το ζωντόβολο, δεν μπορεί να χωρίσει δυο γαϊδάρων άχυρα. (Τώρα την βλέπει). Ω, με συγχωρείς, νόμιζα πως ήταν ο Παύλος…
ΙΣΜΗΝΗ: Δεν πειράζει, έλα κάτσε. Θέλεις να σου προσφέρω κάτι.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Την παρουσία σου. Να κάτσεις εκεί και να σε βλέπω!
ΙΣΜΗΝΗ: Σου αρέσει να με βλέπεις;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Όσο και την Παναγιά!
ΙΣΜΗΝΗ: Είσαι ακριβώς όπως σε περιέγραψε ο Παύλος.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Σίγουρα θα σου είπε πως έχω μεγάλα αυτιά και μακριά κέρατα.
ΙΣΜΗΝΗ (Γελάει): Όχι έτσι!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Γέλα! Πολλά χρόνια έχω να δω ένα τόσο γλυκό και αστραφτερό γέλιο!
ΙΣΜΗΝΗ: Γιατί δεν γελάνε στην παρέα σου;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Δεν έχω παρέα εγώ, έπειτα όσοι γελάνε δεν έχουν αυτό το καθαρό γέλιο που μοιάζει με διάφανο ρυάκι που κυλάει ανάμεσα στις φυλλωσιές.
ΙΣΜΗΝΗ: Πω πω, εσύ παιδί μου μπορούσες να γίνεις και ποιητής.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Εσύ παιδί μου μπορείς να κάνεις και έναν αγροίκο να γίνει ποιητής!
ΙΣΜΗΝΗ: Δεν είχε άδικο ο Παύλος που σε χαρακτήρισε επικίνδυνο εραστή!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Έτσι με περιγράφει το αδέρφι μου;
ΙΣΜΗΝΗ: Έτσι και χειρότερα.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Αυτό δεν γίνεται συχνά, δεν βρίσκομαι συχνά μπροστά σε μια οπτασία. Η εικόνα σου με εμπνέει και με κάνει ποιητή όπως λες, άλλο είναι συνήθως το λεξιλόγιο μου, αλλά μπροστά σου…
ΙΣΜΗΝΗ: Φτάνει Οδυσσέα, μην συνεχίζεις!... Αγαπώ τον αδερφό σου πολύ! Ο Παύλος είναι για μένα η αρχή και το τέλος. Η εικόνα του με συντροφεύει από μικρό κοριτσάκι. Είμαι τρελά ερωτευμένη μαζί του!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Τυχερό το αδέρφι μου! Πως τα καταφέρνει ο άτιμος;
ΙΣΜΗΝΗ: Αγαπώ και τους δικούς του ανθρώπους σαν να είναι δικοί μου. Έτσι αγαπώ και τον αδερφό του σαν δικό μου αδερφό.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Είσαι σπάνιο πλάσμα! Μπορώ να σου δώσω ένα φιλί στο μάγουλο σαν αδερφός;
ΙΣΜΗΝΗ: Μπορείς.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Σ ευχαριστώ. (Την πλησιάζει και την φιλάει στο μάγουλο. Την στιγμή αυτή μπαίνει η Μπέμπα. Τους βλέπει και γίνεται έξαλλη).
ΜΠΕΜΠΑ (Μπήγει φωνή): Α, τι γίνεται εδώ; Τι κάνεις βρε σάτυρε; Που την ξετρύπωσες πάλι αυτή; Ούτε πέντε λεφτά δεν σ άφησα μόνο! Και συ μωρή δεν ντρέπεσαι; Μόλις είδες άντρα έπεσες πάνω του σαν λυσσασμένη! (Έρχεται κοντά της και την αρπάζει από τα μαλλιά). Θα στα ξεριζώσω τα μαλλιά παλιό-πουτάνα!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ (Αρπάζει την Μπέμπα και την απομακρύνει): Σταμάτα! Πάρ’ τα ξερά σου από πάνω της παλιό-φοράδα! Τι φαντάστηκες μωρή, η κοπέλα είναι αδερφή μου, είναι γυναίκα του αδερφού μου!
ΜΠΕΜΠΑ (Κλαίει): Παντού τα ίδια κάνεις βρομο-Καζανόβα. Δεν αντέχω άλλο με σένα θα σε σκοτώσω ή θα σκοτωθώ!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Άσε τα μεγάλα λόγια και ζήτα αμέσως συγνώμη από την κυρία.
ΜΠΕΜΠΑ: Γιατί να ζητήσω συγνώμη αφού σας είδα με τα μάτια μου.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Την φίλησα στο μάγουλο σαν αδερφός σου λέω, ήταν για την γνωριμία μας.
ΜΠΕΜΠΑ: Δεν σε πιστεύω! (Κλαίει). Όλο ψέματα μου λες. Ούτε θηλύκια γάτα δεν αφήνεις να περάσει από δίπλα σου;
ΠΑΥΛΟΣ (Μπαίνει): Τι γίνεται εδώ, τι φωνές είναι αυτές; Οδυσσέα πες μου τι έκανες πάλι;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Τίποτα μια παρεξήγηση.
ΠΑΥΛΟΣ: Ισμήνη τι συμβαίνει;
ΙΣΜΗΝΗ (Χλωμή από την σκηνή): Νομίζω πως πρέπει να φύγω, έχετε πολλά προβλήματα να λύσετε μεταξύ σας!
ΠΑΥΛΟΣ: Στάσου σε παρακαλώ! (Η Ισμήνη βγαίνει αριστερά. Ο Παύλος γυρίζει στον Οδυσσέα). Με μεγάλη μου λύπη σου ανακοινώνω για άλλη μια φορά πως δεν μπορείς να μείνεις στο σπίτι.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Δεν μπορώ;… και γιατί παρακαλώ;
ΠΑΥΛΟΣ: Μόλις τώρα μιλούσα με τον δήμαρχο στο τηλέφωνο. Έρχεται εδώ με τον μητροπολίτη και τον εισαγγελέα.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Τι έρχονται να κάνουν;
ΠΑΥΛΟΣ: Εσύ ξέρεις καλύτερα από μένα. Φέρνουν και τον διευθυντή της αστυνομίας μαζί τους. Είσαι ανεπιθύμητος στο χωριό! Μόλις που προλαβαίνεις να πάρεις τα μπογαλάκια σου και να φύγεις.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Στάσου να σε δω…Για μια στιγμή μου φάνηκε πάλι πως ήσουν εκείνη!... Ας είναι δεν έχω σκοπό να σου δημιουργήσω προβλήματα, γι αυτό τα μαζεύω και φεύγω. (Πηγαίνει κοντά του και τον φιλάει. Ο Παύλος μένει ανέκφραστος. Η Ισμήνη έρχεται πάλι, ο Οδυσσέας την πλησιάζει). Κυρία μου, χάρηκα ιδιαιτέρως. (Της φιλάει το χέρι. Στην Μπέμπα). Έλα πάμε να πάρουμε τα μπαγκάζια μας και να του δίνουμε.
ΜΠΕΜΠΑ: Άντε πάλι δρόμο, κουράστηκα πια!
(Βγαίνουν. Οι φωνές έξω δυναμώνουν και γίνονται απειλητικές. Η Ισμήνη τρέχει στο παράθυρο και ανοίγει τα παντζούρια).
ΙΣΜΗΝΗ: Αγρίεψαν, του επιτίθενται. Πότε μαζεύτηκαν τόσοι πολλοί; το πρωί ήταν λίγοι. Θα του κάνουν κακό!
ΠΑΥΛΟΣ: Μην ανησυχείς, ο Οδυσσέας έχει τον τρόπο του να ξεγλιστράει. Έπειτα έρχεται η αστυνομία να τον συλλάβει, δεν μπορούσε να μείνει.
ΙΣΜΗΝΗ: Μπορούσες να τον βοηθήσεις, ο λόγος σου περνάει εδώ, κι όμως δεν το έκανες. Τι συμβαίνει με σένα Παύλο;…
( Ο Παύλος μένει ανέκφραστος).

ΕΠΑΝΩ ΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΣ


ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΕΙΚΟΝΑ ΤΕΤΑΡΤΗ

(Την άλλη μέρα το πρωί. Σκηνικό το ίδιο. Ο Γερο-υπηρέτης περιφέρεται άσκοπα στο δωμάτιο. Βαστάει ένα άδειο βάζο και ψάχνει να βρει που να το ακουμπήσει. Σε λίγο έρχεται η Ισμήνη, είναι ανήσυχη και κοιτάζει γύρω).

ΙΣΜΗΝΗ: Καλημέρα, είστε μόνος;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Μόνος…Εδώ και δυο χρόνια γυροφέρνω στο σπίτι μόνος σαν φάντασμα. Από τότε που έφυγε η αρχόντισσα το σπίτι ερήμωσε, και εγώ γέρασα πια και δεν μπορώ να το φέρω βόλτα. Μένω εδώ μόνος γιατί δεν έχω που αλλού να πάω.
ΙΣΜΗΝΗ: Tα παιδιά σας αγαπάνε και σας θέλουνε εδώ.
ΥΠΗΡΕΤΗ: Στο σπίτι αυτό πέρασα τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου. Κάποτε γνώρισε δόξες, ήταν όμορφα τότε! Πέρασαν από εδώ υπουργοί, πρωθυπουργοί, καπεταναίοι και ένα σωρό άλλοι μεγάλοι. Αχ ήταν σπουδαία η ζωή τότε!
ΙΣΜΗΝΗ (Ανοίγει πόρτες και κοιτάζει στα δωμάτια): Σίγουρα δεν είναι κανένας άλλος εδώ;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Δεν είναι. Δεν ξέρω τι πάθανε. Από ψες που φύγανε δεν ματα-γύρισαν.
ΙΣΜΗΝΗ (Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ανησυχία): Ο Οδυσσέας;…
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Μήτε αυτός.
ΙΣΜΗΝΗ: Που να κοιμήθηκε το βράδυ;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Πούθε να ξέρω. Εδώ πάντως δεν ήρθαν. Εγώ έστρωσα καινούρια σεντόνια μα κανείς τους δεν κοιμήθηκε. Το πρωί που συγύριζα το σπίτι ήβρα τα κρεβάτια απείραγα.
ΙΣΜΗΝΗ: Που να πήγε;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Θα επισκέφτηκε κανένα συγγενή και θα έμεινε εκεί.
ΙΣΜΗΝΗ: Ο Οδυσσέας;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Ο Παύλος. Έχει συγγενείς και φίλους στο χωριό.
ΙΣΜΗΝΗ: Και ο Οδυσσέας;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Αυτόν δεν τον είδα καθόλου σου είπα. Θα έφυγε πάλι χωρίς να με χαιρετήσει. Οι σημερινοί νέοι δεν συμπονούν τους γέρους.
ΙΣΜΗΝΗ: Δεν μπορεί να έμεινε στην πόλη.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Ποιος;
ΙΣΜΗΝΗ: Ο Οδυσσέας, τον καταζητούν παντού. Είναι μια πόλη αφιλόξενη για αυτόν.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Τι έκαμε πάλι;
ΙΣΜΗΝΗ: Δεν γνωρίζω, ο κόσμος είναι ανάστατος.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Αχ, γιατί αυτό το παιδί δεν κάθεται φρόνημα, από μικρό όλο σκανταλιές κάνει.
ΙΣΜΗΝΗ: Γιατί όμως;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Κάτι θα έγινε πάλι μεταξύ τους. Ψες αργά που τον είδα ήταν πολύ στεναχωρημένος.
ΙΣΜΗΝΗ: Ποιος;…
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Ο Παύλος. Κάτι τον πείραξε πολύ, τον ρώτησα μα δεν μου απάντησε. Είμαι γέρος εγώ και δεν μου δίνουν σημασία πια. Εγώ όμως τους στάθηκα σαν πατέρας από τότε που έφυγε εκείνος.
