Θέατρο Info.gr . Τα πάντα για το θέατρο.

Το μεγάλο ταξίδι προς τον παράδεισο

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ - ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
Πλωτάρχου Μπλέσσα 7
ΠΕΙΡΑΙΑΣ 185 34
e-mail: georgiadistheatroyahoo.gr
ΤΗΛ. 210-4136673 κιν. 6936915300

ΓΙΑΝΝΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
Χριστόφορος
Όμηρος
Μενέλαος
Ελένη
Σύνδεσμος
Γέρος

Σε ΔΥΟ ΜΕΡΗ και ΕΞΙ ΕΙΚΟΝΕΣ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΕΙΚΟΝΑ ΠΡΩΤΗ

(Ένας γυμνός τόπος που μοιάζει με σεληνιακό τοπίο. Κανένα δέντρο ή θάμνος. Το έδαφος παγωμένο και λείο, μια τούντρα του βορρά. Σε μιαν άκρη πεταμένα τρία ποδήλατα σπασμένα και παραμορφωμένα. Σε μιαν άλλη μπαγκάζια. Ο αέρας σφυρίζει δαιμονισμένα κάνοντας κάποια ουρλιαχτά λύκων να ακούγονται απόκοσμα.
Δύο νέοι άνθρωποι, τριάντα περίπου χρονών, κουλουριασμένοι με τα κουρελιασμένα πανωφόρια τους προσπαθούν να φυλαχτούν από τον παγωμένο αέρα. Είναι ο Χριστόφορος, λεπτός μάλλον ψηλός και ο Όμηρος, μικροκαμωμένος αδύνατος με γυαλιά μυωπίας).

ΟΜΗΡΟΣ (Τρίβει τα χέρια του και προσπαθεί να τα ζεστάνει από το κρύο): Πρρρ!… Τι κρύο είναι αυτό μανούλα μου, νομίζω πως με έχουν πακετάρει μέσα σε παγοκολόνα, πάγωσε το αίμα μου. Ποτέ στην ζωή μου δεν ένοιωσα τέτοιο κρύο. Πρέπει να βρισκόμαστε στην εποχή των παγετώνων!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Προέρχεσαι από θερμές περιοχές γι αυτό.
ΟΜΗΡΟΣ: Γι αυτό τι;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Γι αυτό κρυώνεις.
ΟΜΗΡΟΣ: Εσύ δεν κρυώνεις;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Κρυώνω.
ΟΜΗΡΟΣ: Τότε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Προσπαθώ να μην το σκέφτομαι.
ΟΜΗΡΟΣ: Και δεν κρυώνεις έτσι;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Κρυώνω.
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν καταλαβαίνω!...
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Πετάει το πανωφόρι του και αρχίζει να τρέχει γύρω από την σκηνή): Σήκω και τρέχα, έτσι θα κυκλοφορήσει το αίμα. Να, δες εμένα!
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν μπορώ είμαι εξουθενωμένος.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Σήκω σου λέω θα νιώσεις καλύτερα.
ΟΜΗΡΟΣ (Σηκώνεται με προσπάθεια και κάνει μικρά πηδήματα επί τόπου): Νιώθω τον σκελετό μου σκληρό σαν κρύσταλλο έτοιμο να θρυμματιστεί στο πρώτο χτύπημα.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Σύντομα θα ζεσταθείς.
ΟΜΗΡΟΣ: Πεινάω!… Έχω να φάω τρεις μέρες!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Όλοι μας πεινάμε. Τώρα όμως μιλάμε για το κρύο.
ΟΜΗΡΟΣ: Φοβάμαι πως θα αφήσω εδώ τα κοκαλάκια μου. Αν δεν ρίξω κάτι στο στομάχι μου θα καταρρεύσω.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Κάνε υπομονή όπου να ’ναι θα ’ρθει ο Μενέλαος με κυνήγι.
ΟΜΗΡΟΣ: Λες να βρει στα αλήθεια; Λες να υπάρχουν σ αυτόν τον διαολότοπο αγριογούρουνα; Θεούλη μου και μόνο που το σκέφτομαι τρέχουν τα σάλια μου.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Υπάρχουν τάρανδοι, υπάρχουν λαγοί… απ όλα υπάρχουν. Αρκεί να μπορείς να τα ξετρυπώσεις και ο Μενέλαος είναι μανούλα σ αυτά. Οι τάρανδοι μπορούν να χρησιμεύσουν και σαν υποζύγια.
ΟΜΗΡΟΣ: Ας γεμίσουμε πρώτα το στομάχι μας και μετά βλέπουμε…
(Ακούγονται ουρλιαχτά λύκων πιο κοντά)
ΟΜΗΡΟΣ (Σταματάει το τρέξιμο τρομαγμένος): Το άκουσες αυτό;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ποιο;
ΟΜΗΡΟΣ: Το ουρλιαχτό, ήτανε ποιο κοντά αυτήν την φορά!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Σταματάει και αυτός το τρέξιμο): Δεν ακούω τίποτα.
ΟΜΗΡΟΣ: Πρέπει να ήταν κραυγή λύκου και μάλιστα πεινασμένου! Φαίνεται πως εδώ όλοι πεινάνε.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Η ιδέα σου είναι.
ΟΜΗΡΟΣ: Τον άκουσα σου λέω, και μάλιστα κοντά μας. Πρέπει να είναι αγέλη, έρχονται κατά δω! Τρεις μέρες τώρα μας ακολουθούν, σας το λέω και δεν με πιστεύετε!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έλα ας μην τα σκεφτόμαστε αυτά… Πως νιώθεις τώρα είσαι πιο ζεστός;
ΟΜΗΡΟΣ: Ζεστάθηκα λίγο αλλά μεγάλωσε η πείνα μου.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα φας φρέσκο κρέας, οικολογικό, μόλις γυρίσει ο Μενέλαος.
ΟΜΗΡΟΣ: Αν δεν έγινε οικολογικός μεζές αυτός στα τσακάλια.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Εσύ δεν ήσουν απαισιόδοξος, τι σε έπιασε τώρα;
ΟΜΗΡΟΣ: Πεινάωω!!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Και εγώ πεινάω αλλά κρατιέμαι, πρέπει να είμαστε δυνατοί, έπειτα όταν ξεκινήσαμε ξέραμε τι θα αντιμετωπίσουμε. Κανένας δεν φτάνει στον Παράδεισο αν δεν περάσει πρώτα από την κόλαση!...
ΟΜΗΡΟΣ: Αυτό που κολλάει τώρα;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έτσι μου γράφει στο γράμμα του ο Άγγελος.
ΟΜΗΡΟΣ: Εσύ μου είπες πως σου έστειλε e-mail.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Το ίδιο είναι. Μου έγραψε πως μπορεί να ταλαιπωρηθούμε λίγο αλλά στο τέλος θα φτάσουμε.
ΟΜΗΡΟΣ: Είσαι σίγουρος πως πήραμε τον σωστό δρόμο;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Από εδώ πρέπει να είναι.
ΟΜΗΡΟΣ: Τρεις μήνες ταξιδεύουμε και δεν συναντήσαμε ψυχή.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μετά από αυτήν την παγωμένη τούντρα θα βγούμε στην Γη της Επαγγελίας.
ΟΜΗΡΟΣ: Έτσι σου γράφει;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Όχι, δεν διευκρινίζει από πού θα πάμε, σε αυτό είναι ασαφής, όμως εμένα το ένστικτό μου με οδηγεί εδώ.
ΟΜΗΡΟΣ: Α, ρε Άγγελε τι μας κάνεις. Αφού συμφωνήσαμε να ξεκινήσουμε όλοι μαζί γιατί σηκώθηκες και έφυγες μόνος σου;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Αυτό αποτελεί και για μένα ένα ανεξήγητο μυστήριο. Είχαμε καταστρώσει και το πλάνο, τον δρόμο που θα ακολουθούσαμε, τις προμήθειες που θα παίρναμε. Τι τον έπιασε και έφυγε μόνος;
ΟΜΗΡΟΣ: Μια ζωή περίμενα αυτό το ταξίδι, από παιδί. Ένα ταξίδι προς τον Παράδεισο, προς την Εδέμ! Ένα ταξίδι που θα μας έβγαζε από την μιζέρια!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έχω την αίσθηση πως πλησιάζουμε, το νιώθω στον αέρα, το μυρίζω.
ΟΜΗΡΟΣ: Έχεις τόσο δυνατή όσφρηση;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έχω, κάποτε με έλεγαν λαγωνικό, θυμάσαι;
ΟΜΗΡΟΣ: Όχι…
(Ο Χριστόφορος γυρίζει και τον κοιτάζει παράξενα. Μένουν για λίγο αμίλητοι).
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν φαντάζομαι να είναι και εκεί παγωμένος ο αέρας;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Που;
ΟΜΗΡΟΣ: Στον Παράδεισο!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Όχι αλλά η αύρα του φτάνει μέχρις εδώ. Δεν την νιώθεις και εσύ;
ΟΜΗΡΟΣ: Για στάσου να δω, κάνε λίγη ησυχία. (Μένουν ακίνητοι). Όχι, δεν νιώθω τίποτα.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Σου λείπει ο ενθουσιασμός, η λαχτάρα να φτάσεις στην Ιθάκη.
ΟΜΗΡΟΣ: Αυτό λες να φταίει;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Αυτό σίγουρα.
ΟΜΗΡΟΣ: Κι όμως όταν ξεκινήσαμε είχα πολλή όρεξη.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα την ξαναβρείς σύντομα, στο υπόσχομαι.
ΟΜΗΡΟΣ: Αυτό το διαολεμένο ξεροβόρι να μην υπήρχε… και όλα θα ήταν διαφορετικά. Σου διαπερνάει τα κόκαλα, σε στεγνώνει. (Σκύβει και παίρνει το πανωφόρι του και το φοράει).
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Ξαναρχίζει το τρέξιμο): Συνέχισε να τρέχεις.
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν μπορώ είμαι εξαντλημένος, η κοιλιά μου γουργουρίζει από την πείνα. Κι αυτός ο Μενέλαος δεν λέει να έρθει. Λες να τον έφαγαν;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ποιοι;
ΟΜΗΡΟΣ: Τα αγρίμια!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μην είσαι απαισιόδοξος, να βλέπεις πάντα το ποτήρι μισογεμάτο και όχι μισοάδειο. Έπειτα μη ξεχνάς πως ο Μενέλαος δεν είναι από αυτούς που μπορούν να τον φάνε τα άγρια ζώα, ξέρει και λαβαίνει τα μέτρα του.
(Παύση. Ο Όμηρος κουλουριάζεται με την κάπα του και κάθεται αμίλητος όπως στην αρχή. Ο Χριστόφορος σταματάει εξουθενωμένος, σκεπάζεται και πλησιάζει τον Όμηρο. Κάθεται δίπλα του. Μένουν και οι δυο για ώρα αμίλητοι. Ο αέρας λυσσομανάει).