ΙΣΜΗΝΗ: Για ποιον μιλάτε;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Για τον πατέρα τους.
ΙΣΜΗΝΗ: Έφυγε και ο πατέρας τους;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Έφυγε.
ΙΣΜΗΝΗ: Πότε;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Εσύ θα ήσουν αγέννητη ακόμα και τα παιδιά μικρά.
ΙΣΜΗΝΗ: Μα όλοι φεύγουν από αυτό το σπίτι;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Δεν τα πήγαιναν καλά με την μακαρίτισσα και ένα πρωί πήρε μια βαλίτσα και χάθηκε. Από τότε κανένας δεν έμαθε προς τα που τράβηξε, αν ζει ή πέθανε. Κανένας δεν μίλησε πια για αυτόν.
ΙΣΜΗΝΗ: Παράξενη οικογένεια.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Μετά τον θάνατο του άρχοντα, του πατέρα της μακαρίτισσας, όλα πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο. (Κοιτάζει την φωτογραφία του). Ο Γερο-Οδυσσέας ήταν το πρώτο τζάκι του τόπου μας! Άξιος άνθρωπος και περήφανος! Όπου και αν πήγαινε του έδειχναν σεβασμό, περνούσε από τη αγορά και όλοι σκύβανε το κεφάλι. Για χρόνια πολλά έκανε δήμαρχος στην πόλη μας, κάποτε και υπουργός.
ΠΑΥΛΟΣ (Μπαίνει μέσα ανήσυχος): Εδώ είσαστε; (Κοιτάζει γύρω του). Πέρασε καθόλου από εδώ;
ΙΣΜΗΝΗ: Αν ρωτάς για τον Οδυσσέα, όχι.
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν έπρεπε να τον αφήσω να φύγει…
ΙΣΜΗΝΗ: Εσύ του είπες…
ΠΑΥΛΟΣ: Μπορούσα να τον κρύψω, να του δώσω μιαν ακόμα ευκαιρία. Είμαι ασυγχώρητος!
ΙΣΜΗΝΗ: Σε βλέπω ανήσυχο!...
ΥΠΗΡΕΤΗΣ (Κοιτάζει το βάζο που ακόμα κρατάει και θυμάται): Πρέπει να φέρω λουλούδια, το βάζο είναι άδειο, στην κυρία σίγουρα θα αρέσουν. Πηγαίνω στον κήπο να κόψω μερικά. Πως το ξέχασα εγώ. (Προχωράει προς την έξοδο μονολογώντας). Κακό πράμα τα γερατειά. (Βγαίνει).
ΠΑΥΛΟΣ (Συνεχίζουν χωρίς να δώσουν προσοχή στον Υπηρέτη): Πρέπει να τον βρούμε, ο δήμαρχος έπεισε τον αστυνομικό διευθυντή και στήσανε περιπολίες οπλισμένων αστυνομικών σε όλη την πόλη. Έχουν διαταγή αν τον βρουν να πυροβολήσουν!
ΙΣΜΗΝΗ (Τρομαγμένη): Αυτό είναι απάνθρωπο, ούτε στους κοινούς εγκληματίες δεν συμπεριφέρονται έτσι!
ΠΑΥΛΟΣ: Τα ξημερώματα κάποιος έριξε μια μπουλντόζα πάνω στο πρόπυλο του δημαρχείου και το γκρέμισε! Πιστεύουν πως το έκανε ο Οδυσσέας!
ΙΣΜΗΝΗ: Γιατί να το κάνει;
ΠΑΥΛΟΣ: Πολλά πράγματα κάνει ο Οδυσσέας που δεν έχουν σχέση με την κοινή λογική.
ΙΣΜΗΝΗ: Πιστεύεις και εσύ;…
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν έχει σημασία τι πιστεύω εγώ, σημασία έχει να τον βρούμε τώρα πριν τον βρουν αυτοί.
ΙΣΜΗΝΗ: Έχει κάποιον φίλο, κάποιον γνωστό στην πόλη;
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν νομίζω πως κάποιος θα ήθελε ή θα τολμούσε να τον φιλοξενήσει.
ΙΣΜΗΝΗ: Μα γιατί τόσο μίσος;
ΠΑΥΛΟΣ (Την κοιτάζει παράξενα): Μίσος; Δεν νομίζω πως είναι μίσος! Ο Οδυσσέας είναι το άλλο, το διαφορετικό, και η πόλη αυτή εχθρεύεται το διαφορετικό! Είναι μια κλειστή κοινωνία με δικούς της νόμους και αρχές. Ο Οδυσσέας το γνωρίζει, ποτέ του όμως δεν τις σεβάστηκε.
ΙΣΜΗΝΗ: Και εσύ;
ΠΑΥΛΟΣ: Εγώ τι;
ΙΣΜΗΝΗ: Σέβεσαι τις αρχές και τους νόμους αυτής της πόλης;
ΠΑΥΛΟΣ: Από το πόστο μου προσπάθησα πολλές φορές να περάσω τις αποφάσεις του υπουργείου στα σχολεία, αλλά συνάντησα την εξέγερση των κατοίκων. Μα γιατί ρωτάς εμένα, από εδώ είσαι και εσύ και τους γνωρίζεις όσο και εγώ;
ΙΣΜΗΝΗ: Και όμως δεν γνώριζα την ύπαρξη του Οδυσσέα. Φαίνεται πως όλοι ήξεραν εκτός από εμένα, όπως και για τον πατέρα σας.
ΠΑΥΛΟΣ: Τον πατέρα μας;
ΙΣΜΗΝΗ: Μου μίλησε για αυτόν ο υπηρέτης.
ΠΑΥΛΟΣ: Σου μίλησε για τον πατέρα μας;
ΙΣΜΗΝΗ: Όχι πολλά πράγματα, μου είπε πως έφυγε από το σπίτι όταν εσείς ήσασταν ακόμη μικροί.
ΠΑΥΛΟΣ: Σε παρακαλώ Ισμήνη μην ασχολείσαι τόσο με την οικογένειά μας.
ΙΣΜΗΝΗ: Τα βλέπεις, όταν ζητάω να μάθω υψώνετε τείχη. Τι συμβαίνει Παύλο, γιατί αυτό το μυστήριο;
ΠΑΥΛΟΣ: Νομίζω πως πρέπει να πάω να βρω τον Οδυσσέα.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ (Μπαίνει με λίγα λουλούδια και χωρίς το βάζο): Έφερα τα λουλούδια, δεν ξέρω αν θα σας αρέσουν, μυρίζουν όμως όμορφα. (Ψάχνει να βρει βάζο). Δεν έφερα πάλι το βάζο, μια στιγμή θα πάω να φέρω. Είμαι πολύ γέρος εγώ και ξεχνώ. (Βγαίνει).
ΠΑΥΛΟΣ: Θα προσπαθήσω να τον πείσω να έρθει. Μπορεί να μείνει στον πάνω πάτωμα, είναι από πολύ καιρό ακατοίκητο.
ΙΣΜΗΝΗ: Τι θα κάνεις με τις αρχές της πόλης.
ΠΑΥΛΟΣ: Όταν έρθει θα βρούμε κάποια λύση. Εδώ είναι το σπίτι του, δεν θα τολμήσουν να τον πειράξουν. (Φεύγει).
ΥΠΗΡΕΤΗΣ (Έρχεται, φέρνει και το βάζο): Το βρήκα. Που λες να τα βάλω;
ΙΣΜΗΝΗ: Όπου σας βολεύει.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ (Τα βάζει πάνω στην κομότα): Λέω εδώ, είναι καλά δεν είναι; Εδώ ήθελε να τα βάζω και η μακαρίτισσα. (Ταχτοποιεί τα λουλούδια. Σταματάει και κοιτάζει γύρω). Μα που πήγε πάλι;
ΙΣΜΗΝΗ: Ποιος;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Ο Παύλος, εδώ δεν ήτανε;
ΙΣΜΗΝΗ: Πάει να φέρει τον Οδυσσέα.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Όμορφα θα είναι, θα μαζευτεί πάλι η οικογένεια στο σπίτι. Πως σου φαίνονται τώρα, είναι καλά εδώ που τα έβαλα;
ΙΣΜΗΝΗ (Αφηρημένη): Ε ναι, καλά είναι.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Τα κίτρινα λουλούδια άρεσαν και στην μακαρίτισσα. Ήθελε κάθε πρωί που έμπαινε στο σαλόνι να βλέπει ένα βάζο με κίτρινα τριαντάφυλλα.
(Στην πόρτα εισόδου εμφανίζεται ο Οδυσσέας, κοιτάζει μέσα ερευνητικά).
ΙΣΜΗΝΗ (Τον βλέπει): Εδώ είσαι;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Ήρθατε κιόλας; Μεγάλη χαρά έχει σήμερα το σπίτι μας!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Μεγάλη Γέρο!...
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Έφερα και λουλούδια, όπως παλιά.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: (Κοιτάζει την Ισμήνη). Τα βλέπω, όμορφα λουλούδια.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Δεν είναι πολλά αλλά είναι φρέσκα και μυρίζουν πολύ.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Γιατί δεν κόβεις και άλλα;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Αλήθεια σας αρέσουν;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Πολύ.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Πάω να φέρω.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Να κόψεις πολλά, να γεμίσεις το σπίτι.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Πολλά!... Μεγάλη χαρά έχει σήμερα το σπίτι μας. (Βγαίνει. Ο Οδυσσέας πηγαίνει κοντά στην Ισμήνη και πριν εκείνη προλάβει να αντιδράσει την φιλάει).
ΙΣΜΗΝΗ (Τον σπρώχνει βίαια): Γιατί το έκανες αυτό;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό.
ΙΣΜΗΝΗ: Έτσι συμπεριφέρεσαι στις παρέες σου;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Όχι, δεν βρίσκομαι συχνά μπροστά σε τέτοια ομορφιά.
ΙΣΜΗΝΗ: Και αν τύχει και βρεθείς θα της ριχτείς απροειδοποίητα;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Συχώρα με, έκανα κάτι που και εγώ δεν μπορώ να το εξηγήσω.
ΙΣΜΗΝΗ: Είσαι ένας αδίστακτος φαλλοκράτης. Θεωρείς τις γυναίκες άψυχα αντικείμενα χωρίς δική τους βούληση. Είσαι θρασύς και πρωτόγονος.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Σου ζήτησα να με συχωρέσεις…
ΙΣΜΗΝΗ: Αν κάποια ερχόταν ξαφνικά και χωρίς την δική σου επιθυμία έκανε το ίδιο… τι θα έκανες;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ε δεν θα χάλαγα και τον κόσμο… Το πολύ πολύ να γύρναγα και να τις το ανταπέδιδα στα ίσια.
ΙΣΜΗΝΗ: Σωστά σε χαρακτηρίζουν απροσάρμοστο.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ο αδερφός μου το λέει αυτό;
ΙΣΜΗΝΗ: Δεν χρειάζεται κάποιος να μου το πει, μπορώ και μόνη μου να το δω.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ο Παύλος έχει έναν υπερβολικό αυτοέλεγχο που δεν τον αφήνει να αναπτύξει δυνατά αισθήματα, ενώ εγώ είμαι ασυγκράτητος. Όταν εγώ αγαπήσω γίνομαι ταύρος σε υαλοπωλείο, τα δίνω όλα για την γυναίκα που αγαπώ. Έλα μαζί μου, πάμε να φύγουμε μακριά οι δυο μας!
ΙΣΜΗΝΗ (Έκπληκτη): Δεν άκουσες τίποτα από όσα σου είπα;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Τον αγαπάς;
ΙΣΜΗΝΗ: Αν αναφέρεσαι στον Παύλο… ναι τον αγαπώ!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Πόσα χρόνια είσαι ερωτευμένη ή πιστεύεις πως είσαι μαζί του;
ΙΣΜΗΝΗ: Πολλά, από μικρό κοριτσάκι, από τις πρώτες τάξεις του γυμνασίου, όταν ακόμα ήταν καθηγητής μου. Ήταν νέος στο σχολείο και όλα τα κορίτσια ήταν ερωτευμένα μαζί του.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Πόσο κράτησε αυτό;
ΙΣΜΗΝΗ: Δεν σταμάτησε ποτέ. Γνωριστήκαμε καλύτερα όταν οι γονείς μου τον προσέλαβαν να μου κάνει ιδιαίτερα μαθήματα. Περίμενα με λαχτάρα την ώρα του μαθήματος. Από ένα σημείο και μετά δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ και το μάθημα δεν προχωρούσε. Αυτός το κατάλαβε και σταμάτησε τα ιδιαίτερα. Ήταν σοβαρός και αυστηρός με τις μαθήτριες ο αδερφός σου, ευτυχώς γιατί διαφορετικά θα πέφτανε όλες πάνω του.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Και τι έγινε μετά;
ΙΣΜΗΝΗ: Μετά…για ένα μακρύ διάστημα δεν βλεπόμαστε. Εγώ προσπαθούσα να μάθω για αυτόν, δεν τον ξέχασα ποτέ, τον λάτρευα! Όταν μετά από χρόνια ξανασυναντηθήκαμε εγώ ήμουν φοιτήτρια και εκείνος – τι σύμπτωση – καθηγητής μου στο πανεπιστήμιο. Τον πλησίασα και του τα θύμισα, έμεινε έκπληκτος!... Του εξομολογήθηκα τον ερωτά μου και περιέργως ενέδωσε!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Τότε γιατί παντρεύτηκε μιαν άλλη;
ΙΣΜΗΝΗ: Για κάμποσο καιρό δεν βλεπόμαστε πάλι, χαθήκαμε, εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο και ασχολήθηκε με την έρευνα και τα εκπαιδευτικά προγράμματα του υπουργείου. Μετά έμαθα πως παντρεύτηκε!... Μου έπεσε κεραμίδα!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ο αδερφός μου δεν μπορεί να αγαπήσει, τον ξέρω καλά. Μόνο με εκείνη την πόρνη την γυναίκα του ήταν καψούρης, είχε παθιαστεί μαζί της γιατί του τα φορούσε. Εγώ όμως όταν αγαπάω νιώθω σαν ανυπόμονο πουλάρι, και όταν μάλιστα βρίσκομαι μπροστά σε μια ομορφιά σαν την δική σου, μου ’ρχεται να χλιμιντρίσω!
ΙΣΜΗΝΗ: Οδυσσέα συγκρατήσου!...
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Με συγχωρείς… δεν μπορώ να αλλάξω χούγια από την μια στιγμή στην άλλη.
(Απομακρύνεται από κοντά του. Παύση. Αμηχανία).
ΙΣΜΗΝΗ: Οδυσσέα πες μου κάτι… όλα αυτά τα χρόνια που περιπλανιέσαι, δεν κατάφερες να βρεις μια γυναίκα να σταθεί πλάι σου και να σου αλλάξει μυαλά, να κάνεις οικογένεια ας πούμε;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Είμαι εκ πεποιθήσεως κατά της οικογένειας, πιστεύω στην κοινοβιακή ζωή. Αν όμως έβρισκα μια γυναίκα σαν και σένα μπορεί και να άλλαζα πεποιθήσεις.
ΙΣΜΗΝΗ: Δεν βρήκες καμία;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Βρήκα.
ΙΣΜΗΝΗ: Και λοιπόν;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Έψαχνε να βρει και εκείνη τον άντρα που θα της άλλαζε πεποιθήσεις.
ΙΣΜΗΝΗ (Γελάει): Ξέρεις κάτι Οδυσσέα, είσαι ενδιαφέρον άνθρωπος.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Μη μου λες τέτοια σε παρακαλώ γιατί εκτός από ενδιαφέρον είμαι και άτακτος.
ΙΣΜΗΝΗ: Αν δεν ήμουν ερωτευμένη με τον αδερφό σου μπορεί και να σε ερωτευόμουν.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Πάντα αυτός, πάντα μου βγαίνει μπροστά. Πολύ τυχερό το αδέρφι μου, όλα του έρχονται στην ώρα τους. Αντίθετα σε εμένα έρχονται κατόπιν εορτής.
ΙΣΜΗΝΗ: Μην κακολογείς την τύχη σου και δεν ξέρεις τι μπορεί να σου φέρει.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Αν έφερνε και σε εμένα μιαν Ισμήνη όλα θα ήταν διαφορετικά.
ΙΣΜΗΝΗ: Που πέρασες την ζωή σου όλα αυτά τα χρόνια;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Δεν νομίζω πως θέλεις στα αλήθεια να μάθεις.
ΙΣΜΗΝΗ: Θα με ενδιέφερε… αν όμως υπάρχει κόλλημα…
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Μια μεγάλη περίοδο την πέρασα δίπλα σε έναν χαλίφη που στο χαλιφάτο του ξεπηδούσαν οι πετρελαιοπηγές σαν τα μανιτάρια. Με είχε διορίσει μέγα χαρεμοφύλακα στο μεγάλο χαρέμι του. Στην ουσία με προσέλαβε να τον βοηθάω, γιατί οι γυναίκες του κόντευαν να πάθουν σεληνιασμό από την στέρηση. Με λίγα λόγια ζητούσε έναν βαρβάτο κόκορα για το κοτέτσι του.
ΙΣΜΗΝΗ: Και τα κατάφερες;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Έκανα το κατά δύναμιν, όμως άρχισα να μελαγχολώ.
ΙΣΜΗΝΗ: Γιατί;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Δεν μου άρεσε αυτή η δουλειά ήταν μονότονη. Όλη την ημέρα ξάπλα μάσα και πήδημα.
ΙΣΜΗΝΗ: Έμοιαζε και αυτή με κοινόβιο, ταίριαζε με τις πεποιθήσεις σου.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Εγώ είμαι άνθρωπος της δράσης και εκεί μέσα ήταν φυλακή. Βέβαια υπήρχαν κάποιες ανέσεις που δεν τις βρίσκεις στις άλλες φυλακές, όμως όπως και να το κάνουμε ήταν φυλακή. Αποφάσισα και εγώ να φύγω. Το ’μαθαν οι γυναίκες και έγινε το έλα δεις, θρήνος και κοπετός. Το είπαν στον χαλίφη και αυτός διέταξε να μου πάρουν το κεφάλι! Τρόμαξα να γλιτώσω! Ακόμα και τώρα που το σκέφτομαι μου ’ρχεται να το βάλω στα πόδια!
ΙΣΜΗΝΗ (Γελάει): Είσαι μέγας παραμυθάς Οδυσσέα!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ψυχή μου, μου σχίζει την καρδιά το κρυστάλλινο γέλιο σου!
ΙΣΜΗΝΗ: Θα μπορούσες να γράψεις όλες αυτές τις ιστορίες σου και να κάνεις καριέρα σαν παραμυθάς.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Θα μπορούσα να κατεβάσω τον ήλιο στα πόδια σου να τον θαμπώσεις με την ομορφιά σου!
ΙΣΜΗΝΗ: Σταμάτα να μου λες τέτοια γιατί θα το πάρω επάνω μου.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Αν ήμουν δίπλα μου θα σου το έλεγα κάθε μέρα, πρωί και βράδυ!
(Από έξω ακούγονται άγριες φωνές).
ΙΣΜΗΝΗ: Ήρθανε πάλι, πρέπει να κρυφτείς.
(Ο Οδυσσέας την αρπάζει και την φιλάει. Εκείνη στην αρχή αντιδρά μετά αφήνεται. Όταν ο Οδυσσέας τελειώνει του δίνει χαστούκι).
ΙΣΜΗΝΗ: Σου είπα να μην το ξανακάνεις!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ (Βαστάει το μάγουλο): Πώ πω!... Βαρύ χέρι που έχεις!
ΙΣΜΗΝΗ: Δεν είμαι διαθέσιμη, ανήκω στον Παύλο.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Τον αγαπάς στα αλήθεια;
ΙΣΜΗΝΗ: Στο έχω πει πολλές φορές.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Εκείνος σε αγαπάει;
ΙΣΜΗΝΗ: Δεν σε αφορά.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Είμαι πρόθυμος να βοηθήσω, θα του κεντρίσουμε την ζήλια και θα σε παντρευτεί.
ΠΑΥΛΟΣ (Μπαίνει): Έχουν μαζευτεί έξω, κάποιος τους είπε πως είσαι εδώ και…(Τους παρατηρεί). Τι συμβαίνει; Έγινε κάτι όσο έλειπα;
ΙΣΜΗΝΗ (Ταραγμένη): Όχι, τι να συμβεί…
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ξέρεις αδέρφι, αποφασίσαμε…
ΠΑΥΛΟΣ: Αποφασίσατε;… Ποιοι;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Η Ισμήνη και εγώ…
ΙΣΜΗΝΗ: Δεν αποφασίσαμε τίποτα!
ΠΑΥΛΟΣ: Τι έκανες πάλι Οδυσσέα;
ΙΣΜΗΝΗ: Δεν έκανε τίποτα, είχαμε έναν έντονο διάλογο.
ΠΑΥΛΟΣ: Για ποιο λόγο;
ΙΣΜΗΝΗ: Τίποτα σοβαρό, μια παρεξήγηση!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Η Ισμήνη και εγώ…
(Από έξω ακούγεται ένας κρότος και αμέσως το φως της φωτιάς φαίνεται έντονο. Ο Οδυσσέας τρέχει στο παράθυρο).
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ρίξανε βόμβα μολότοφ. Έχουνε μαζευτεί πολλοί!
(Ακούγονται φωνές «βγάλ’ τον έξω, δώσ’ τον σ’ εμάς». Απανωτές βόμβες και φωτιά που δυναμώνει).
ΙΣΜΗΝΗ: Θα κάψουν το σπίτι!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ (Μπαίνει κατατρομαγμένος): Καίγεται το παλιό κιόσκι του κήπου, αυτοί τρελάθηκαν, θα μας κάψουν ζωντανούς!
ΠΑΥΛΟΣ: Τι έκανες πάλι Οδυσσέα!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Η Ισμήνη και εγώ αποφασίσαμε…
ΙΣΜΗΝΗ: Μην τον πιστεύεις Παύλο!...
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Κάτι πρέπει να κάνουμε η φωτιά μεγαλώνει!... Έρχεται κατά δω! Εγώ είμαι γέρος μα εσείς κακόμοιρα παιδιά μου είστε τόσο νέοι!
ΠΑΥΛΟΣ: Με προειδοποίησαν πως αν δεν σε παραδώσω θα κάψουν όλο το σπίτι!… Σε ρωτάω για τελευταία φορά: Τι έκανες στην γυναίκα μου Οδυσσέα;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Στην γυναίκα σου;…
ΙΣΜΗΝΗ: Σταματήστε, δεν είναι ώρα για τέτοια!
(Πέφτουν και άλλες βόμβες).
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: (Τους κοιτάζει ερευνητικά, μετά στρέφει προς την έξοδο). Πηγαίνω έξω, εμένα ζητάνε! (Φωνάζει προς τα έξω). Εντάξει, εντάξει! Ηρεμήστε, έρχομαι!...(Βγαίνει).
ΙΣΜΗΝΗ: Κάνε κάτι Παύλο, θα τον σκοτώσουν.
ΠΑΥΛΟΣ: Γιατί τόσο ενδιαφέρον;
ΙΣΜΗΝΗ: Είναι αδερφός σου!...
ΠΑΥΛΟΣ: Τον αγαπάς;
ΙΣΜΗΝΗ: Εσένα αγαπώ, μόνον εσένα!
ΠΑΥΛΟΣ Αυτός το ξέρει;
ΙΣΜΗΝΗ: Ναι.
ΠΑΥΛΟΣ: (Την αγκαλιάζει) Μην ανησυχείς τότε! Θα φροντίσω να τον πάρω υπό την κηδεμονία μου.