ΟΜΗΡΟΣ: Νυχτώνει, πρέπει να βρούμε κάποιο απάνεμο βράχο να βγάλουμε την νύχτα.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν υπάρχουν βράχοι εδώ, η γη είναι επίπεδη σαν πίστα πατινάζ. Θα στήσουμε εδώ την σκηνή.
ΟΜΗΡΟΣ: Θα την πάρει ο αέρας.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μην ανησυχείς θα την σιγουρέψουμε.
(Παύση. Μένουν ακίνητοι κοιτάζοντας το κενό. Σε λίγο ακούγεται η φωνή του Ομήρου παράξενη).
ΟΜΗΡΟΣ: Αν δεν έρθει τώρα ο Μενέλαος δεν θα προλάβει, σε λίγο θα πέσει η νύχτα και θα χαθεί.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν είναι από αυτούς που χάνονται ο Μενέλαος.
(Παύση).
ΟΜΗΡΟΣ: Γιατί να το σκάσει κρυφά;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ποιος;
ΟΜΗΡΟΣ: Ο Άγγελος!... Έφυγε μέσα σε μια νύχτα χωρίς να αφήσει ίχνη πίσω του.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ήταν τέτοιος τύπος, μυστικοπαθής.
ΟΜΗΡΟΣ: Αφού συμφωνήσαμε να κάνουμε το ταξίδι όλοι μαζί.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θυμάσαι τις ατέλειωτες συζητήσεις, τα ξενύχτια, τα όνειρα… Με πόση λαχτάρα περιμέναμε την ημέρα που θα ανοίγαμε τα φτερά μας;…
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν ανοίξαμε φτερά, ποδήλατα καβαλήσαμε. Τρεις μήνες συνέχεια ποδήλατο, νύχτα και μέρα. Έχω ξεχάσει να περπατάω, μου φαίνεται πως αντί για πόδια έχω ρόδες.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Όταν φτάσουμε όλα αυτά θα είναι μια μακρινή ανάμνηση.
ΟΜΗΡΟΣ: Θα φτάσουμε;…Μου φαίνεται πως εδώ είναι το τέρμα του κόσμου. Ήρθαμε στο τέρμα και Παράδεισο δεν βρήκαμε.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Εμένα μου φωνάζει κάτι μέσα μου πως είμαστε στον σωστό δρόμο.
(Παύση. Πέφτουν πάλι σε περισυλλογή.)
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν έπρεπε να μας το κάνει αυτό.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ποιος;
ΟΜΗΡΟΣ: Ο Άγγελος.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έφυγε για να προλειάνει το έδαφος, ήθελε να τα βρούμε όλα έτοιμα.
ΟΜΗΡΟΣ: Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Από πότε.
ΟΜΗΡΟΣ: Από τότε που έφυγε.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Πολλά! Μόλις είχαμε βγάλει το λύκειο. Έφυγε μια νύχτα και τον χάσαμε.
ΟΜΗΡΟΣ: Κάποιοι είπαν πως πήγε σε έναν μακρινό θείο του και εκεί πέθανε.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Διαδόσεις.
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν σε βάζει σε σκέψεις που άφησε να περάσουν τόσα χρόνια για να μας γράψει;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τι θέλεις να πεις;
ΟΜΗΡΟΣ: Τίποτα… Μόνο αυτό.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Παράξενος είσαι!…
ΟΜΗΡΟΣ: Θα φταίει η πείνα, αν δεν φέρει κάτι να φάω θα μου στρίψει.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Και η πείνα είναι μια ιδέα, όταν την βγάλεις από το μυαλό σου παύει να υπάρχει. Ασκητές και προφήτες πέρασαν την ζωή τους με ακρίδες και μέλι άγριο.
ΟΜΗΡΟΣ: Αυτοί στέγνωσαν από την πείνα γιατί ήθελαν να αγιάσουν, εγώ δεν θέλω να γίνω Άγιος.
(Παύση).
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μας προτρέπει να πάμε να τον βρούμε το συντομότερο.
ΟΜΗΡΟΣ: Ποιος;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ο Άγγελος.
ΟΜΗΡΟΣ: Πώς να πάμε αφού δεν μας δείχνει τον δρόμο;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Είναι ασυγχώρητος, έπρεπε να μας καθοδηγήσει!… (Αλλάζει διάθεση). Σίγουρα δεν το έκανε επίτηδες, γνωρίζει πως έχω την ικανότητα να σας οδηγήσω και χωρίς σχεδιάγραμμα. «Έλα να μες βρεις» γράφει «είμαι στον Παράδεισο».
ΟΜΗΡΟΣ: Αρκεί να μην είναι στον επουράνιο.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Τον κοιτάζει ανήσυχος): Αυτό πάλι πως σου ήρθε;
ΟΜΗΡΟΣ: Μου ’ρθε, δεν ξέρω πως…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Είναι ξεκάθαρος… «Είναι μακρύς ο δρόμος» μου γράφει «αλλά στο τέλος θα φτάσεις».
(Παύση. Ο Όμηρος έχει στυλώσει τα μάτια στο κενό και δείχνει να ονειρεύεται).
ΟΜΗΡΟΣ: Ο Επίγειος Παράδεισος…η Γη της Εδέμ…η απόλυτη ευτυχία…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Το πεπρωμένο μας μας οδηγεί στην Γη της Επαγγελίας, στην Γη που από παιδιά ονειρευτήκαμε, στην Γη που δεν υπάρχει δυστυχία, που δεν υπάρχει πόνος, παρά μόνο χαρά και ευτυχία. Εκεί που υπάρχει μόνο η ομορφιά, ο έρωτας!...
ΟΜΗΡΟΣ: Αχ ο έρωτας!… Όσο θυμάμαι την ζωή μου κάτω στην γη…(Ξαφνιάζεται) Το άκουσες αυτό;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ποιο;
ΟΜΗΡΟΣ: Είπα κάτω στην γη!…Αρχίζω να πιστεύω πως δεν πατάω πια στην γη!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Απογειώσου φίλε μου, δεν θα αργήσει η ώρα που θα προσγειωθείς στον Παράδεισο!
ΟΜΗΡΟΣ (Τρομαγμένος): Σε ποιον Παράδεισο!;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Σ αυτόν που χρόνια τώρα θέλουμε να πάμε.
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν έχω φτερά… και τα ποδήλατά μας είναι πια κατεστραμμένα. Φοβάμαι πως δεν θα μπορέσουμε να ξεκολλήσουμε από εδώ!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Κράτα το ηθικό σου ψηλά! Αυτοκρατορίες έπεσαν όταν έχασαν το ηθικό τους. Το πρωί θα τα βλέπεις όλα με άλλο μάτι, το πρωί θα ξεκινήσουμε προς το πεπρωμένο μας.
ΟΜΗΡΟΣ: Πως;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Λίγα χιλιόμετρα από εδώ βρίσκεται ο σιδηροδρομικός σταθμός, βρίσκεται το τρένο που θα μας οδηγήσει στο όνειρο.
ΟΜΗΡΟΣ: Πως θα πάμε στον σταθμό, τα ποδήλατά μας είναι διαλυμένα σου λέω!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα βρούμε το μέσο, στην ανάγκη με τα πόδια. Το πρωί…Το πρωί θα είμαστε άλλοι άνθρωποι, πιο δυνατοί, πιο αποφασιστικοί!
ΟΜΗΡΟΣ: Λες να τα καταφέρουμε;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Να είσαι σίγουρος γι αυτό!
ΟΜΗΡΟΣ: Μακάρι. (Πιο ήρεμος). Ξέρεις ηρέμισα λίγο. Πότε-πότε μου ανεβάζεις το ηθικό. Αν δεν είχαμε και εσένα θα ήμασταν χαμένοι.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Όποιος έχει ψυχή βλέπει μακριά, βλέπει πέρα και πίσω από τα φαινόμενα. Σύντομα θα φτάσουμε και ας μην μας έδειξε τον δρόμο ο Άγγελος.
ΟΜΗΡΟΣ (Μονολογεί): Κάθε μέρα σπίτι γραφείο. Συνέχεια σκυμμένος πάνω στα ατέλειωτα χαρτιά να καταγράφω πόσα μπαίνουν πόσα βγαίνουν από εκείνο το υγρό υπόγειο, να μην χωράει να μπει μέσα η ακτίνα του ήλιου, το φως της ημέρας. Γράφε μέτρα, γράφε μέτρα!... Θαμμένος ζωντανός σ ένα κενοτάφιο! Ζούσα μόνο για τούτη την στιγμή, ξεφύλλιζα τα χαρτιά και ονειρευόμουν! Όνειρα!…Ατελείωτα όνειρα!…Όμορφα όνειρα! Μ αυτά κατάφερα να κρατηθώ ζωντανός! Και έπειτα σπίτι, σ ένα κλειστό θηριοτροφείο, ερωτήσεις και κρίσεις. Στην μια γωνιά η πεθερά και στην άλλη η γυναίκα μου. Εγώ όμως άντεξα γιατί ονειρευόμουν!... Θα έφτανα και μετά θα έπαιρνα μαζί και τα παιδιά μου… Τα παιδιά μου!… (Πνίγει ένα λυγμό).
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Καημένε Όμηρε, δεν πέρασες και λίγα.
ΟΜΗΡΟΣ: Όλα τώρα τέλειωσαν, το πουλάκι άνοιξε την πόρτα και έφυγε από το κλουβί, ταξιδεύει και ελπίζει!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Με ενθουσιασμό): Όλα τέλειωσαν πια Όμηρε, ταξιδεύουμε προς το πεπρωμένο μας, βρισκόμαστε προ των πυλών!...
ΟΜΗΡΟΣ: Θα θελα να ήμουν σε μια γωνιά και να έβλεπα τα μούτρα τους, της πεθεράς μου, της γυναίκας μου.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ξέχασε τους, αυτοί ανήκουν στο παρελθόν.
(Παύση).
ΟΜΗΡΟΣ: Μα γιατί αργεί;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ποιος;
ΟΜΗΡΟΣ: Ο Μενέλαος.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα είναι μεγάλο το θήραμα και τον καθυστερεί.
ΟΜΗΡΟΣ: Λες;…Λες να τα κατάφερε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Σίγουρα.
ΟΜΗΡΟΣ: Λες να είναι αγριογούρουνο;…Ξέρεις έχω ιδιαίτερη αδυναμία στα αγριογούρουνα.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Και εγώ… αλλά δεν νομίζω, δεν υπάρχουν εδώ αγριογούρουνα.
ΟΜΗΡΟΣ: Τότε τι θα είναι;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν γνωρίζω…μπορεί κανένα ελάφι, κανένα ζαρκάδι… Μπορεί και μικρή αρκούδα.