ΙΣΜΗΝΗ: Τι θα πει αυτό;
ΠΑΥΛΟΣ Θα εγγυηθώ για αυτόν.
ΙΣΜΗΝΗ: Δηλαδή;…
ΠΑΥΛΟΣ: Θα μάθεις!... (Από έξω οι φωνές δυναμώνουν και γίνονται επιθετικές. Ο Παύλος κοιτάζει προς την έξοδο, στέκει διστακτικός, μετά αποφασίζει να βγει). Πηγαίνω να προλάβω μην του κάνουν κακό!... Εσύ μείνε εδώ! (Βγαίνει. Η Ισμήνη τον παρακολουθεί και προσπαθεί να καταλάβει)

ΕΙΚΟΝΑ ΠΕΜΠΤΗ

(Την άλλη μέρα το πρωί. Το σκηνικό παραμένει το ίδιο. Ο ήλιος μπαίνει από τα παράθυρα και τα πουλιά ακούγονται να κελαηδούν. Από τον κήπο μπαίνουν ο Παύλος και η Ισμήνη, δείχνουν ευτυχισμένοι).

ΠΑΥΛΟΣ: Την εποχή αυτή ο κήπος φαντάζει σαν παράδεισος!
ΙΣΜΗΝΗ: Οι πασχαλιές, τα τριαντάφυλλα, όλα ανθίσανε. Μια πανδαισία χρωμάτων! Το άρωμά τους σε μεθάει και εγώ είμαι πολύ ευτυχισμένη!
ΠΑΥΛΟΣ: Πως δεν τον είχα προσέξει τόσα χρόνια, θα τα είχα παρατήσει και θα ερχόμουν να μείνω εδώ μόνιμα.
ΙΣΜΗΝΗ: Η μαμά σου είχε πάθος με τον κήπο, όσο της επέτρεπαν οι δυνάμεις της τον περιποιόταν σαν παιδί της.
ΠΑΥΛΟΣ: Η μαμά! Όλα τα φρόντιζε η μαμά!...
ΙΣΜΗΝΗ: Ήταν άξιος άνθρωπος!
ΠΑΥΛΟΣ (Την κοιτάζει): Για να σε δω!...
ΙΣΜΗΝΗ: Συμβαίνει κάτι;
ΠΑΥΛΟΣ: Το πρόσωπό σου λάμπει, είσαι πολλή όμορφη!
ΙΣΜΗΝΗ (Κολλάει επάνω του): Παύλο πες μου αλήθεια, θα μπορούσες να ζήσεις την υπόλοιπη ζωή σου μαζί μου;
ΠΑΥΛΟΣ (Ξαφνιάζεται): Πως σου ήρθε πάλι αυτό; ( Χαμογελάει). Γιατί όχι, είσαι ένα σπάνιο πλάσμα.
ΙΣΜΗΝΗ: Με αγαπάς καθόλου;
ΠΑΥΛΟΣ: Αν υπήρχε στον κόσμο όλο κάποια γυναίκα που θα αγαπούσα αυτή θα ήσουν εσύ.
ΙΣΜΗΝΗ: Πολλή διπλωματική απάντηση.
ΠΑΥΛΟΣ: Μη μου στεναχωριέσαι, είμαι βέβαιος πως θα σε αγαπήσω παράφορα.
ΙΣΜΗΝΗ: θα μπορούσες να με δεις να αγαπώ άλλον;
ΠΑΥΛΟΣ: Με τίποτα.
ΙΣΜΗΝΗ: Τότε δείξε το, άφησε τα συναισθήματά σου να τρέξουν! Η αγάπη είναι σαν ένα άγριο άλογο, θέλει να καλπάσει ξέφρενη, μην της βάζεις χαλινό.
ΠΑΥΛΟΣ: Ο Οδυσσέας στα είπε αυτά;
ΙΣΜΗΝΗ: Ναι!...
ΠΑΥΛΟΣ: Με θέλεις τρελό και παλαβό, χωρίς τα λογικά μου στη θέση τους;
ΙΣΜΗΝΗ: Ναι!...Έτσι σε θέλω! Ξέχασε το παρελθόν, ξέχασε τι έγινε με την γυναίκα σου, άλλαξε σελίδα και κοίτα μπροστά! Στρέψε το βλέμμα σου σε εμένα και θα δεις έναν άλλο κόσμο!
ΠΑΥΛΟΣ (Την κοιτάζει): Σε κοιτάζω!...
ΙΣΜΗΝΗ: Λοιπόν;…Τι βλέπεις;
ΠΑΥΛΟΣ: Βλέπω τα μάτια σου υγρά, βλέπω τα μάγουλά σου κόκκινα από τον πυρετό, βλέπω τα χείλη σου που τρέμουν και εγώ δεν μπορώ να κρατηθώ. (Την φιλάει παράφορα).
ΙΣΜΗΝΗ (Τον απομακρύνει): Ήρεμα!...
ΠΑΥΛΟΣ: Τι έπαθες; Έτσι δεν με θέλεις;
ΙΣΜΗΝΗ: Ναι… Όμως...
ΠΑΥΛΟΣ: Τι συμβαίνει;… Σε φίλησε;
ΙΣΜΗΝΗ: Ποιος;
ΠΑΥΛΟΣ: Ο Οδυσσέας! Χθες που μπήκα σας είδα αναστατωμένους. Σε φίλησε;
ΙΣΜΗΝΗ: Ναι.
ΠΑΥΛΟΣ: Θα τον σκοτώσω!
ΙΣΜΗΝΗ: Ηρέμησε, ήταν ένα λάθος του, κατάλαβε πως μόνο εσένα αγαπώ.
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν έπρεπε να το κάνει πάλι. Είναι ένας άρπαγας! Από μικρός αρπάζει ό,τι είναι δικό μου. Ισχυρίζεται πως ό,τι έχω εγώ ανήκει και σ’ αυτόν.
ΙΣΜΗΝΗ: Δεν είναι αλήθεια;…
ΠΑΥΛΟΣ: Ισμήνη, σύνελθε!... Δεν θα του επιτρέψω να σε αγγίξει!
ΙΣΜΗΝΗ: Αυτό το ξεκαθαρίσαμε, ξέρει πως εγώ ανήκω μόνο σε σένα… εκτός…
ΠΑΥΛΟΣ: Εκτός;… Τι συμβαίνει με εσένα και τον Οδυσσέα;
ΙΣΜΗΝΗ (Παίζει με την ζήλια του): Τίποτα το ιδιαίτερο, εκτός από εκείνο το περιστατικό…
ΠΑΥΛΟΣ: Ισμήνη μην παίζεις μαζί μου, μπορεί να γίνω Οθέλλος!
ΙΣΜΗΝΗ: Να γίνεις!... Θέλω να σε δω να ζηλεύεις και εσύ, θέλω να καίγεσαι από ζήλια για μένα.
ΠΑΥΛΟΣ: Ισμήνη σε προειδοποιώ…
ΙΣΜΗΝΗ (Κολλάει πάνω του): Θα με παντρευτείς;
ΠΑΥΛΟΣ: Μην με εκβιάζεις.
ΙΣΜΗΝΗ: Θα με παντρευτείς;
ΠΑΥΛΟΣ: Πότε;
ΙΣΜΗΝΗ: Τώρα!
ΠΑΥΛΟΣ: Τι σε έπιασε;
ΙΣΜΗΝΗ: Θέλω πριν φύγεις από το χωριό να παντρευτούμε.
ΠΑΥΛΟΣ: Αυτό είναι αδύνατον.
ΙΣΜΗΝΗ: Γιατί;
ΠΑΥΛΟΣ: Είμαι τελείως απροετοίμαστος.
ΙΣΜΗΝΗ: Δεν χρειάζεται προετοιμασία. Θα πάμε στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία και εκεί θα παντρευτούμε.
ΠΑΥΛΟΣ: Πως έτσι, οι δυο μας;
ΙΣΜΗΝΗ: Εσύ εγώ και ο αδερφός σου.
ΠΑΥΛΟΣ: Και κουμπάρος;
ΙΣΜΗΝΗ: Θα πούμε στον Οδυσσέα, είμαι βέβαιη πως θα δεχτεί με χαρά.
ΠΑΥΛΟΣ: Πάλι ο Οδυσσέας στη μέση!...
ΙΣΜΗΝΗ: Μην ανησυχείς, όταν παντρευτούμε δεν θα έχει λόγο…
ΠΑΥΛΟΣ: Παντρεμένος ήμουνα όταν μου άρπαξε την γυναίκα.
ΙΣΜΗΝΗ: Αυτή την φορά δεν θα το κάνει.
ΠΑΥΛΟΣ: Γιατί θα ντραπεί;
ΙΣΜΗΝΗ: Όχι, ξέρει πως εγώ αγαπώ μόνο εσένα!
ΠΑΥΛΟΣ (Παγιδευμένος προσπαθεί να ξεφύγει): Μα δεν προλαβαίνεις να φτιάξεις νυφικό…
ΙΣΜΗΝΗ: Έχω νυφικό!.
ΠΑΥΛΟΣ: Έχεις έτοιμο νυφικό;
ΙΣΜΗΝΗ: Το έχω φτιάξει από καιρό. Το έχω κρεμασμένο στην ντουλάπα μου και περιμένει!
ΠΑΥΛΟΣ: Μου την έχεις λοιπόν στημένη…
ΙΣΜΗΝΗ: Ναι, αυτήν την φορά δεν μπορείς να ξεφύγεις.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ (Μπαίνει): Συχωρέστε με μα πρέπει να σας πω πως κάποιος κύριος είναι έξω.
ΠΑΥΛΟΣ: Ποιος κύριος;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Δεν τον έχω ματαδεί, κρατάει κάτι χαρτιά στα χέρια του.
ΠΑΥΛΟΣ: Και τι θέλει;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Εσάς.
ΠΑΥΛΟΣ: Εμένα;… Καλά έρχομαι. (Στην Ισμήνη). Μην φύγεις, θα συνεχίσουμε την κουβέντα μας. (Βγαίνει).
ΥΠΗΡΕΤΗΣ (Σαν να μονολογεί): Περίεργα πράγματα γίνονται τελευταία. Άλλαξε ο κόσμος, άλλαξε πολύ. Θα ρίξει κεραυνό ο Θεός και θα μας κάψει.
ΙΣΜΗΝΗ: Γιατί το λέτε αυτό;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Αγρίεψαν όλοι!... Κάποτε υπήρχε αγάπη, σεβασμός, οι γέροι ήσανε σεβαστά πρόσωπα, όλοι ζητούσαν την γνώμη των. Τώρα…
ΙΣΜΗΝΗ: Ησυχάστε, υπάρχουν και σήμερα άνθρωποι που σέβονται τους γεροντότερους.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Φοβάμαι πως δεν είναι όπως παλιά, τους κοιτάς στα μάτια και βλέπεις την διαφορά, δεν αγαπούν πια τον συνάνθρωπο. Σχώρα με παιδί μου, δεν ξέρω πια τι λέω… Κακό πράμα τα γερατειά… (Βγαίνει).
ΠΑΥΛΟΣ (Έρχεται με μια κόλλα χαρτί): Ο δικαστικός κλητήρας ήτανε, όρισαν δικάσιμο.
ΙΣΜΗΝΗ: Για πιο πράμα;
ΠΑΥΛΟΣ: Χτες για να αποσπάσω τον Οδυσσέα από τα χέρια τους, τους υποσχέθηκα πως δεν θα δημιουργήσει πια προβλήματα. Εγγυήθηκα για την από εδώ και πέρα συμπεριφορά του. Ο εισαγγελέας φρόντισε αυτό να πάρει επίσημο χαρακτήρα με απόφαση του δικαστηρίου.
ΙΣΜΗΝΗ: Αναλαμβάνεις μεγάλη ευθύνη.
ΠΑΥΛΟΣ: Θα τον θέσουν υπό την κηδεμονία μου, όπως σου είπα.