ΟΜΗΡΟΣ: Αρκούδα;…Τρώγεται η αρκούδα;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Αν είναι μικρή…έχει τρυφερό κρέας.
ΟΜΗΡΟΣ: Πρώτη φορά στην ζωή μου θα φάω αρκούδα, εσύ έχεις φάει ποτέ;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Όχι δεν έτυχε.
(Ουρλιαχτά λύκων).
ΟΜΗΡΟΣ (Ανατριχιάζει, μετά το ξεπερνάει) : Στην ανάγκη τρώμε και λύκο.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Στην ανάγκη…
ΟΜΗΡΟΣ: Έχει σκληρό κρέας ο λύκος;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν ξέρω, ούτε και λύκο έχω φάει.
ΟΜΗΡΟΣ (Μονολογεί): Παρά να μας φάει αυτός καλύτερα…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τι είπες;
ΟΜΗΡΟΣ: Εγώ τίποτα… Και πως θα τον ψήσουμε δεν έχουμε ξύλα.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα πάμε να φέρουμε.
ΟΜΗΡΟΣ: Από πού; Εγώ δεν βλέπω τίποτα ούτε έναν μικρό θάμνο.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα βρούμε μην ανησυχείς.
(Σιωπή).
ΟΜΗΡΟΣ: (Χασμουριέται). Νυστάζω.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα στήσουμε σε λίγο την σκηνή.
(Σιωπή).
ΟΜΗΡΟΣ: Ξέρεις δεν κρυώνω πια τόσο.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Το συνήθισες.
ΟΜΗΡΟΣ: Συνηθίζεται και το κρύο;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Όλα συνηθίζονται.
(Παύση. Μπαίνει ο Μενέλαος. Τα βήματά του είναι βαριά, περπατάει αργά. Κουβαλάει στον ώμο του ένα δεμάτι. Είναι ένας δεμένος νέος άντρας με μεγάλο μέτωπο και πλατύ μουστάκι. Πετάει τα ξύλα στην άκρη και τους πλησιάζει).
ΟΜΗΡΟΣ: Ήρθες επιτέλους!…Έφερες αγριογούρουνο;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Όχι.
ΟΜΗΡΟΣ: Τι έφερες αρκούδα;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Τον κοιτάζει): Πως σου ήρθε πάλι αυτό;
ΟΜΗΡΟΣ: Τι έφερες να φάμε;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Τίποτα!…
ΟΜΗΡΟΣ: Και στο δεμάτι τι έχεις;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ξύλα…τι ξύλα δηλαδή, μερικά Βρύα και θάμνους.
ΟΜΗΡΟΣ: Και αφού δεν έφερες κυνήγι τι τα ήθελες τα ξύλα, τι θα ψήσουμε;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Τα έφερα για να ζεσταθούμε, η νύχτα θα είναι πολύ κρύα.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Διέκρινες το μονοπάτι που οδηγεί στον σταθμό;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Δεν υπάρχουν μονοπάτια, δεν υπάρχουν δρόμοι, ένα απέραντο ίσιωμα είναι σαν παγωμένη θάλασσα. Αν αυτός είναι ο Παράδεισος σας τον χαρίζω, εγώ θα γυρίσω πίσω στην… «κόλαση».
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μην απελπίζεστε φίλοι μου και πλησιάζουμε στον σκοπό μας! (Ακούγονται λύκοι κοντά).
ΟΜΗΡΟΣ: Το ακούσατε πάλι αυτό;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Είναι λύκοι, μας έχουνε ζώσει από παντού, είναι πεινασμένοι και επικίνδυνοι, την νύχτα πρέπει να φυλάμε εκ περιτροπής σκοπιά.
ΟΜΗΡΟΣ: Εγώ δεν μπορώ νυστάζω.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα φυλάξω πρώτος εγώ.
ΟΜΗΡΟΣ: Κι αν έρθουνε πως θα τους διώξουμε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα πετάξουμε πέτρες.
ΟΜΗΡΟΣ: Που θα τις βρούμε;… Εδώ δεν υπάρχουνε πέτρες!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Βγάζει ένα περίστροφο και πυροβολεί στον αέρα): Θα τους διώξουμε με αυτό, ο κρότος της σφαίρας τους διώχνει μακριά.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Που το βρήκες αυτό; Είπαμε πως δεν θα παίρναμε μαζί μας όπλα, εκεί που πάμε δεν χρειάζονται.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ας φτάσουμε και το πετάω.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Και βέβαια θα φτάσουμε.
ΟΜΗΡΟΣ: Πότε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μην χάνεις την πίστη σου φίλε μου και «πληθυνεί σε Κύριος ο Θεός σου εις αγαθά».
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Τι σου γράφει ο Άγγελος στο γράμμα;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έχει από χρόνια φτάσει και μας προσκαλεί να πάμε κοντά του.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Σου γράφει λεπτομέρειες, για τον τρόπο που ζούνε εκεί, για τον πλούτο τους;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Οραματίζεται με πάθος): Οι άνθρωποι τρων και πίνουν χωρίς να κουράζονται γιατί όλα τους τα παρέχει ο Παράδεισος! Το κρασί και η μπίρα τρέχει άφθονο στα ποτάμια τους! Τα σπίτια τους δεν είναι φτιαγμένα από μπετόν και σίδερο αλλά από χρυσάφι!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Σου γράφει για χρυσάφι, έχει πολύ χρυσάφι;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Σε έξαψη): Σ αυτόν τον Παράδεισο οι άνθρωποι δεν γερνάνε και δεν πεθαίνουν, παραμένουν για πάντα νέοι και ωραίοι! Σ αυτόν τον Παράδεισο οι άνθρωποι είναι αγαπημένοι και αγκαλιασμένοι μεταξύ τους! Εκεί οι κοπέλες είναι λιγνές ψιλές και πολύ όμορφες!
ΟΜΗΡΟΣ (Παρασύρεται και αυτός): Και πότε λες να φτάσουμε Χριστόφορε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Σύντομα!…Το διαισθάνομαι το νιώθω…πλησιάζουμε!
ΟΜΗΡΟΣ: Σε δυο μέρες, σε τρεις, σε μια εβδομάδα;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Σύντομα πολύ σύντομα!…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Τι σου γράφει, πόσο χρυσάφι έχει;… που βρίσκεται…είναι κοντά στο μέρος που μένει; Ποιοι το φυλάνε, πόσοι είναι; Δώσε μου το γράμμα να το διαβάσω και εγώ.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Εκεί δεν υπάρχουν κλέφτες και αστυνόμοι γιατί όλα είναι δωρεάν. Υπάρχουν τόσα πολλά αγαθά, τόσο χρυσάφι που δεν χρειάζεται να το κλέψεις, σου παρέχεται δωρεάν, τόσο που το μπουχτίζεις και δεν σου κάνει πια καμιά εντύπωση.
ΟΜΗΡΟΣ: Ανυπομονώ να φτάσουμε, δεν κρατιέμαι άλλο!...
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τα διαμάντια τα ρουμπίνια και οι πολύτιμες πέτρες είναι τόσες πολλές που τις βλέπεις στους δρόμους σαν τα χαλίκια!
(Βρίσκονται όλοι σε έξαψη).
ΟΜΗΡΟΣ (Σηκώνεται και στριφογυρίζει): Χριστόφορε το νιώθω και εγώ, οσφραίνομαι τώρα το άρωμα του Παραδείσου!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Σηκώνεται και αυτός): Με πιστεύεται τώρα; Όλα αυτά μου τα γράφει ο Άγγελος! Έχει προετοιμάσει το έδαφος και μας περιμένουν! (Αρχίζει ένα αυτοσχέδιο χορό με ψηλά πηδήματα που παρασέρνει και τον Όμηρο. Χορεύουν μαζί σαν πρωτόγονοι, γύρω από τον Μενέλαο που μοιάζει με τον μάγο της φυλής, βγάζοντας ρυθμικές άναρθρες κραυγές. Ο Χριστόφορος φωνάζει και η φωνή του φτάνει μακριά). Άγγελε φτάνουμε!!…
(Ουρλιαχτά λύκων που ακούγονται πολύ κοντά τους προσγειώνουν και σταματάνε τον χορό).
ΟΜΗΡΟΣ: Τους ακούσατε πάλι; Ακούσατε τα ουρλιαχτά; Πρέπει να μας έχουν πλησιάσει!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Σηκώνει το περίστροφο και ετοιμάζεται να πυροβολήσει): Αναθεματισμένα ψοφίμια!…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Του πιάνει το χέρι): Όχι μη, δεν γίνεται τίποτα έτσι, τους εξαγριώνουμε περισσότερο.
ΟΜΗΡΟΣ: Πρέπει να φύγουμε από εδώ, να αλλάξουμε θέση, να βρούμε ένα πιο ασφαλές μέρος
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Δεν υπάρχει ασφαλές μέρος, όλα εδώ είναι ίδια.
ΟΜΗΡΟΣ: Χρειαζόμαστε ύπνο, λίγη ξεκούραση. Δεν θα μπορέσουμε να συνεχίσουμε αύριο αν δεν αναπαυτούμε.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Στήστε την σκηνή στην άκρη και εγώ θα γυρίζω γύρω και θα φυλάω. Μενέλαε δώσε μου το όπλο σου.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Αυτό ξέχασέ το.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Είσαι καχύποπτος…
ΟΜΗΡΟΣ (Πηγαίνει στην άκρη): Εδώ καλά είναι;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ναι.
(Ο Όμηρος παίρνει τον σάκο με την σκηνή. Ο Μενέλαος τον βοηθάει να την στήσουν. Ο Χριστόφορος κοιτάζει γύρω και απομακρύνεται).

ΕΙΚΟΝΑ ΔΕΥΤΕΡΗ
(Γραμμές τρένων. Παλιά βαγόνια εγκαταλειμμένα. Στο βάθος πυκνό δάσος από κωνοφόρα και βελονοειδή δέντρα. Από τα βαγόνια και τα δέντρα κρέμονται πάγοι. Ο αέρας έχει κοπάσει, απόλυτη σιωπή. Σε λίγο έρχονται φορτωμένοι με τα μπαγκάζια τους ο Χριστόφορος ο Μενέλαος και ο Όμηρος. Είναι εξουθενωμένοι. Οι δύο πετάνε το φορτίο τους πάνω στις γραμμές και πέφτουν σαν σακιά δίπλα. Ο Χριστόφορος κρατιέται όρθιος).

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Γιατί σταματήσατε; Μερικά μέτρα πιο πέρα είναι ο σταθμός.
ΟΜΗΡΟΣ: Λίγο να ξαποστάσουμε, να πάρουμε ανάσα.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Εδώ θα παγώσετε. Εκεί θα είναι ζεστά.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Πήγαινε πρώτα εσύ και πάρε πληροφορίες.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Κάτι σας τρομάζει εσάς.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ποτέ δεν ξέρεις τι σε περιμένει, με ποιους έχεις να κάνεις.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Πάει καλά, πάω να μάθω πότε περνάει το τρένο.
ΟΜΗΡΟΣ: Ποιο τρένο θα πάρουμε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Το δικό μας τρένο, αυτό που θα μας πάει στον προορισμό μας.
ΟΜΗΡΟΣ: Και περνάει από εδώ;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Από εδώ.
ΟΜΗΡΟΣ: Και αν κάνουμε λάθος και πάρουμε κανένα άλλο;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν περνάει άλλο από εδώ.
ΟΜΗΡΟΣ: Πως γίνεται αυτό;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μόνο ένα περνάει.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Τον κοιτάζει ανήσυχος): Άρχισες να λες τρέλες.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Βέβαια είναι μεγάλο το ταξίδι όμως στο τέλος θα φτάσουμε!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Που θα φτάσουμε;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Σε παραλήρημα): Κουράγιο φίλοι μου και όπου να ’ναι τα βάσανά μας τελειώνουν.
ΟΜΗΡΟΣ: Πάρε και κάτι να φάμε.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα πάρω…Εκεί έχει ό,τι ποθήσει η ψυχή σου.
ΟΜΗΡΟΣ: Από την καντίνα του σταθμού λέω…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τι θα ήθελες να αγοράσω;
ΟΜΗΡΟΣ: Αν βρεις κανένα αλλαντικό, λίγο τυρί, τέτοια, εκείνα τα ψάρια που πιάσαμε στο ποτάμι με θέρισαν, σκέτο κόκαλο ήταν.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα πάρω ότι βρω.
ΟΜΗΡΟΣ: Κοίταξε αν υπάρχει και κανένα πανδοχείο να οριζοντιωθούμε λίγο σε κρεβάτι. Πρέπει να αναπαυθούμε σαν άνθρωποι, περπατάμε μιαν ολόκληρη μέρα.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα κοιτάξω, θα κάνω το καλύτερο, φτάνει να βρω.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Κοιτάζει προς τον σταθμό): Από εδώ πάντως δεν βλέπω ψυχή.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα είναι όλοι χωμένοι μέσα, ποιος μπορεί να κάτσει έξω με τέτοιο κρύο.
ΟΜΗΡΟΣ: Και ρώτησε πότε περνάει το τρένο.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα συνεννοηθώ με τον Σύνδεσμο, αυτός θα μας οδηγήσει.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Εδώ θα τον συναντήσουμε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν ξέρω, δεν διευκρινίζει. Κανονικά πρέπει να μας περιμένει εδώ.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Πολλά περίεργα συμβαίνουν.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Πάω να δω. Σε λίγο θα ξέρουμε.
ΟΜΗΡΟΣ: Ελπίζω να είναι ο τελευταίος σταθμός πριν από την Γη της Επαγγελίας.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Είναι ο τελευταίος! Βγάλτε από μέσα σας την αμαρτία, την αμφισβήτηση. Καθαρίστε την ψυχή σας για να μπούμε αγνοί. Όπου να ’ναι τελειώνουν τα βάσανά μας. Σε λίγο θα αράξουμε σε έναν Παράδεισο που ποτέ δεν φανταστήκατε, ούτε στα πιο τρελά όνειρά σας.
ΟΜΗΡΟΣ: Στον Παράδεισο θα πάμε ή στην Γη της Επαγγελίας;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Εκεί είναι η Γη της Επαγγελίας!
ΟΜΗΡΟΣ (Αναστατωμένος): Με κάνεις και νιώθω περίεργα!… Να δες σηκώθηκε η τρίχα μου! Όσο ήμασταν μακριά, όσο το όνειρο βρισκόταν ακόμη σε απόσταση δεν ένιωθα τίποτα, τώρα όμως…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τώρα μπήκαμε στο μαγνητικό του πεδίο, η αύρα του μας τυλίγει και μας ανεβάζει την θερμοκρασία.
ΟΜΗΡΟΣ: Αυτό λες να είναι;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Το νιώθεις και εσύ έτσι δεν είναι;
ΟΜΗΡΟΣ: Ναι!…Μια ξαφνική ανατριχίλα.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Συνεχίζεις να λες τρέλες.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν λέω τρέλες, πρέπει να πιστέψεις για να το νιώσεις. Να ο Όμηρος που πίστεψε το νιώθει…δεν είναι έτσι Όμηρε;
ΟΜΗΡΟΣ: Ναι ναι έτσι είναι, εγώ το νιώθω…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Είστε και οι δύο για δέσιμο.
ΟΜΗΡΟΣ: Φύγε λοιπόν μην καθυστερείς.
(Ο Χριστόφορος βγαίνει. Ο Όμηρος στυλώνεται. Νιώθει ευτυχισμένος).
ΟΜΗΡΟΣ: Όποτε μου μιλάει αυτό το παιδί νιώθω άλλος άνθρωπος, πιο χαρούμενος πιο δυνατός. Η φωνή του επιδρά πάνω μου σαν τονωτική ένεση.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Του έχεις εμπιστοσύνη;
ΟΜΗΡΟΣ: Τι εννοείς;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Δεν ξέρω, τελευταία με βάζει σε σκέψεις.
ΟΜΗΡΟΣ: Τι σκέψεις, που το πας;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Έχεις διαβάσει το γράμμα, σου το έχει δείξει;
ΟΜΗΡΟΣ: Όχι.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Τα βλέπεις;…
ΟΜΗΡΟΣ: Και λοιπόν, τι να δω;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Γιατί δεν μας το δείχνει, τι προσπαθεί να μας κρύψει;
ΟΜΗΡΟΣ: Τίποτα. Που το πάει το αρρωστημένο μυαλό σου;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Φοβάμαι πως είναι μοναχοφαγάς, τα θέλει όλα για τον εαυτό του.
ΟΜΗΡΟΣ: Ο Χριστόφορος;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ναι!!…
ΟΜΗΡΟΣ: Είσαι άδικος. Ο Χριστόφορος σήκωσε το λάβαρο της επανάστασης και μας ξεκόλλησε από τον πάτο της κόλασης. Έδωσε φτερά στις ελπίδες μας και τώρα πετάμε στο όνειρο. Δεν το νιώθεις και εσύ;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Κάνει ένα τράνταγμα στο σώμα του για να το νιώσει): Εγώ δεν νιώθω τίποτα.
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν έχεις στήσει καλά τις κεραίες σου, στυλώσου λίγο.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Αυτά είναι κουραφέξαλα, δικαιολογίες για να μας ρίξει στάχτη στα μάτια. Γιατί δεν μας δείχνει το γράμμα, που το κρύβει; Εγώ έψαξα την νύχτα στα πράματά του και δεν το βρήκα. Κι αν ξαφνικά μας αφήσει και φύγει μόνος του;
ΟΜΗΡΟΣ: Πως είναι δυνατόν να κάνεις τέτοιες σκέψεις. Είσαι βρόμικος, πολύ βρόμικος Μενέλαε, γνωριζόμαστε όλοι από παιδιά, πιστεύεις πως είναι ικανός για κάτι τέτοιο;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ο Θησαυρός φαίνεται πως είναι μεγάλος και αυτό αλλάζει τους ανθρώπους.
ΟΜΗΡΟΣ: Ποιος θησαυρός; εμείς δεν κυνηγάμε κανένα θησαυρό. Εμείς πάμε να ζήσουμε σαν πρωτόπλαστοι στους κήπους της Εδέμ.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και το χρυσάφι, τις πολύτιμες πέτρες – μόνος του το είπε, το άκουσες και εσύ, του ξέφυγε και το αποκάλυψε – ποιος θα τα πάρει όλα αυτά; Δεν θα έπρεπε να τα μοιραστούμε δίκαια;
ΟΜΗΡΟΣ: Ο Χριστόφορος ποτέ δεν θα κάνει κάτι τέτοιο, είναι πέρα από κάθε υποψία, τον γνωρίζεις και εσύ.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και ο Άγγελος ήταν έτσι όμως ένα πρωί μας άφησε και έφυγε.
ΟΜΗΡΟΣ: Προετοίμασε το έδαφος και μας περιμένει, γράφει πως ήρθε η ώρα να πάμε και εμείς.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Που το ξέρεις, διάβασες το γράμμα;
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν χρειάζεται το διάβασε ο Χριστόφορος και μας οδηγεί. Είναι ο μπροστάρης, είναι ο νέος Μωυσής, είναι αυτός που θα μας πάει στην Γη της Επαγγελίας!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό πως μπορεί όλα αυτά να είναι ένα καλοστημένο σχέδιο;
ΟΜΗΡΟΣ: Είσαι επικίνδυνος άνθρωπος, προσπαθείς να σκοτώσεις μέσα μου ό,τι πιο ωραίο φύτεψε αυτός ο άνθρωπος.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Μήπως φύτεψε ένα αφιόνι για να μας κρατάει υπνωτισμένους; Τι τον έπιασε ξαφνικά και μας οδήγησε σε τούτη δω την άκρη, στην πιο αφιλόξενη γη του κόσμου.
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν σε έφερε με το ζόρι, ήθελες και ήρθες.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Μας παρέσυρε.
ΟΜΗΡΟΣ: Σε παρέσυρε η απληστία σου. Πίστεψες σε χρυσάφια και θησαυρούς.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Το είπε ο ίδιος το άκουσες και εσύ.
ΟΜΗΡΟΣ: Μάθε φίλε μου πως το ταξίδι αυτό είναι χωρίς επιστροφή. Όταν μπεις τον Παράδεισο δεν μπορείς να βγεις, δεν θα θέλεις να βγεις, και οι θησαυροί και τα πλούτη δεν έχουν αξία εκεί.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Μωρέ ας φτάσουμε και από εκεί και πέρα είναι δικό μου θέμα αν θα βγω ή όχι.
(Παύση. Ο Όμηρος τον κοιτάζει καχύποπτα).
ΟΜΗΡΟΣ: Γιατί αλήθεια ήρθες μαζί μας, από ότι θυμάμαι δεν σε ενθουσίαζε και πολύ αυτό το ταξίδι.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Τι θέλεις να πεις;
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν ήσουν και από τους φανατικούς υποστηρικτές αυτής της περιπέτειας.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και λοιπόν;
ΟΜΗΡΟΣ: Ποιος είναι ο λόγος που σε ανάγκασε να μας ακολουθήσεις.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ήθελα και εγώ να ξεφύγω…
ΟΜΗΡΟΣ: Από τι;…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Από πολλά!…
ΟΜΗΡΟΣ: Μήπως σε κυνηγούσαν;…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ποιοι;…
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν ξέρω εσύ να μου πεις.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Κανείς δεν με κυνηγούσε.