ΙΣΜΗΝΗ: Δεν είναι ανήλικος.
ΠΑΥΛΟΣ: Είναι ιδιόρρυθμος. Είναι απειλή! Τον έκριναν ανεπιθύμητο για την πόλη
ΙΣΜΗΝΗ: Θα το δεχτεί αυτό ο Οδυσσέας;
ΠΑΥΛΟΣ: Καλό είναι να μην το μάθει μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα.
ΙΣΜΗΝΗ: Και εσύ γιατί το δέχτηκες;
ΠΑΥΛΟΣ: Έπρεπε!... Είναι καιρός να συνετισθεί.
ΙΣΜΗΝΗ: Αυτό θα τον σκοτώσει!
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν νομίζω, ο ίδιος μου εκμυστηρεύτηκε πως κουράστηκε και θέλει και αυτός να γίνει νομιμόφρων.
ΙΣΜΗΝΗ: Πόσο νομιμόφρων;
ΠΑΥΛΟΣ: Όσο χρειάζεται για να συμβιώσει με τους κατοίκους αυτής της πόλης.
ΙΣΜΗΝΗ: Και πιστεύεις πως ο Οδυσσέας θα τα καταφέρει;
ΠΑΥΛΟΣ: Είναι υποχρεωμένος να αλλάξει αν θέλει να μείνει εδώ. Ήδη έκανε το πρώτο βήμα, μου ζήτησε να του αγοράσω κοστούμι και γραβάτα.
ΙΣΜΗΝΗ (Χαμογελάει): Πολύ θα ήθελα να δω τον Οδυσσέα με κολάρο.
ΠΑΥΛΟΣ: Μην το γελάς, πολλά μπορεί να καταφέρει ο άνθρωπος αν το θελήσει.
ΙΣΜΗΝΗ: Ακόμα και να αλλάξει φορεσιά ο Οδυσσέας!...
ΠΑΥΛΟΣ: Ακόμα και να αλλάξει φορεσιά ο Οδυσσέας.
ΙΣΜΗΝΗ: Τότε θα είναι στην πλήρη εξάρτησή σου, θα γίνει το σκυλάκι σου. (Σκεφτική). Αυτό θέλεις;
ΠΑΥΛΟΣ: Για το καλό του.
ΙΣΜΗΝΗ (Σιωπή. Τον κοιτάζει): Τι συμβαίνει Παύλο; Τι του ετοιμάζεις; Μήπως τον μισείς;
ΠΑΥΛΟΣ (Ξαφνιάζεται): Πως σου πέρασε από το μυαλό;… Αδερφός μου είναι, να τον βοηθήσω θέλω!
ΙΣΜΗΝΗ: Του αφαιρείς τον αέρα, θα πάθει ασφυξία!... Δεν το καταλαβαίνεις;
ΠΑΥΛΟΣ: Υπερβολές. Για ένα μικρό διάστημα – όσο χρειάζεται για να προσαρμοστεί – θα υποφέρει λίγο. Μετά θα απολαμβάνει όλα όσα και οι κάτοικοι αυτού του χωριού.
(Παύση).
ΙΣΜΗΝΗ: Που κοιμήθηκε χθες βράδυ;
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν ξέρω, μετά τα χτεσινά επεισόδια χάθηκε πάλι σαν αερικό. Η πόλη δεν τον δέχεται ακόμα. Με στεναχωρεί που ο αδερφός μου περιφέρεται έξω από την πόλη και κοιμάται στις σπηλιές και στα χαλάσματα, όταν έχει ολόκληρο σπίτι που τον περιμένει.
ΙΣΜΗΝΗ: Δεν θα έπρεπε να ψάξεις να τον βρεις;
ΠΑΥΛΟΣ: Θα ξανάρθει. Και να σου πω… όσο περισσότερο ταλαιπωρηθεί τόσο πιο συνεργάσιμος θα είναι στο εξής.
ΙΣΜΗΝΗ: Για να σε δω!... Με προβληματίζει αυτή η στάση σου!...
ΠΑΥΛΟΣ: Ησύχασε, ό,τι κάνω το κάνω για το καλό του. Πρέπει τώρα να πεταχτώ μέχρι την εισαγγελία να ταχτοποιήσω αυτό το ζήτημα. Εσύ μείνε σε παρακαλώ δεν θα αργήσω. (Φεύγει).
ΥΠΗΡΕΤΗΣ (Έρχεται): Που πηγαίνει πάλι ο Παύλος; Δεν μου είπε αν θα ετοιμάσω φαΐ, αν θα φάτε εδώ ή έξω, και αν θα φάτε για πόσους να ετοιμάσω; Θα φάει και ο Οδυσσέας;
ΙΣΜΗΝΗ: Μην ανησυχείτε, αν χρειαστεί θα ετοιμάσω εγώ.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Είναι πολύ σπουδαίο να ξαναβρεθεί η οικογένεια γύρω από ένα τραπέζι, όμως πρέπει να ξέρω για να προλάβω να ετοιμάσω. (Βγαίνει. Από έξω έρχεται ο Οδυσσέας).
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Είσαι μόνη;
ΙΣΜΗΝΗ: Οδυσσέα ήρθες;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Περίμενα να φύγει ο Παύλος και να μπω.
ΙΣΜΗΝΗ: Δεν θέλεις να τον δεις;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Πρέπει πρώτα να μιλήσω μαζί σου.
ΙΣΜΗΝΗ: Σε ακούω.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ήθελα να σου πω… (Την κοιτάζει). Είσαι πολύ όμορφη!
ΙΣΜΗΝΗ: Αυτό ήθελες να μου πεις;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Όχι… ναι… και αυτό. Ήθελα να σου πω να βοηθήσεις και εσύ… να πείσεις τον Παύλο…
ΙΣΜΗΝΗ: Για πιο πράγμα;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Να με αφήσει να μείνω εδώ για κάποιο διάστημα… Στο κάτω κάτω έχω και εγώ μερίδιο στο σπίτι.
ΙΣΜΗΝΗ: Νομίζω πως αυτό προσπαθεί να ταχτοποιήσει.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Να μου εξασφαλίσει , αν μπορεί, και κάποιο εισόδημα.
ΙΣΜΗΝΗ: Όλα μπορούν να γίνουν.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Και ακόμα… Είσαι στα αλήθεια πολύ όμορφη σήμερα!
ΙΣΜΗΝΗ: Γιατί τις άλλες μέρες δεν είμαι;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Πάντα είσαι, όμως σήμερα…
ΙΣΜΗΝΗ: Τι λέγαμε λοιπόν;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Να… μόλις ταχτοποιηθώ και πάρω ανάσα θα πεταχτώ μέχρι την Νέα Ζηλανδία να βρω τον γέρο μου, με περιμένει.
ΙΣΜΗΝΗ: Ποιον να βρεις;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Τον πατέρα μας.
ΙΣΜΗΝΗ: Δικό σου και του Παύλου;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ε ναι από έναν πατέρα είμαστε.
ΙΣΜΗΝΗ: Έχετε πατέρα;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Μα φυσικά, δεν μύρισε τον κρίνο η μάνα μας, από τον σπόρο του πατέρα μας βγήκαμε.
ΙΣΜΗΝΗ: Κάτι μου είπε ο υπηρέτης μα δεν έδωσα μεγάλη σημασία. Τελικά όλο εκπλήξεις είσαστε! Και ζει εκεί ο πατέρας σας;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ζει και βασιλεύει και την γη τους κυριεύει. Έχει τεράστιες εκτάσεις στην Νέα Ζηλανδία όπου εκτρέφει χιλιάδες πρόβατα. Την τελευταία φορά που πήγα εκεί κάναμε μια δουλειά εκατομμυρίων, έφυγα όμως επειγόντως γιατί με περίμεναν κάποιες εκκρεμότητες από άλλη δουλειά στην Νότιο Αμερική. Γι αυτό σου λέω… κάποια στιγμή πρέπει να πάω να βάλω τάξη και εκεί, ο πατέρας γέρασε πια και μπορεί να του την φάνε την περιουσία.
ΙΣΜΗΝΗ: Ποτέ δεν άκουσα για τον πατέρα σας, ποτέ δεν έγινε λόγος.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ε καλά η μάνα απέφευγε…Όμως τι σημασία έχουν τώρα όλα αυτά, εκείνο που μετράει είναι πως έχουμε έναν μεγάλο θησαυρό στην άλλη άκρη της γης και αν δεν τον φέρουμε εδώ θα τον φάνε οι αετονύχηδες. Με την περιουσία του πατέρα μας μπορούμε όλοι μας να ζήσουμε σαν μαχαραγιάδες. Πρώτα όμως πρέπει να ηρεμίσω, να πάψω να τριγυρνάω άσκοπα από τόπο σε τόπο, να βάλω σε κάποια τάξη το μυαλό μου. Μετά θα πάρω το αδέρφι μου και θα πάμε να τον φέρουμε, να ζήσουμε πάλι όλοι μαζί σαν μια ευτυχισμένη οικογένεια.
ΙΣΜΗΝΗ: Για να σε δω, δεν φαντάζομαι να είναι και αυτό κανένα από τα παραμύθια σου;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Σε παρακαλώ, με προσβάλεις! Πως θα μπορούσα να πω ένα τόσο μεγάλο ψέμα! Εδώ μιλάμε για τον γέρο μου, τον γεννήτορα μας, το ιερό και όσιο της οικογένειάς μας.
ΙΣΜΗΝΗ: Έχεις ιερό και όσιο εσύ;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Αν κάποιος άλλος μου το ’λεγε αυτό, σε διαβεβαιώνω πως δεν θα ζούσε τώρα!
ΙΣΜΗΝΗ: Συγχώρεσέ με, δεν ξέρω πια τι να πιστέψω.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ο Οδυσσέας δεν λέει ποτέ ψέματα για τόσο σοβαρά ζητήματα.
ΠΑΥΛΟΣ (Μπαίνει): Α ήρθες; Μου είπαν πως σε είδαν να τριγυρνάς εδώ γύρω.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ήρθα να σε παρακαλέσω να το ξανασκεφτείς.
ΠΑΥΛΟΣ: Για σένα τρέχω. Όμως δεν μπορώ να σε καταλάβω, ποτέ δεν σε βρίσκω σε μια θέση, συνεχώς κινείσαι. Οι ιδέες σου αλλάζουν, τα συναισθήματά σου αλλάζουν, τα στέκια σου αλλάζουν. Τι συμβαίνει με εσένα Οδυσσέα; Πως μπορεί να σε πιάσει κάποιος, να σε αγγίξει. Δίνεις την αίσθηση πως είσαι κάτι άυλο, άπιαστο, ένα αερικό που προς στιγμή φαίνεσαι γήινος, αλλά μόλις κάποιος σε πλησιάσει πιάνει αέρα.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Τι είναι αυτά που μου λες; Εγώ ήρθα να σε παρακαλέσω να με βοηθήσεις…
ΙΣΜΗΝΗ: Η παρουσία του Οδυσσέα εδώ θα ξαναζεστάνει τις σχέσεις σας.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ναι αδέρφι αν δεν σε πειράζει θα ήθελα να μείνω τώρα στο σπίτι, κοντά σας. Έχω μεγάλη ανάγκη να αράξω κάπου.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Και βρίσκεις αυτό το σπίτι κατάλληλο για καταφύγιο; Από ποιους θέλεις να κρυφτείς Οδυσσέα;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Είμαι ναυαγός και ζητάω ένα σωσίβιο να πιαστώ. Έχω ανάγκή κάπου να αράξω, δεν αντέχω άλλο την περιπλάνηση. Σε παρακαλώ να με δεχτείς, δεν έχω που αλλού να πάω. Είμαι πρόθυμος να πέσω και στα πόδια σου να σε ικετεύσω! Θα αλλάξω τρόπο ζωής, θα πιάσω δουλειά και θα ζω όπως όλοι οι νοικοκυραίοι. Δώσε μου σε παρακαλώ αυτήν την ευκαιρία.