ΟΜΗΡΟΣ: Άκουσα πως κρυβόσουν…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Από ποιον;
ΟΜΗΡΟΣ: Από την αστυνομία!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Διαδόσεις.
ΟΜΗΡΟΣ: Άκουσα πως κάποιος από την γειτονιά ήταν μπλεγμένος σε ληστείες.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Δεν ήμουν εγώ…
ΟΜΗΡΟΣ: Άκουσα ακόμα πως έκανε φονικό.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Ταράζεται): Για να σου πω, δεν είμαι υποχρεωμένος να σου δώσω εξηγήσεις, δεν είσαι ο ανακριτής μου!
ΟΜΗΡΟΣ: Μας χρησιμοποίησες για να ξεφύγεις. Είδες σε αυτό το ταξίδι την ευκαιρία να γλιτώσεις την φυλακή.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και αν είναι έτσι τι θα μου κάνεις;…
ΟΜΗΡΟΣ: Πολλά!…Δεν έχεις ιδέα τι μπορώ να σου κάνω! Αν γίνεις αιτία να χαθεί ο Παράδεισος μπορεί και να σε ΣΚΟΤΩΣΩ!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ( Ξαφνιάζεται. Γελάει αμήχανα και πιάνει το όπλο του): Άκουσε να σου πω ποντικάκι, έχω καθαρίσει πολύ ποιο μεγάλα ποντίκια από σένα, ακόμα και αρουραίους! Δεν μπορείς εσύ να με τρομάξεις!…
ΟΜΗΡΟΣ (Αποφασιστικά): Το καλό που σου θέλω μην προσπαθήσεις να μου καταστρέψεις το όνειρο που έπλαθα μια ζωή!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Χα, όνειρα τρελών! Είστε και οι δύο για δέσιμο!
ΟΜΗΡΟΣ: Σε προειδοποιώ για τελευταία φορά!… Διαφορετικά θα χάσεις τον ύπνο σου!... Στο εξής δεν θα κοιμάσαι την νύχτα από τον φόβο μην βρεθείς πεθαμένος και γίνεις κάποιο πρωί τροφή για τους λύκους.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Ανατριχιάζει. Τον σημαδεύει με το όπλο): Βούλωσέ το που να σε πάρει ο διάολος αλλιώς θα σε στείλω πρώτος εγώ!
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν σε φοβάμαι ψευτοπαλληκαρά! Δεν μπορείς να μας πειράξεις γιατί μας χρειάζεσαι! Δεν θα ήθελες να μείνεις μόνος σ αυτήν την ερημιά!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Κοιτάζει γύρω του και κατεβάζει ασυνείδητα το όπλο του): Εμείς θα τα πούμε κάποια άλλη φορά.
(Ο Χριστόφορος επιστρέφει).
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τι τρέχει εδώ;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Κρύβει το όπλο): Τίποτα…Μια συζήτηση είχαμε!…Βρήκες τον Σύνδεσμο;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Όχι.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Πως όχι, εδώ δεν έπρεπε να τον συναντήσουμε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα έγινε κάποιο λάθος.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Λάθος;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μάλλον στον επόμενο σταθμό θα μας περιμένει.
ΟΜΗΡΟΣ: Έτσι σου είπανε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν μου είπανε…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Τότε…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν υπάρχει ψυχή στον σταθμό.
(Παύση. Κοιτάζονται όλοι φοβισμένοι).
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Είναι ένας σταθμός φάντασμα! Φαίνεται πως τον έχουν εγκατάλειψη από καιρό.
ΟΜΗΡΟΣ: Και δεν περνάνε πια τρένα από εδώ;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Το δικό μας θα περάσει.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Πως είσαι βέβαιος;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Υπάρχει και άλλος που το περιμένει.
ΟΜΗΡΟΣ: Υπάρχει κάποιος στον σταθμό που περιμένει το τρένο μας;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ναι.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Εσύ είπες πως δεν υπάρχει ψυχή.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Είναι κάποιος που έχασε το προηγούμενο και περιμένει, είναι ο μόνος που υπάρχει στον σταθμό αλλά είναι σαν να μην υπάρχει. Έχει ένα μήνα που στέκει ακίνητος με τα μάτια καρφωμένα στις γραμμές. Λέει πως όπου να ’ναι θα περάσει.
ΟΜΗΡΟΣ: Μιλάει κιόλας;…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Κάθε μήνα περνάει τρένο;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ναι. Εκτός και πάθει κάποια βλάβη. Από το πολύ κρύο πολλές φορές χαλάνε τα τρένα και οι γραμμές και μέχρι να τα φτιάξουν καθυστερούν.
ΟΜΗΡΟΣ: Τι σόι άνθρωπος είναι αυτός στον σταθμό;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Είναι ένας γέρος εκατό περίπου χρονών, αδύνατος, σκέτο κόκαλο.
ΟΜΗΡΟΣ: Και θέλει να πάει και αυτός στον Παράδεισο;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ναι.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Στον δικό μας Παράδεισο;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ναι.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Μου φαίνεται ότι μαζευόμαστε πολλοί.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έτσι που τον είδα δεν νομίζω ότι θα προλάβει να φτάσει.
ΟΜΗΡΟΣ (Με νόημα): Μπορεί και να φτάσει πολύ πριν από μας.
(Κοιτάζονται. Παύση.)
ΟΜΗΡΟΣ: Κάνει πολύ κρύο!…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μαζέψτε τα πράματά σας και πάμε προς τον σταθμό, εκεί έχει ζέστη.
ΟΜΗΡΟΣ: Θα βρούμε τίποτα να φάμε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Είδα μια εγκαταλειμμένη καντίνα, ίσως κάτι να έχει μέσα. Πρώτα όμως μαζέψτε τα μπαγκάζια σας και ξεκινήστε, αν μείνετε κι άλλο εδώ μπορεί να γίνετε παγωμένες στήλες σαν την γυναίκα του Λωτ.
(Μαζεύουν με κόπο τις αποσκευές τους και βγαίνουν δεξιά

ΕΙΚΟΝΑ ΤΡΙΤΗ
(Εσωτερικό βαγονιού. Το τρένο είναι σταματημένο αλλά η μηχανή του ακούγεται να ξεφυσάει. Στους πάγκους του βαγονιού κοιμόνται ο Χριστόφορος, ο Μενέλαος και ο Όμηρος. Στην άκρη ενός άλλου πάγκου είναι ξαπλωμένος ο γέρος που συνάντησε ο Χριστόφορος στον σταθμό. Ο Χριστόφορος ξυπνάει και κοιτάζει γύρω του απορημένος. Πηγαίνει στο παράθυρο και προσπαθεί να διακρίνει τι γίνεται έξω. Σε λίγο κοιτάζει γύρω και βλέπει όλους να κοιμόνται. Πλησιάζει τον Όμηρο και τον σκουντάει).

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ξύπνα!… Ξύπνα σου λέω!
ΟΜΗΡΟΣ (Πετάγεται όρθιος και προσπαθεί να συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει. Τρομαγμένος): Ε…τι έγινε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Σήκω.
ΟΜΗΡΟΣ: Σταμάτησε το τρένο;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ναι.
ΟΜΗΡΟΣ: Φτάσαμε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Που;
ΟΜΗΡΟΣ: Στον Παράδεισο!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν ξέρω, δεν βλέπω να κυκλοφορεί ψυχή έξω.
ΟΜΗΡΟΣ: Πως γίνεται αυτό, κλείνονται από τόσο νωρίς στα σπίτια τους;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μπορεί.
ΟΜΗΡΟΣ: Αυτό δεν μου πέρασε από το μυαλό. Νόμιζα πως στον Παράδεισο διασκεδάζουν μέχρι αργά.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Εξαρτάται για ποιον Παράδεισο μιλάς.
ΟΜΗΡΟΣ: Για τον… (Τινάζει το κεφάλι του). Φαίνεται πως ακόμα κοιμάμαι… Το κεφάλι μου γυρίζει.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έχεις εφιάλτες;
ΟΜΗΡΟΣ: Βλέπω περίεργα όνειρα τελευταία. Θα φταίει που εδώ και καιρό δεν κοιμάμαι καλά. Ένα κρεβάτι θέλω, ένα μαλακό στρώμα και ένα πουπουλένιο πάπλωμα!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα τα έχεις σε λίγο.
ΟΜΗΡΟΣ: Να κατέβω να ρίξω μια ματιά; Πρέπει να μάθουμε που βρισκόμαστε.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Περίμενε. Σε θέλω εδώ. Θα στείλω τον Μενέλαο μόλις ξυπνήσει.
ΟΜΗΡΟΣ: Μια ματιά να ρίξω, μπορεί να φτάσαμε…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα μας ενημερώσουνε. Έχει αναλάβει ο Σύνδεσμος αυτή την δουλειά.
ΟΜΗΡΟΣ: Ποια δουλειά;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Να μας οδηγήσει εκεί, στον Άγγελο.
ΟΜΗΡΟΣ: Και που είναι ο Σύνδεσμος;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα έρθει, για αυτόν θα σταμάτησε το τρένο.
ΟΜΗΡΟΣ: Σταμάτησε για να τον πάρει;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μάλλον, εδώ θα είχε ορίσει ραντεβού.
ΟΜΗΡΟΣ: Κι αν δεν έρθει;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα έρθει, είναι επιφορτισμένος με αυτήν την αποστολή.
ΟΜΗΡΟΣ: Μπορώ και εγώ να κοιτάξω έξω;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μπορείς.
ΟΜΗΡΟΣ (Πηγαίνει στο παράθυρο): Δεν βλέπω κανένα.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τι σου είπα;
ΟΜΗΡΟΣ: Μα ούτε σταθμός υπάρχει. Όλα είναι και εδώ όπως στην τούντρα, μόνο που δεν κάνει τόσο κρύο.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Κατευθυνόμαστε σε ζεστές περιοχές.
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν θα έπρεπε να έχει ανθρώπους, δέντρα; Δεν φαίνεται τίποτα. Λες και έπεσε επιδημία και τα θέρισε όλα.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μη βγάζεις τόσο εύκολα συμπεράσματα.
ΟΜΗΡΟΣ: Πες μου λοιπόν, γιατί σταματήσαμε εδώ; (Ο Χριστόφορος δεν απαντάει. Φεύγει απογοητευμένος από το παράθυρο και πηγαίνει στον πάγκο του): Όλο στο περίμενε είμαστε, βαρέθηκα!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Κάνε κουράγιο Όμηρε, πρέπει να είμαστε δυνατοί!
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν θα έπρεπε κάποιος να ενημερώσει τους επιβάτες. Ταξιδεύουμε μια βδομάδα χωρίς σταματημό και δεν φάνηκε ψυχή. Τουλάχιστον στην πρώτη στάση κάποιος θα έπρεπε να μας πει που βρισκόμαστε. Αμφιβάλω αν υπάρχουν σ αυτό το τρένο άλλοι επιβάτες.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Δείχνει τον γέρο): Και αυτός τι είναι;
ΟΜΗΡΟΣ: Αυτός δεν πιάνεται, είναι ο γέρος που συνάντησες στον σταθμό. Μπήκε μαζί μας στον τρένο και από τότε κοιμάται.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Πάει και αυτός στον Παράδεισο.
ΟΜΗΡΟΣ: Μάλλον έφτασε κιόλας.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τι θέλεις να πεις;
ΟΜΗΡΟΣ (Τον κοιτάζει επίμονα): Φαίνεται πεθαμένος.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Τον κοιτάζει): Μπα δεν νομίζω.
ΟΜΗΡΟΣ: Από την στιγμή που ξάπλωσε δεν έχει σαλέψει. Ούτε τρώει ούτε πίνει. Αν έχει πεθάνει μπορεί να βρούμε τον μπελά μας.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν έχει σου λέω, αν είχε πεθάνει τόσες μέρες θα μύριζε.
ΟΜΗΡΟΣ ( Κοιτάζει τον γέρο επίμονα): Είσαι σίγουρος;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μπορείς να πας κοντά του να δεις.
ΟΜΗΡΟΣ (Κάνει να τον πλησιάσει αλλά στα μισά γυρίζει πίσω): Άσε μιαν άλλη φορά.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μη φοβάσαι.
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν φοβάμαι.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Πήγαινε και σκούντα τον.
ΟΜΗΡΟΣ: Τούτος ο γέρος δεν μοιάζει με τους άλλους.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Είναι ένα άκακο γεροντάκι που έχει περάσει τα εκατό.
ΟΜΗΡΟΣ: Ακριβώς! Οποιοσδήποτε άλλος στην θέση του θα τα είχε τινάξει.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Περιμένει να φτάσει πρώτα στον Παράδεισο.
ΟΜΗΡΟΣ: Και γιατί δεν πεθαίνει να φτάσει γρηγορότερα;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Γι αυτό μένει νηστικός.
ΟΜΗΡΟΣ: Για να πεθάνει;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Τον κοιτάζει χωρίς να απαντάει. Σιωπή. Ο Μενέλαος ξυπνάει απότομα και κοιτάζει γύρω του. Τρομάζει και πιάνει το όπλο του).
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Τι συμβαίνει;… Που βρισκόμαστε;…
ΟΜΗΡΟΣ: Στην κόλαση!...
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Τι λέει αυτός... γιατί σταματήσαμε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Περιμένουμε τον Σύνδεσμο.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Τον ποιον;…
ΟΜΗΡΟΣ: Τον Σύνδεσμο, δεν άκουσες;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Α… εδώ θα τον συναντήσουμε;
ΟΜΗΡΟΣ: Εδώ.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Γιατί…τι είναι εδώ;
ΟΜΗΡΟΣ: Σου είπα…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Εσύ να βγάλεις τον σκασμό, τον Χριστόφορο ρωτάω.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Σε λίγο θα μάθουμε.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Από ποιον;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Από τον Σύνδεσμο.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Άντε πάλι με τον…
ΟΜΗΡΟΣ (Τινάζεται σαν να τον έπιασε ηλεκτρισμός): Σαλεύει!...
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τι έπαθες;
ΟΜΗΡΟΣ: Ο γέρος σαλεύει. Τον είδα… κουνήθηκε!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Εγώ δεν βλέπω να κουνιέται.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Μήτε εγώ.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Η ιδέα σου θα είναι.
ΟΜΗΡΟΣ: Αφού σας λέω τον είδα!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Πήγαινε σκούντα τον.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Άντε πήγαινε.
ΟΜΗΡΟΣ: Και γιατί δεν πας εσύ;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Εσύ τον είδες να κουνιέται.
ΟΜΗΡΟΣ: Και λοιπόν;…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Πρέπει να μας πείσεις πως δεν βλέπεις φαντάσματα.
ΟΜΗΡΟΣ: Και γιατί να σας πείσω;…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Κομπλάρει): Γιατί… Βρε δεν πάτε στον διάολο!
ΟΜΗΡΟΣ: Τι συμβαίνει, φοβάσαι τα φαντάσματα;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ζουμπά σου είπα σταμάτα να μου μπαίνεις, δεν θα σου βγει σε καλό.
ΟΜΗΡΟΣ: Φοβάσαι!... Αυτό είναι! Όμως ο γέρος δεν είναι φάντασμα, ζόμπι είναι!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ποια η διαφορά;
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν βλέπεις την διαφορά και φοβάσαι ψευτοπαλληκαρά. Αυτό είναι… φοβάσαι τα φαντάσματα!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Εκτός εαυτού βγάζει το όπλο του και τον σημαδεύει): Βούλωσ’ το βρομοπόντικα γιατί θα σε στείλω να κάνεις παρέα με τα ζόμπι σου και τα φαντάσματα!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Σταματήστε!... Τι πάθατε; Δεν είναι ώρα για τέτοια! Μενέλαε βάλε το όπλο στην τσέπη σου σε παρακαλώ.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Κινείται προς την πόρτα του τρένου): Πάω έξω να πάρω και λίγο καθαρό αέρα, εδώ μέσα μυρίζει θανατίλα. Πες όμως σε αυτό το ψοφίμι να μην μου μπαίνει γιατί μπορεί κάποια φορά να μου τη δώσει και να τον στείλω μια ώρα γρηγορότερα στον Παράδεισο. (Βγαίνει).
ΟΜΗΡΟΣ: Σίγουρα τα έχει κάνει επάνω του από τον φόβο του.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μην τον πειράζεις σε παρακαλώ, δεν θέλω προστριβές μεταξύ μας.
ΟΜΗΡΟΣ: Μην τον εμπιστεύεσαι και πολύ.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Αυτό θα το κρίνω εγώ.
ΟΜΗΡΟΣ: Αν ήξερες τι λέει για σένα…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν με ενδιαφέρει και ούτε θέλω να μάθω.
ΟΜΗΡΟΣ: Είναι επικίνδυνος, να τον προσέχεις!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Το θέμα αυτό έληξε. Έχουμε σοβαρότερα πράματα που μας απασχολούν.
(Παύση. Ο Χριστόφορος πηγαίνει πάλι στο παράθυρο και προσπαθεί να διακρίνει έξω).
ΟΜΗΡΟΣ: Πιστεύεις πως θα έρθει;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ποιος;
ΟΜΗΡΟΣ: Ο Σύνδεσμος.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα έρθει σίγουρα.
ΟΜΗΡΟΣ: Και γιατί εδώ, σ αυτή την ερημιά; Έπειτα αυτό το τρένο δεν σου φαίνεται;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τι;…
ΟΜΗΡΟΣ: Τίποτα!...
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Βγάλε την αμφιβολία από το μέσα σου Όμηρε και όλα θα πάνε κατ’ ευχήν.
ΟΜΗΡΟΣ: Για να το λες εσύ έτσι θα είναι, σου έχω απόλυτη εμπιστοσύνη ξέρεις. Αν δεν ήσουν εσύ εγώ δεν θα ξεκινούσα για τόσο μακρινό ταξίδι. (Δεν παίρνει απάντηση και μένει σιωπηλός. Στο μεταξύ ο Γέρος σηκώνεται αργά και προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του. Είναι ένας ψηλόλιγνος γέρος, σχεδόν σκελετωμένος. Κάνει μερικά ασταθή βήματα και πλησιάζει από πίσω τον Όμηρο).
ΟΜΗΡΟΣ: Και τα διπλανά βαγόνια φαίνονται κλειστά και θεοσκότεινα. Τι λες να έχουνε μέσα; Δεν σε βάζει σε σκέψεις αυτό; (Τώρα βλέπει τον Γέρο και τινάζεται πίσω βγάζοντας κραυγή τρόμου). Α!!... Τι είναι αυτό θεούλη μου!;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ησύχασε, δεν τρέχει τίποτα. Είναι ο συνεπιβάτης μας, ξύπνησε. Πως είστε κύριε;
ΟΜΗΡΟΣ: Είσαι σίγουρος πως είναι ζωντανός;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μη λες ανοησίες. (Στον Γέρο). Θέλετε κάτι, μπορώ να σας βοηθήσω;
ΓΕΡΟΣ (Με συρτή φωνή που δύσκολα βγαίνει από το στόμα του) : Παρακαλώ τι μέρα έχουμε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Προσπαθεί να θυμηθεί): Εε…Αλήθεια, τι μέρα έχουμε; Μήπως θυμάσαι εσύ Όμηρε;
ΟΜΗΡΟΣ: Ε… δεν είναι η σημερινή;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ναι αλλά ποια; Ρωτάει ο παππούς και θέλει να μάθει.
ΟΜΗΡΟΣ: Που θες να ξέρω…είναι μια μέρα αυτής της εβδομάδας.
ΓΕΡΟΣ: Ποιανού μήνα;
ΟΜΗΡΟΣ: Ποιανού μήνα;… Έλα ντε, ποιανού μήνα; Αυτουνού!... Αυτό σίγουρα… είναι αυτουνού που πορευόμαστε.
ΓΕΡΟΣ: Ποιανού έτους;
ΟΜΗΡΟΣ: Ε δεν είναι…Άκουσε γέρο, δεν είμαι αυτός που σε όλα απαντά και δεν μου αρέσει να μου βάζουνε δύσκολα. Έπειτα τι σημασία έχει ένας χρόνος πάνω ένας χρόνος κάτω, αυτά δεν έχουνε πέραση στον Παράδεισο. Δεν είναι έτσι Χριστόφορε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έτσι είναι. Τα έτη και οι μήνες είναι εφεύρεση του ανθρώπου. Όταν αποκτήσεις την αθανασία, ζεις στην αιωνιότητα και δεν έχει σημασία πια για σένα ο χρόνος.
ΟΜΗΡΟΣ: Τα άκουσες Γέρο, νομίζω πως η απάντηση του φίλου μου πρέπει να σε ικανοποιεί.
ΓΕΡΟΣ: Σας ευχαριστώ πολύ, με κατατοπίσατε πλήρως. Τώρα μπορώ να κοιμηθώ ήσυχος.
ΟΜΗΡΟΣ: Δηλαδή μέχρι τώρα είχες ανήσυχο ύπνο;
ΓΕΡΟΣ (Πηγαίνει στον πάγκο του και ξαπλώνει): Σας παρακαλώ όταν φτάσουμε να με ξυπνήσετε, αν και εγώ δεν κοιμάμαι βαριά, με τον παραμικρό θόρυβο ξυπνάω.