ΠΑΥΛΟΣ: Γιατί ταπεινώνεσαι;…
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Εσύ είσαι δυνατός, είσαι ικανός, είσαι ο αδερφός μου, μπορείς να βοηθήσεις και εμένα να σταθώ στα πόδια μου.
ΠΑΥΛΟΣ: Και βέβαια μπορώ… φτάνει να είσαι ειλικρινής μαζί μας. Το σπίτι αυτό είναι και δικό σου, ο πάνω όροφος έμεινε χρόνια κλειστός και σε περιμένει, μπορείς όποτε θέλεις να εγκατασταθείς.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ (Τον φιλάει): Είσαι μεγάλη καρδιά αδέρφι! Σήμερα πείρες μια σπουδαία απόφαση, και εγώ σου υπόσχομαι να μην σου δώσω αφορμή να το μετανιώσεις.
ΙΣΜΗΝΗ: Χαίρομαι πάρα πολύ που πήραν αυτήν την τροπή τα πράγματα, και για να σου δείξουμε και εμείς την εμπιστοσύνη μας, σου αναγγέλλουμε τους γάμους μας που θα γίνουν πολύ σύντομα. Είσαι και ο πρώτος που το μαθαίνεις.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Μη μου πεις πως τον κατάφερες νεράιδα μου! Αδέρφι παίρνεις έναν άγγελο, είσαι πολύ τυχερός. Η Ισμήνη είναι μια οπτασία, μια όμορφη νεράιδα, είναι το ρόδο του Ισπαχάν!
ΙΣΜΗΝΗ: Σήμερα με έχει τρελάνει στα κομπλιμέντα, άκουσα τόσα όσα δεν έχω ακούσει σε όλη μου την ζωή. (Στον Παύλο). Γιατί δεν μου λες και εσύ μερικά;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Δεν σου λέει αλήθεια ο μονόχνοτος, πως μπορείς να μην κελαηδάς όταν έχεις δίπλα σου την χαρά της ζωής; Αν την είχα εγώ θα την ξύπναγα κάθε πρωί…
ΠΑΥΛΟΣ (Τον κόβει): Δεν την έχεις όμως και καλά θα κάνεις να περιορίσεις τις κορόνες σου.
ΙΣΜΗΝΗ: Και σου αναγγέλλουμε ακόμα πως σκεφτήκαμε εσένα για κουμπάρο.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Αλήθεια;.. Αυτό είναι πολύ σπουδαίο και χαίρομαι ιδιαίτερα.
ΙΣΜΗΝΗ: Έλα έλα πάμε επάνω να ανοίξουμε τα παράθυρα και να εγκατασταθείς πριν το μετανιώσει. (Τον πιάνει από το χέρι και τον τραβάει προς τις σκάλες. Την στιγμή αυτή μπαίνει αλαφιασμένη η Μπέμπα).
ΜΠΕΜΠΑ: Α, εδώ είσαι λεβέντη μου, καλά το κατάλαβα εγώ. Πάλι με αυτήν τραβιέσαι βρε.
ΙΣΜΗΝΗ: Τον πηγαίνω πάνω να του δείξω το σπίτι που θα μείνει.
ΜΠΕΜΠΑ: Ώστε βρήκες φωλιά να κρυφτείς, και νόμιζες πως εγώ δεν θα σε ξετρύπωνα. Γελάστηκες παλικαρά μου, εγώ το κατάλαβα πως εδώ θα ξαναγύριζες. Πίστεψες αλήθεια πως με ξεφορτώθηκες ε; Την Μπέμπα όμως δύσκολα την ξεφορτώνονται!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ήρθα να πάρω τα πράγματά μας και ο αδερφός μου με παρακάλεσε να μείνω για λίγο εδώ. Θα ερχόμουνα να σε πάρω.
ΜΠΕΜΠΑ: Από πού βρε, από το καπηλειό που με παράτησες χθες; Έφυγες δήθεν για να φέρεις λεφτά να πληρώσεις το φαΐ που φάγαμε και εξαφανίστηκες.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Θα ερχόμουν στο ορκίζομαι.
ΜΠΕΜΠΑ: Πότε, το μήνα που δεν έχει Σάββατο; Στο μεταξύ όμως εγώ περίμενα και ερχομό δεν είχες. Ο κάπελας κατάλαβε πως μου την έσκασες και με πείρε από κοντά, με έκανες ρεζίλι!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Μα δεν του εξήγησες;
ΜΠΕΜΠΑ: Τι να του εξηγήσω πως το έσκασες και με άφησες μόνη να βγάλω τα κάστανα από την φωτιά; Μια ολόκληρη μέρα δούλευα στην λάντζα για να ξεπλερώσω το χρέος. Μούλιασαν τα χέρια μου από τις κατσαρόλες και τα πιατικά που έπλυνα, στοίβες ολόκληρες!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ε δεν έπαθες και τίποτα, λίγη δουλειά δεν κάνει κακό.
ΜΠΕΜΠΑ (Ορμάει πάνω του έξαλλη): Θα σου βγάλω τα μάτια παλιό αλήτη!...
ΟΔΥΣΣΕΑΣ (Της πιάνει τα χέρια και ετοιμάζεται να την χτυπήσει): Για συμμαζέψου μη σου αστράψω μια και δεις τον ουρανό σφοντύλι! Δεν είμαστε σιαμαίοι, ξεκόλλα από πάνω μου και δίνε του, μου έχεις γίνει στενός κορσές κατάλαβες;
ΜΠΕΜΠΑ: Τον ακούτε πως μου μιλάει, με διώχνει τώρα, δέκα χρόνια με εκμεταλλεύτηκε και τώρα με διώχνει. Όσο περνούσε η μπογιά μου και του γέμιζα τις τσέπες λεφτά ήμουν καλή, τώρα με πετάει σαν στημένη λεμονόκουπα.
ΠΑΥΛΟΣ (Έντονα): Φτάνει! Τις διαφορές σας μπορείτε να τις λύσετε μακριά από εδώ!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Είδες τι έκανες μωρή, με έφερες σε σύγκρουση με τον αδερφό μου την στιγμή που άνοιξε την αγκαλιά του να μας δεχτεί και να μας βοηθήσει.
ΜΠΕΜΠΑ: Γιατί με παράτησες και έφυγες; (Κλαίει).
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Τι να σε έκανα εσένα, εγώ ήρθα να πω μερικές κουβέντες με τον αδερφό μου, έπρεπε να έχω και εσένα στα πόδια μου;
ΙΣΜΗΝΗ: Νομίζω πως όλα μπορούν να διορθωθούν, το σπίτι είναι μεγάλο και μπορεί να χωρέσει όλους μας, αρκεί να μην δημιουργήσετε προβλήματα, δεν είναι έτσι αγάπη μου;
ΠΑΥΛΟΣ: Εντάξει, τελειώνεται πριν το μετανιώσω.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ (Πηγαίνει και τον αγκαλιάζει): Αδέρφι άσε με να σε αγκαλιάσω πάλι, είμαι πολύ συγκινημένος με όσα έγιναν σήμερα.
ΙΣΜΗΝΗ (Στην Μπέμπα): Ας αφήσουμε τα αδέρφια να τα πούνε μεταξύ τους και πάμε εμείς επάνω να συγυρίσουμε το σπίτι.
ΜΠΕΜΠΑ: Δεν καταλαβαίνω τι γίνεται…
ΙΣΜΗΝΗ (Την παίρνει από το χέρι και ανεβαίνουν τα σκαλιά): Θα σου εξηγήσω, πάμε επάνω.
ΠΑΥΛΟΣ (Απομακρύνεται από τον Οδυσσέα και στρέφει προς την πόρτα του δωματίου της μητέρας του): Εντάξει μαμά, μπορεί να έχεις δίκιο, όμως άφησε να δοκιμάσω και εγώ. Εσύ δεν τα κατάφερες να τον βάλεις στον σωστό δρόμο, εγώ όμως θα τα καταφέρω, τον έχω δέσει τόσο γερά που δεν μπορεί να μου ξεφύγει.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Τι συμβαίνει, με ποιον μιλάς;
ΠΑΥΛΟΣ: Με την μαμά…
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Με ποια;…
ΠΑΥΛΟΣ: Τίποτα… μονολογώ πότε πότε. Είσαι έτοιμος λοιπόν να απαρνηθείς την μέχρι τώρα ζωή σου και να γίνεις και εσύ νοικοκύρης;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Τα είπαμε αυτά. Για φαντάσου όμως…να γίνω και εγώ ο Οδυσσέας νοικοκύρης, με μια ωραία γυναίκα και με ένα τσούρμο παιδιά. Θα ήταν ωραίο δεν είναι έτσι;
ΠΑΥΛΟΣ: Γιατί όχι:… Γενεές και γενεές το έκαναν πριν από εμάς.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Θα τριγυρνάω και εγώ με μία ρόμπα και θα νταντεύω κουτσούβελα!...
ΠΑΥΛΟΣ: Θα ξυπνήσει μέσα σου το ένστικτο του πατέρα.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Και εσύ θα μείνεις στον κάτω όροφο; Εδώ μαζί μας;
ΠΑΥΛΟΣ: Στο εξής θα έρχομαι συχνά στο χωριό, μπορεί και να εγκατασταθώ μόνιμα.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Και θα μας επιβλέπεις;
ΠΑΥΛΟΣ: Αυτά τα είπαμε.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ναι τα είπαμε… γιατί να τα ξαναλέμε. Να σε ρωτήσω κάτι… αγαπάς την Ισμήνη;
ΠΑΥΛΟΣ (Ξαφνιάζεται, νευριάζει): Άκουσε, σε προειδοποιώ πως αν τολμήσεις να την αγγίξεις!…
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Καλά καλά, εγώ από ενδιαφέρον ρώτησα αν την αγαπάς!
ΠΑΥΛΟΣ (Σοβαρά): Ναι την αγαπώ και όποιος τολμήσει να την αγγίξει θα τον σκοτώσω!... ακόμα και αν είναι αδερφός μου!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ (Προς στιγμήν ταράζεται): Αδερφέ… εγώ είμαι ο Οδυσσέας, αυτός που δεν φοβάται… είμαι ο κακός της παρέας!
ΠΑΥΛΟΣ: Μπορεί να γίνω και εγώ κακός.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Έλα τώρα ας τα αφήσουμε αυτά, εμείς αγαπιόμαστε. Έχω κάτι πιο σοβαρό να σου πω, να σου πω για τον γέρο μας!
ΠΑΥΛΟΣ: Για ποιον;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Για τον γέρο μας, τον πατέρα μας, αυτόν που μας έσπειρε!
ΠΑΥΛΟΣ: Τι είναι αυτά που μου λες τώρα; Πως σου ήρθε πάλι αυτό; Που τον θυμήθηκες;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Πάντα τον σκεφτόμουνα, τελευταία όλο και πιο συχνά.
ΠΑΥΛΟΣ: Τον πατέρα μας;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Τον πατέρα μας φυσικά, γιατί σου κάνει εντύπωση;
ΠΑΥΛΟΣ: Υπάρχει πατέρας;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Και βέβαια υπάρχει, δεν μας έφερε ο πελαργός.
ΠΑΥΛΟΣ: Και τόσα χρόνια γιατί δεν έδωσε σημεία ζωής, γιατί δεν έλεγε κανείς τίποτα; Η μαμά όσες φορές την ρώτησα μου έλεγε πως πέθανε.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Δεν πέθανε, χωρίσανε, έριξε πέτρα πίσω του και έφυγε μακριά, όπως…
ΠΑΥΛΟΣ: Και εγώ γιατί δεν τον θυμάμαι;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ήσουνα πολύ μικρός, αν και θα πρέπει να τον θυμάσαι λίγο, ήσουνα περίπου πέντε χρονών τότε.