ΟΜΗΡΟΣ: Εντάξει, θα ρίξουμε κανόνι. Ε, ε, παππού, δεν μας είπες πιο έτος θέλεις να σε ξυπνήσουμε. (Τον πλησιάζει). Μπα, τον πείρε κιόλας. (Απομακρύνεται). Δεν μου το βγάζεις από το μυαλό πως τούτος δω δεν είναι φυσιολογικός. Είσαι σίγουρος πως δεν είναι αυτός ο Σύνδεσμος;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ε όχι βέβαια, πως σου ήρθε πάλι αυτό;
ΟΜΗΡΟΣ: Γιατί όχι, εκεί που πάμε αιωνόβιους θα συναντήσουμε, δεν είναι έτσι;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μπορεί αλλά όχι γέρους.
ΟΜΗΡΟΣ: Α ναι… Αυτό το ξέχασα.
ΓΕΡΟΣ (Σηκώνεται στον πάγκο του): Μπορώ να ρωτήσω κάτι ακόμα.
ΟΜΗΡΟΣ (Τινάζεται πάλι): Σιγά παππού!... Άλλο ένα τέτοιο να μου κάνεις και θα πάω γρηγορότερα από όλους σας στον Παράδεισο.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Σε τι μπορούμε να σου φανούμε χρήσιμοι;
ΓΕΡΟΣ: Που βρίσκεται η τουαλέτα;
ΟΜΗΡΟΣ: Έξω, στην εξοχή. Μπορείς να κάνεις την δουλειά σου χωρίς να είσαι υποχρεωμένος να τραβήξεις το καζανάκι.
ΓΕΡΟΣ: Σας ευχαριστώ πολύ, σας είμαι υπόχρεος. (Ξαναγέρνει στον πάγκο του και κοιμάται).
ΟΜΗΡΟΣ (Τον πλησιάζει): Ροχαλίζει!... Πότε προλαβαίνει και τον παίρνει…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Άφησέ τον ήσυχο, (Κοιτάζει από το παράθυρο). Για έλα κοντά, κοίτα εκεί στο βάθος.
ΟΜΗΡΟΣ (Πλησιάζει): Τι είναι;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ένα τείχος που εκτείνεται στον ορίζοντα.
ΟΜΗΡΟΣ: Ναι, έχεις δίκιο. Να και μια τεράστια πύλη. Λες να είναι το σινικό τείχος;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν νομίζω, δεν έχει τα ίδια χαρακτηριστικά. Να να, διακρίνω πίσω από το τείχος κάποια κτήρια. Μάλλον με περιφραγμένη πολιτεία μοιάζει.
ΟΜΗΡΟΣ: Λες να είναι εδώ;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Εδώ τι;
ΟΜΗΡΟΣ: Λες σ αυτήν την πόλη να βρίσκεται ο Παράδεισος που ζητάμε;
(Μπαίνει ο Μενέλαος αναστατωμένος).
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Το είδατε αυτό;
ΟΜΗΡΟΣ: Για το τείχος μιλάς;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Είναι θεόρατα τείχη και γύρω γύρω φυλάκια με πάνοπλους φρουρούς!
ΟΜΗΡΟΣ: Τι φυλάνε;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Δεν ξέρω. Μέσα βρίσκεται μια μεγάλη πόλη που λες και είναι μουγκή, δεν ακούγεται κιχ.
ΟΜΗΡΟΣ: Μην είναι ο Παράδεισος;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Δεν νομίζω.
ΟΜΗΡΟΣ: Πως το λες αυτό;…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και γιατί τον έχουν μαντρωμένο, εδώ περισσότερο με φυλακή μοιάζει παρά με Παράδεισο.
ΟΜΗΡΟΣ: Θα φυλάγονται από τους έξω, δεν μπορεί να μπαίνει μέσα όποιος κι όποιος.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και τι θα γίνει με εμάς;
ΟΜΗΡΟΣ: Εμείς ερχόμαστε κατόπιν προσκλήσεως.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών.
ΟΜΗΡΟΣ: Για ποιους ουρανούς μιλάς, εμείς ψάχνουμε για τον παράδεισο της γης, μην τα μπερδεύεις αυτά τα δύο σε παρακαλώ.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Μας είπες πως στον πρώτο σταθμό θα συναντήσουμε τον Σύνδεσμο.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Και βέβαια θα τον συναντήσουμε.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Είμαστε τόσην ώρα εδώ και ο Σύνδεσμος ακόμα να φανεί. Έξω δεν υπάρχει ψυχή. Και αυτό το τρένο δεν μοιάζει με τα άλλα. Όλα τα βαγόνια του είναι κλειστά και σφραγισμένα. Έβαλα αυτί να ακούσω κάτι από μέσα, τίποτα, ούτε ανάσα. Μήτε μηχανοδηγό βρήκα στην μηχανή.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μπορεί να είναι εδώ το τέρμα του ταξιδιού μας!
ΟΜΗΡΟΣ: Μήπως θα ’πρεπε να μπούμε μέσα;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Μέσα που;…
ΟΜΗΡΟΣ: Στην πόλη.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Πήγαινε μέχρι την πύλη και θα δεις, την φυλάει ένας ολόκληρος στρατός!
ΟΜΗΡΟΣ: Αν εδώ είναι ο Άγγελος πρέπει να τον ειδοποιήσουμε με κάποιο τρόπο για να μας βάλει μέσα.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Εγώ δεν μπαίνω αν πρώτα δεν βεβαιωθώ.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έχετε πίστη αδέρφια και η ώρα πλησίασε, είμαστε κοντά, πολύ κοντά, το νιώθω, το αισθάνομαι! Τούτη την φορά δεν πέφτω έξω!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ας ερχόταν κάποιος να μας πει που βρισκόμαστε…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα έρθει ο Σύνδεσμος. Αυτός είναι επιφορτισμένος να μας οδηγήσει στην ευλογημένη γη. Θα βρούμε τους κήπους της Εδέμ! Θα ζήσουμε σε έναν τόπο που οι λέξεις στεναχώρια, δυστυχία, πείνα, είναι άγνωστες. Στον τόπο αυτόν μόνο χαρά και ευτυχία θα βρούμε!
ΟΜΗΡΟΣ: Οι γυναίκες είναι όλες νέες και όμορφες σαν ελαφίνες έτσι δεν είναι;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έτσι!…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και οι γριές που βρίσκονται;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν υπάρχουν γριές γιατί δεν υπάρχουν γηρατειά, εδώ όλοι είναι νέοι και ωραίοι.
ΟΜΗΡΟΣ: Και σίγουρα κυκλοφορούν όλοι γυμνοί και χωρίς φύλο συκής.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Είναι αμέριμνοι και χωρίς στεναχώριες, δεν έχουν προκαταλήψεις, δεν έχουν ενοχές. Η μόνη τους σκέψη, η μόνη τους ασχολία, είναι να τρέχουν από δέντρο σε δέντρο και να μαζεύουν τους τροπικούς καρπούς που κρέμονται σε μεγάλη αφθονία.
ΟΜΗΡΟΣ (Ενθουσιάζεται): Γιούχου…αυτή είναι ζωή!...
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και με το χρυσάφι τι θα γίνει – εσύ μας είπες πως υπάρχει άφθονο – με τα διαμάντια, τις πολύτιμες πέτρες;… Τώρα τελευταία δεν κάνεις λόγο για αυτά.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Υπάρχουν τόσα άλλα σημαντικά, που αυτά είναι τα τελευταία που ενδιαφέρουν.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ο καθένας με τα γούστα του, εγώ αν δεν βρω θησαυρό δεν μπαίνω εκεί μέσα. Έκανα ένα τόσο μεγάλο ταξίδι μόνο γι αυτόν. Υποσχέθηκες πως θα βρίσκαμε χρυσάφι.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Πρέπει κάποιον να ρωτήσουμε.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ποιον; Ακόμη δεν ξέρουμε τι σόι άνθρωποι είναι αυτοί εκεί μέσα. Περίμενα ώρα απ’ έξω και δεν είδα να μπαίνει και να βγαίνει ψυχή.
ΟΜΗΡΟΣ: Αλήθεια και μένα μου φαίνεται αφύσικο να μην κυκλοφορεί κάποιος, λες και είναι νεκρόπολη.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Αυτό είναι… μια πολιτεία νεκρών!
ΟΜΗΡΟΣ: Και αυτοί στην πύλη;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Δεν τους είδα να κινούνται. Στέκονται μαρμαρωμένοι σαν αγάλματα.
ΟΜΗΡΟΣ: Θα είναι τιμητική φρουρά.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Μια βδομάδα ταξίδι για να φτάσουμε σε ένα νεκροταφείο!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έχετε πίστη φίλοι μου. Κάτι μου λέει πως σ αυτήν την πολιτεία βρίσκεται η απάντηση στα ερωτήματά μας.
ΟΜΗΡΟΣ: Δηλαδή;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Δηλαδή;…
(Ο Χριστόφορος δεν απαντά. Παύση. Όλοι βρίσκονται σε περίσκεψη. Σε λίγο ο Χριστόφορος πηγαίνει πάλι στο παράθυρο).
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Βλέπεις τίποτα;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Όχι, νύχτωσε…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Τότε τι κάνουμε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μπορεί να φανεί από στιγμή σε στιγμή.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Διακρίνεις κάτι καμιά κίνηση;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τίποτα ψυχή.
ΟΜΗΡΟΣ: Απόλυτη σιωπή.
(Παύση. Κρατάνε την αναπνοή τους και αφουγκράζονται).
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Εμένα δεν μου αρέσει αυτή η ησυχία, προμηνάει θύελλα.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Υπομονή και θα μάθουμε.
(Ακούγεται θόρυβος. Όλοι παγώνουν).
ΟΜΗΡΟΣ: Το ακούσατε αυτό!;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Κάποιος έρχεται!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα είναι ο Σύνδεσμος.
ΟΜΗΡΟΣ: Και γιατί κρύβεται;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Πάω να δω.
ΟΜΗΡΟΣ: Κάθισε στα αυγά σου.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: (Βγάζει το περίστροφο). Ταμπουρωθείτε στην γωνία.
(Όλοι Φυλάγονται).
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Φωνάζει): Ποιος είναι έξω; Αν είσαι ο Σύνδεσμος φανερώσου!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Έλα αργά με τα χέρια ψηλά αλλιώς σου την άναψα!
(Ξεπροβάλει δειλά το κεφάλι μιας κοπέλας. Είναι μια νέα και όμορφη κοπέλα περίπου είκοσι χρονών με ασιατικά χαρακτηριστικά. Είναι η Ελένη).
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Τα χέρια ψηλά πριν γίνεις μακαρίτισσα.
(Η Ελένη στέκεται στην είσοδο, τρέμει, τους κοιτάζει αμήχανα).