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν μπορώ να συγκρατήσω την φυσιογνωμία του.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Δεν είδες κάποια φωτογραφία του;
ΠΑΥΛΟΣ: Όχι, κανείς δεν μου έδειξε.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Θα τις ξέσχισε όλες η γριά. Ήταν λεβεντάνθρωπος, πολύ ωραίος άντρας, και παρ όλα τα χρόνια του και τις κακουχίες που πέρασε είναι ακόμα.
ΠΑΥΛΟΣ: Είναι ακόμα είπες;…
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ναι είναι, ζει ο γέρος μας ακόμα! Ζει σε εκείνη την μακρινή πολιτεία με την ανάμνηση της πατρίδας και των παιδιών του! Στο προσκέφαλό του έχει πάντα την φωτογραφία μας, μια φωτογραφία που μας είχαν βγάλει μαζί όταν ήμασταν μικρά στην εθνική επέτειο με τσολιαδίστικα.
ΠΑΥΛΟΣ: Την έχουμε και εμείς αυτήν την φωτογραφία.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Κάνει τον σταυρό του και την φιλάει κάθε βράδυ πριν πέσει για ύπνο. Την έχει για εικόνισμα.
ΠΑΥΛΟΣ: Και εσύ που τα ξέρεις αυτά.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Πηγαίνω όποτε μπορώ και τον βλέπω. Κάνει τόσες χαρές… πηδάει σαν μικρό κουταβάκι όταν με βλέπει! Παλιά όταν πήγαινα είχε τρεις μέρες γιορτή, έστηνε τραπέζια και καλούσε όλο το χωριό, οργανοπαίχτες και μουσικούς που έρχονταν από την Ελλάδα και ξέμεναν, έβγαζαν τότε τα έξοδα της χρονιάς τους γιατί τότε ο πατέρας μας είχε πλούτο, είχε πολλά λεφτά και τα σκορπούσε για χάρη μου. Και πάντα η κουβέντα μας γύριζε σε εσένα, ρωτούσε και ξαναρωτούσε να μάθει νέα σου και εγώ του έλεγα πόσο σπουδαίος είσαι και πόσο άξιος, και εκείνος καμάρωνε και έκλεγε από χαρά και περηφάνια. Πάντα μου ζητούσε να του δώσω μια φωτογραφία σου και εγώ δεν είχα, του υποσχόμουνα την επόμενη φορά που θα πάω, αλλά πάλι δεν του πήγαινα γιατί δεν είχα. Δεν του έλεγα πως και εγώ είχα ξεκόψει από την οικογένεια.
ΠΑΥΛΟΣ: Θα μπορούσες να μου ζητήσεις όταν ερχόσουν.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ήταν πάντα τόσο επεισοδιακή η παρουσία μου εδώ που δεν μου έμενε μυαλό για τέτοια.
ΠΑΥΛΟΣ: Και τι κάνει τώρα, πως ζει, που βρίσκεται;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Στην Νότια Αφρική, έχασε όλη του την περιουσία και είναι πολύ φτωχός. Παντρεύτηκε τότε που είχε τα πολλά λεφτά μια Ιθαγενή και έκανε ένα τσούρμο παιδιά που τώρα δεν μπορεί να τα θρέψει. Φτώχια να δουν τα μάτια σου αδερφέ μου! Και η φλόγα για την πατρίδα και για σένα άσβεστη! Κλαίει και οδύρεται που δεν θα του δοθεί η ευκαιρία να εκπληρώσει το μεγάλο του όνειρο! Δεν έχει την δυνατότητα τώρα πια να βγάλει ένα εισιτήριο!
ΠΑΥΛΟΣ: Οδυσσέα είσαι όλο εκπλήξεις, κατάφερες πάλι να με αναστατώσεις και να μου δημιουργήσεις ενοχές.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Εγώ νόμιζα πως θα χαιρόσουνα που θα μάθαινες για τον γέρο μας, αν ήξερα…
ΠΑΥΛΟΣ: Μου προσέφερες μία ακόμα συγκινητική ιστορία… Δεν ξέρω τι να πιστέψω.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Θα πρέπει και να είσαι χαρούμενος, ένας πατέρας να βρεθεί στην ηλικία μας δεν είναι κάτι συνηθισμένο.
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν το έχω ακόμα συνειδητοποιήσει, πιστεύω πως είναι ένα παιχνίδι από αυτά που σου αρέσει να παίζεις.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ (Αυστηρά): Δεν παίζω με τον πατέρα μας, και τα παιχνίδια έχουν τα όριά τους! Ο πατέρας είναι πρόσωπο ιερό, και αν εγώ είχα τα μέσα θα πήγαινα να τον φέρω, για να προλάβει να δει πριν πεθάνει τα παιδιά του. Πάντα μου έλεγε πως ο μεγάλος του πόθος ήταν να έρθει εδώ και να αφήσει τα κόκαλά του στην γη των προγόνων του. Έκλεγε με μαύρο δάκρυ κάθε φορά που θυμόταν την πατρίδα. Αισθάνομαι οργή με την ανικανότητά μου να διαθέσω κάποιο ποσό και να τον φέρω.
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν βλέπω τον λόγο γιατί να τα βάζεις με τον εαυτό σου, δεν φταις εσύ για ότι έγινε.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Του υποσχέθηκα πως θα πάω να τον φέρω και τώρα με περιμένει. Αν μπορούσες εσύ να με δανείσεις θα μας έκανες μεγάλη εξυπηρέτηση και εγώ με την πρώτη ευκαιρία θα στα επέστρεφα.
ΠΑΥΛΟΣ: Για τι ποσό μιλάμε;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ξέρω γω… τα εισιτήριά μας, εμένα και της Μπέμπας, και στην επιστροφή, του πατέρα.
ΠΑΥΛΟΣ: Της Μπέμπας γιατί, δεν μπορείς να πας μόνος να τον φέρεις;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Α, η Μπέμπα είναι απαραίτητη, χωρίς αυτήν δεν μπορεί να κάνει βήμα. Ο πατέρας ξέρεις είναι πολύ γέρος και δεν μπορεί να ταξιδέψει χωρίς κάποιος να τον φροντίζει, και η Μπέμπα είναι μανούλα σε αυτά. Τώρα αν βάλεις και το εισιτήριο κανενός παιδιού…
ΠΑΥΛΟΣ: Ποιανού παιδιού;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Του πατέρα.
ΠΑΥΛΟΣ: Έχει και άλλα παιδιά ο πατέρας;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Τι λέμε τόσην ώρα, έχουμε και κάποια ξεχασμένα αδέρφια εκεί κάτω.
ΠΑΥΛΟΣ: Και θα φέρει και τα ξεχασμένα αδέρφια μας εδώ;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Τον ένα μόνο τον μεγάλο, του το υποσχέθηκε.
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν μου τα λες καλά Οδυσσέα, όλο και κάτι καινούργιο μου ξεφουρνίζεις. Σε λίγο θα μου πεις πως θα φέρει και τα ζώα του εδώ.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ε, δεν θα φέρει δυο σκυλάκια που έχει, είναι ξέρεις αχώριστοι σύντροφοι του, χωρίς αυτά δεν μπορεί να κάνει βήμα.
ΠΑΥΛΟΣ: Φτάνει φτάνει, αρκετούς μαζέψαμε.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Δεν έχουμε άλλους αυτοί είμαστε, ε κάποια χρήματα για να περάσουμε όλες αυτές τις μέρες, κάποια δώρα για τα υπόλοιπα κουτσούβελα, το ξενοδοχείο που θα μείνουμε…
ΠΑΥΛΟΣ: Γιατί ξενοδοχείο δεν έχει σπίτι να μείνετε ο πατέρας;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Μπα μια καλύβα που με το ζόρι χωράει αυτόν και την φαμίλια του.
ΠΑΥΛΟΣ: Με λίγα λόγια χρειάζεσαι μια μικρή περιουσία για να πας να τον φέρεις.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Οπωσδήποτε είναι κάποιο ποσό, αν επρόκειτο για ψιλά θα μπορούσα και εγώ να τα διαθέσω. Αν πάλι δυσκολεύεσαι, δεν χάθηκε ο κόσμος, τόσα χρόνια έμεινε ζωντανός στην ξενιτιά ο πατέρας, ας μείνει και πεθαμένος.
ΠΑΥΛΟΣ: Οδυσσέα είσαι μεγάλη μαφία.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Με προσβάλεις, εγώ προσφέρομαι να βοηθήσω , το κάνω για τον καημένο τον γέρο μας που έχει στεγνώσει από την νοσταλγία εκεί στην ξενιτιά, το κάνω για την οικογένεια!...
ΠΑΥΛΟΣ: Εντάξει φτάνει, κατάλαβα γιατί το κάνεις, θα στα δώσω.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Θα μπορούσα να πάω και τώρα, όσο πιο γρήγορα φύγω τόσο πιο σίγουροι είμαστε πως θα τον βρούμε ζωντανό.
ΠΑΥΛΟΣ: Εσύ ζήτησες να μείνεις στο σπίτι, οι γυναίκες το ετοιμάζουν…
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Μετά μετά, όταν θα έρθει και αυτός, θα γίνουμε μια μεγάλη οικογένεια. Δώσε μου τα λεφτά εσύ και εγώ θα στον φέρω το ταχύτερο.
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν κρατώ τόσα χρήματα επάνω μου, να σου κόψω μια επιταγή.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Κόψε μου επιταγή, καλή είναι και αυτή, και κοίταξε μην τσιγκουνευτείς. Να έχεις υπόψη σου πως πρέπει να αφήσουμε κάποια χρήματα και στην υπόλοιπη οικογένεια, πρέπει να περάσει με αυτά κάποιο διάστημα.
ΠΑΥΛΟΣ: Είσαι αδιόρθωτος. (Βγάζει το μπλοκ των επιταγών και του γράφει το ποσόν). Πάρε την και κοίταξε μην κάνεις πάλι καμιά ζαβολιά.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ (Την παίρνει και την κοιτάζει. Το αγκαλιάζει): Παύλο είσαι μεγάλη καρδιά, έδωσες στον πατέρα μας το μεγαλύτερο δώρο της ζωής του. Τώρα θα μπορούσες να βάλεις κάτι παραπάνω αλλά δεν πειράζει, θα κάνουμε οικονομία.
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν σε καταλαβαίνω, με τα χρήματα αυτά θα μπορούσες να ναυλώσεις αεροπλάνο και να κουβαλήσεις έναν ολόκληρο στρατό.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ας μην το συζητάμε τώρα. (Παύση). Ξέρεις υπάρχει και κάτι που δεν τολμούσα να σου πω.
ΠΑΥΛΟΣ: Όχι αρκετά, δεν διαθέτω άλλα χρήματα.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Δεν θα σου ζητήσω χρήματα, αντίθετα, σκέφτομαι να σου φέρω, πολλά χρήματα. Πρόκειται για μια δουλειά που αν την κάνουμε σωστά θα γίνουμε πλούσιοι από την μια στιγμή στην άλλη.
ΠΑΥΛΟΣ: Ευχαριστώ, δεν θέλω περισσότερα, μου αρκούν αυτά που έχω.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Μα εδώ μιλάμε για πολλά λεφτά!...
ΠΑΥΛΟΣ: Οδυσσέα φτάνει, δεν σου ζήτησα ποτέ χρήματα.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Αν εσύ δεν θέλεις κάντο για μένα, δεν θέλεις να δεις τον αδερφό σου πλούσιο;
ΠΑΥΛΟΣ: Θέλω να δω τον αδερφό μου άνθρωπο σωστό, έντιμο και νομοταγή.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Σε παρακαλώ άκουσέ με, πρόκειται για μια μεγάλη παρτίδα λαθραίων τσιγάρων που τα έχουμε εκτεθειμένα σε ένα παλιό νταμάρι. Κινδυνεύουμε από στιγμή σε στιγμή να τα ανακαλύψει η αστυνομία.
ΠΑΥΛΟΣ: Αρκετά! Τι λέγαμε τόσες ώρες, τι μου υποσχέθηκες;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Αυτό και τελειώνουμε, τα έχουμε εκεί από μέρες, είναι αμαρτία να πάνε χαμένα. Το υπόγειο εδώ είναι πολύ μεγάλο θα μπορούσαμε να τα κρύψουμε για ένα διάστημα, μέχρι να τα πουλήσουμε και να πήξουμε στο χρήμα. Θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε και τον γέρο μας να περάσει τις τελευταίες του μέρες σαν Ωνάσης. Έπειτα θα κάνουμε ταξίδια, πολλά ταξίδια, θα παίξουμε στα καζίνο, στο Λας Βέγκας. Έχω στα χέρια μου ένα αλάθητο σύστημα που θα τινάξει την μπάνκα στον αέρα, μου το έδωσε ένας γέρο-νέγρος λίγο πριν πεθάνει, δεν πρόλαβε εκείνος να το χρησιμοποιήσει γιατί την τελευταία φορά δεν του επέτρεψαν να μπει στο καζινο. Τελείωσε μετά από λίγο σε ένα φτωχοκομείο έρημος και μόνος.
ΠΑΥΛΟΣ: Κάπως έτσι σε βλέπω και εσένα να καταλήγεις αν δεν αλλάξεις μυαλά. Οδυσσέα σύνελθε, μου υποσχέθηκες πως θα πας να φέρεις τον πατέρα μας και μάλιστα τώρα, τι περιμένεις λοιπόν;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Εγώ για το καλό μας…
ΠΑΥΛΟΣ: Για το καλό μας σου μιλάω και εγώ. Μου διεκτραγωδούσες την κατάστασή του και την δική σου, σου έδωσα την δυνατότητα να τον φέρεις, πήγαινε φέρ’ τον.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Εντάξει αδέρφι, θα κάνω ότι μου πεις, εσύ ξέρεις περισσότερα.
ΠΑΥΛΟΣ: Ακριβώς, ξέρω περισσότερα και καλά θα κάνεις για το καλό σου να με ακούσεις.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Κι όμως ήταν μια δουλειά…
ΠΑΥΛΟΣ: Αρκετά, δεν θέλω να ακούσω λέξη!
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Έγινε, φεύγω αμέσως για την Αφρική, ο γέρος μας θα τρελαθεί από την χαρά του! Τα τσιγάρα τα αφήνουμε για αργότερα, το συζητάμε όταν γυρίσω, θα πάρουμε και την γνώμη του γέρου. (Πηγαίνει προς την σκάλα, φωνάζει). Μπέμπα, κατέβα κάτω μωρή. Μπέμπα σου φωνάζω δεν ακούς;
ΜΠΕΜΠΑ (Έρχεται τρέχοντας): Τι έπαθες χριστιανέ μου;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Μάζεψε τα πράματά σου και πάμε.
ΜΠΕΜΠΑ: Που θα πάμε;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Ταξίδι, έλα κουνήσου.
ΜΠΕΜΠΑ: Πάλι θα πάρουμε τους δρόμους, γιατί; Εδώ είναι καλά, το σπίτι είναι πολύ όμορφο, θα ρίξουμε ξάπλες και θα ξεκουραστεί το κοκαλάκι μας, έλα επάνω να το δεις, θα ζούμε σαν πρίγκιπες, έχει όλα τα καλά.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Σου είπα μάζεψ’ τα και πάμε, δεν θα πιάσουμε κουβέντα τώρα, πάμε ένα ταξιδάκι και ξαναγυρνάμε.
ΜΠΕΜΠΑ: Πάλι φευγιό, κουράστηκα να τρέχω από τόπο σε τόπο.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ (Την πιάνει από το χέρι και την τραβάει προς την έξοδο): Κούνησε τον κώλο σου βρε ζωντόβολο, φεύγουμε σου λέω, δεν θα το συζητήσω τώρα μαζί σου. (Καθώς βγαίνουν). Αδέρφι σε χαιρετώ, είσαι μεγάλη καρδιά, χαιρέτα μου την Ισμήνη και να την προσέχεις. (Βγαίνουν)
ΠΑΥΛΟΣ (Τον παρακολουθεί που βγαίνει και μετά πηγαίνει πάλι στην πόρτα που οδηγεί στο δωμάτιο της μητέρας του, σκύβει το κεφάλι σαν να βρίσκεται σε εξομολογητήριο): Μη μου θυμώνεις σε παρακαλώ, έπρεπε να βοηθήσω, πατέρας μας είναι. (Παύση, αφουγκράζεται σαν να περιμένει απάντηση). Τι είπες;…Λέει ψέματα;… Όχι δεν λέει, εσύ λες ψέματα, εσύ μου έλεγες μια ζωή! Έφτασα σε αυτήν την ηλικία και δεν γνώριζα για τον πατέρα μας, ήταν λάθος σου που μου έκρυψες την αλήθεια! Τον έδιωξες και αυτόν, όπως τον Οδυσσέα. Έλεγες πως ήταν ατίθασος… Μην διαμαρτύρεσαι… μπορούσες να τον συνετίσεις, όπως το κάνω εγώ. Ο Οδυσσέας θα γίνει αρνάκι… θα το δεις! Είναι υπό την κηδεμονία μου τώρα!... Ναι τον ζηλεύω, πολύ θα ήθελα να έχω το κουράγιο του!...Όχι δεν τον μισώ, αυτά τα λες εσύ!...
ΙΣΜΗΝΗ (Έρχεται, βλέπει τον Παύλο): Τι τρέχει, τι συμβαίνει με εσάς;
ΠΑΥΛΟΣ: Τίποτα, η γριά έχει αντίθετη γνώμη.
ΙΣΜΗΝΗ: Η γριά… Δεν καταλαβαίνω!…
ΠΑΥΛΟΣ: Ε;… Όχι τίποτα!...
ΙΣΜΗΝΗ: Χαίρομαι που συμφιλιώθηκες με τον αδερφό σου, που μαζεύτηκε η οικογένεια…
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν μαζεύτηκε όλη ακόμα, σε λίγο, όταν γυρίσει, όταν φέρει και τον πατέρα μας. Όταν επιτέλους γίνουμε πατριαρχική οικογένεια!...
ΙΣΜΗΝΗ: Ποιος θα φέρει τον πατέρα σας;
ΠΑΥΛΟΣ: Ο Οδυσσέας, έφυγε και πάει να τον φέρει και τίποτα δεν τον σταματά.
ΙΣΜΗΝΗ: Έτσι σου είπε ο Οδυσσέας;
ΠΑΥΛΟΣ: Έφυγε σου λέω, πηγαίνει να τον φέρει από την Νότιο Αφρική που τον είχε εξορίσει αυτό το τέρας. (Στρέφει στην πόρτα).
ΙΣΜΗΝΗ: Το τέρας;… Τι μου λες τώρα;
ΠΑΥΛΟΣ: Ο Οδυσσέας πάει να φέρει τον πατέρα μας!
ΙΣΜΗΝΗ: Σου είπε ψέματα Παύλο!
ΠΑΥΛΟΣ: Ποιος μου είπε ψέματα;
ΙΣΜΗΝΗ: Ο Οδυσσέας!
ΠΑΥΛΟΣ: Πρόσεχε πως μιλάς για τον αδερφό μου!
ΙΣΜΗΝΗ: Σου είπε ψέματα! Ο πατέρας σου έχει πεθάνει εδώ και οκτώ χρόνια!
ΠΑΥΛΟΣ: Ο πατέρας έχει πεθάνει;… Κι εσύ που το ξέρεις;
ΙΣΜΗΝΗ: Μου τα είπε όλα η Μπέμπα! Τον επισκέπτονταν κατά καιρούς για να του ζητήσουν χρήματα, αυτός όμως ήταν φτωχός και δεν μπορούσε να τους βοηθήσει. Την τελευταία φορά που πήγανε τον πέτυχαν στην κηδεία του, τον συνόδευαν δύο τρεις ηλικιωμένοι φίλοι του που είχαν ξεμείνει και αυτοί στην μακρινή χώρα.
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν μπορεί να είναι αλήθεια, δεν θα μου έλεγε ένα τόσο μεγάλο ψέμα ο αδερφός μου! Συνεννοήθηκες και εσύ με την γριά για να ανατρέψετε τις ελπίδες μου για μια νέα ζωή!
ΙΣΜΗΝΗ: Είναι αλήθεια! Μου διεκτραγωδούσε μια κατάσταση άθλια!
(Παύση. Ο Παύλος νιώθει να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του).
ΠΑΥΛΟΣ: Ώστε πέθανε ο πατέρας μας!
ΙΣΜΗΝΗ: Πριν οκτώ χρόνια.
ΠΑΥΛΟΣ: Και ο Οδυσσέας δεν πρόκειται να τον φέρει πίσω!
ΙΣΜΗΝΗ: Τι σου λέω τόσην ώρα!
ΠΑΥΛΟΣ (Στρέφει στην πόρτα του δωματίου της μητέρας του): Το άκουσες αυτό μαμά, ο μπαμπάς μας δεν ζει πια! Το άκουσες γριά ο γέρος δεν ζει σου λέω, απεδήμησεν εις Κύριον εδώ και οκτώ χρόνια. Ο Οδυσσέας δεν πρόκειται να τον φέρει, θα μείνουμε πάλι ορφανά! (Γελάει σαρκαστικά. Σε λίγο το γέλιο σταματάει και ο Παύλος τρέχει στην έξοδο από όπου έφυγε ο αδερφός του και φωνάζει). Οδυσσέα γύρισε πίσω, δεν μπορείς να μου το κάνεις αυτό!... Εγώ θα σε προστατεύσω, έχω αναλάβει την κηδεμονία σου, θα σε κάνω νομιμόφρονα, θα σε κάνω νοικοκύρη, ένα υγιές κύτταρο, υπόδειγμα για την πόλη μας!
ΙΣΜΗΝΗ (Τον παίρνει και τον οδηγεί στην πολυθρόνα): Παύλο ηρέμησε, ο Οδυσσέας έφυγε, ίσως τον δούμε πάλι μετά από δέκα χρόνια. Έλα να κάτσουμε εδώ, οι δυο μας. (Κάθονται στον καναπέ).
ΠΑΥΛΟΣ: Αθάνατε Οδυσσέα!... Κυνηγημένε και απροσάρμοστε!... Ένα αγριοπούλι είσαι που προσπαθείς να πετάξεις στις κορυφές του Ολύμπου, εκεί όμως παραμονεύει ο κακός ο κυνηγός που θα σε προσγειώσει χωρίς έλεος στην αφιλόξενη γη!...
ΙΣΜΗΝΗ: Αυτός είναι ο Οδυσσέας, εσύ πρώτος τον χαρακτήρισες σαν ένα ατίθασο άλογο που δεν αντέχει τους χαλινούς!
ΠΑΥΛΟΣ: Ισμήνη, ξέρεις κάτι;
ΙΣΜΗΝΗ: Τι συμβαίνει αγάπη μου;…
ΠΑΥΛΟΣ: Ζηλεύω!...Ζηλεύω τον Οδυσσέα!...
ΙΣΜΗΝΗ: Ζηλεύεις;…
ΠΑΥΛΟΣ: Ζηλεύω το θάρρος του… το ελεύθερο πνεύμα του! Δεν μπορώ όμως να τον δικαιώσω!

ΤΕΛΟΣ

ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΟΣ - ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΟ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
Πλωτάρχου Μπλέσσα 7
ΠΕΙΡΑΙΑΣ 185 34
e-mail: georgiadistheatroyahoo.gr
ΤΗΛ. 210-4136673 κιν. 6936915300


ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ

Το www.theaterinfo.gr είναι ένα website αφιερωμένο στο θέατρο. Τα πάντα για το ελληνικό και το παγκόσμιο θέατρο, μια δημιουργία του www.internetinfo.gr.

INTERNETINFO © ΘΕΑΤΡΟ INFO.GR