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: (Πηγαίνει κοντά της): Περίμενε, δεν καταλαβαίνει. (Στην κοπέλα). Ποια είσαι, πως βρέθηκες εδώ;…
ΟΜΗΡΟΣ: Μπορεί να είναι αυτή ο Σύνδεσμος.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Είσαι ο Σύνδεσμος;
ΕΛΕΝΗ (Κουνάει αρνητικά το κεφάλι):
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Καταλαβαίνει.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και τι ζητάει από μας, από πού ξεφύτρωσε;
ΟΜΗΡΟΣ: Ξέρει για τον Σύνδεσμο.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ξέρεις για τον Σύνδεσμο;
ΕΛΕΝΗ (Κοντοστέκεται και μετά κουνάει θετικά το κεφάλι):
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ξέρει για τον Σύνδεσμο, αυτό είναι πολύ σημαντικό!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και γιατί δεν μιλάει μουγκή είναι; Αφού καταλαβαίνει πρέπει και να μιλάει.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Στον Μενέλαο): Μην αγριεύεις, φοβάται! (Σ αυτήν ευγενικά). Έλα μη φοβάσαι, έλα να καθίσεις. (Η Ελένη μπαίνει μέσα κρατώντας μία βαλίτσα. Ο Χριστόφορος την πηγαίνει στον πάγκο του). Ρίξε κάτι επάνω σου θα παγώσεις, τρέμεις ολόκληρη. (Βγάζει το σακάκι του και την σκεπάζει). Είσαι καλύτερα τώρα;
ΕΛΕΝΗ (Κουνάει και πάλι θετικά το κεφάλι):
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Σε μένα μπορείς να μιλήσεις. Πως σε λένε;
ΕΛΕΝΗ (Δειλά): Ελένη!…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ελένη;…Πολύ ωραίο όνομα! Χριστιανή είσαι;
ΟΜΗΡΟΣ: Θα είναι μακρινή απόγονος της στρατιάς του μεγάλου Αλεξάνδρου!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έτσι είναι;
ΕΛΕΝΗ (Τους κοιτάζει χωρίς να καταλαβαίνει):
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν πειράζει, δεν έχει σημασία.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και τι θέλει εδώ, τι ζητάει από εμάς;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ξέρει για τον Σύνδεσμο, λίγο το έχεις αυτό;…Έπειτα θα μας δώσει πληροφορίες για αυτήν την πόλη. (Στην Ελένη). Έτσι δεν είναι;
ΕΛΕΝΗ (Κουνάει καταφατικά το κεφάλι):
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μπράβο, είσαι ένα χαριτωμένο κορίτσι. Πες μας τι ξέρεις για αυτούς εδώ.
ΕΛΕΝΗ (Κοιτάζει γύρω της τρομαγμένη):
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έλα μην φοβάσαι δεν υπάρχει κανένας άλλος εδώ, μόνο εμείς είμαστε. Ο Γέρος δεν ακούει, κοιμάται.
ΕΛΕΝΗ (Διστακτικά): Είναι κακοί!…
(Αίσθηση, κοιτάζονται μεταξύ τους).
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Είσαι βέβαιη… δεν είναι εδώ η Εδέμ, ο Παράδεισος της γης;
ΕΛΕΝΗ (Της ξεφεύγει ένα πικρό χαμόγελο. Συνέρχεται, τους κοιτάζει): Όχι!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Απογοητευμένος): Όχι;…
ΕΛΕΝΗ (Κοφτά): Όχι!
ΟΜΗΡΟΣ: Είσαι σίγουρη;
ΕΛΕΝΗ : Είναι η κόλαση!…
(Σιωπή. Μένουν βουβοί).
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Έκπληκτος): Είναι η κόλαση;
ΟΜΗΡΟΣ: Θα είναι αυτή που έλεγες πως πρέπει να περάσουμε πριν πάμε στον Παράδεισο.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Δυσανασχετεί): Δεν την περάσαμε ακόμα;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τότε πίσω από αυτήν θα βρίσκεται ο Παράδεισος.
ΕΛΕΝΗ (Κουνάει τους ώμους της, δείχνει πως δεν καταλαβαίνει):
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Πρέπει να μάθουμε.
ΟΜΗΡΟΣ: Θα μας πει ο Σύνδεσμος.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Σωστά!…Αυτός σίγουρα ξέρει! Μου το γράφει ο Άγγελος, είναι αυτός που τον είδε τελευταίος, πήρε τις εντολές του πριν ξεκινήσει να μας βρει.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Στη Ελένη): Και δεν μου λες κοπέλα μου γιατί υπάρχει τόση μουγκαμάρα εκεί μέσα, είναι νεκροί ή ζωντανοί;
ΕΛΕΝΗ (Διστάζει): Υπάρχει…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Έλα λέγε μην διστάζεις.
ΕΛΕΝΗ : Έδωσε διαταγή ο αρχιστράτηγος…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Έδωσε διαταγή να μουγγαθεί όλη η πόλη;
ΕΛΕΝΗ : Ναι.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και γιατί;
ΕΛΕΝΗ: Είναι η Ημέρα της Γονιμότητος.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ε και λοιπόν;
ΕΛΕΝΗ: Είναι η μεγάλη μας γιορτή.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και στην μεγάλη σας γιορτή καταπίνετε την γλώσσα σας;
ΕΛΕΝΗ : Είναι όλοι απασχολημένοι.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Με τι, εγώ δεν είδα να κουνιέται φύλλο;
ΕΛΕΝΗ : Είναι όλοι ζευγαρωμένοι και κλεισμένοι στα δωμάτια αναπαραγωγής.
(Παύση, κοιτάζονται).
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Και τι κάνουν εκεί μέσα;
ΕΛΕΝΗ (Κατεβάζει ντροπαλά το κεφάλι):
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έλα μην ντρέπεσαι, εμείς όλοι είμαστε πολιτισμένοι δεν κατηγορούμε κανένα. Πες μας τι κάνουνε.
ΕΛΕΝΗ : Έρωτα!…
ΟΜΗΡΟΣ: Όλοι μαζί συγχρόνως;
ΕΛΕΝΗ : Ναι.
ΟΜΗΡΟΣ Και πως συντονίζονται;
ΕΛΕΝΗ : Είναι εκπαιδευμένοι.
ΟΜΗΡΟΣ: Είναι εκπαιδευμένοι στον έρωτα;
ΕΛΕΝΗ : Ναι.
ΟΜΗΡΟΣ: Άλλο πάλι και τούτο, δεν ήξερα πως χρειάζεται εκπαίδευση για να κάνεις έρωτα.
ΕΛΕΝΗ : Είναι στρατιώτες και για κάθε τι που κάνουν περνάνε από εκπαίδευση.
ΟΜΗΡΟΣ: Και όσοι δεν είναι στρατιώτες;
ΕΛΕΝΗ : Όλοι οι άντρες είναι στρατιώτες.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και τα παιδιά;
ΕΛΕΝΗ : Και τα παιδιά.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και οι γέροι;
ΕΛΕΝΗ : Δεν υπάρχουνε γέροι!…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Τι τους κάνουν τους γέρους;
ΕΛΕΝΗ (Κατεβάζει το κεφάλι και κλαίει):
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ελάτε, σταματήστε την ανάκριση. (Πηγαίνει κοντά της). Ησύχασε δεν είσαι υποχρεωμένη να απαντάς αν δεν θέλεις.
ΕΛΕΝΗ (Ξεσπάει): Πάρτε με μαζί σας σας παρακαλώ.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Καλά καλά μην κλαις τώρα, θα σε βοηθήσουμε.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Σίγουρα το έσκασε και θα την ψάχνουν.
ΕΛΕΝΗ: Μην με αφήσετε εδώ!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Αν την πάρουμε θα βρούμε τον μπελά μας και αυτοί εκεί μέσα φαίνεται πως δεν χαρίζουν κάστανα.
ΕΛΕΝΗ (Τρέμει από τον φόβο της): Τι θα κάνετε με εμένα!;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ησύχασε, είπαμε θα σε βοηθήσουμε.
(Παύση, στέκονται όλοι προβληματισμένοι).
ΟΜΗΡΟΣ: Εμένα δεν το χωράει το μυαλό μου, να πηδιέται συγχρόνως μια ολόκληρη πόλη και να μην ακούγεται κιχ… Τόσο μουλωχτό πήδημα πρώτη φορά βλέπω. (Στην Ελένη). Μπορείς να μου πεις πως τα καταφέρνουν;
ΕΛΕΝΗ: Δεν άρχισαν ακόμη.
ΟΜΗΡΟΣ: Και τι κάνουν τόσες ώρες κλεισμένοι στα δωμάτια;
ΕΛΕΝΗ: Προετοιμάζονται.
ΟΜΗΡΟΣ: Τόσες ώρες;
ΕΛΕΝΗ: Ναι.
ΟΜΗΡΟΣ: Μα κανένας δεν ένιωσε την επιθυμία να προχωρήσει;
ΕΛΕΝΗ: Περιμένουν το σύνθημα.
ΟΜΗΡΟΣ: Από ποιον;
ΕΛΕΝΗ: Από τον αρχιστράτηγο.
ΟΜΗΡΟΣ: Και με το σύνθημα θα προχωρήσουν όλοι μαζί;
ΕΛΕΝΗ: Ναι.
ΟΜΗΡΟΣ (Στους άλλους): Πως σας φαίνεται αυτό; Εγώ δεν την βρίσκω και τελείως κακή σαν ιδέα.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Και γιατί όλο αυτό το πανηγύρι;
ΕΛΕΝΗ: Πρέπει να κάνουν παιδιά, πολλά παιδιά και να είναι αγόρια.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Πως μπορεί να γίνει αυτό;
ΕΛΕΝΗ: Είναι ημέρα των αγοριών, προσεύχονται στην Θεά της Γονιμότητος για τούτη την μέρα. Όσες κάνουν κορίτσια θεωρούνται αμαρτωλές και τις βάζουν στον προθάλαμο.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τι είναι ο προθάλαμος;
ΕΛΕΝΗ: Ένας χώρος κοντά στο νεκροταφείο.
ΟΜΗΡΟΣ: Τις σφάζουνε;
ΕΛΕΝΗ (Με αγωνία): Ναι!
ΟΜΗΡΟΣ: Αυτοί δεν είναι άνθρωποι, είναι άγρια θηρία!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και εσύ μας έλεγες πως είναι ο Παράδεισος.
ΕΛΕΝΗ: Πάρτε με από εδώ σας παρακαλώ…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Γιατί θέλουν μόνο αγόρια, αυτό είναι αφύσικο.
ΕΛΕΝΗ: Τα θέλουν για τον πόλεμο. Κάθε άνοιξη και φθινόπωρο κάνουν πόλεμο. Όποιος έχει περισσότερους άντρες κερδίζει τον πόλεμο.
ΟΜΗΡΟΣ: Και τις άλλες δύο εποχές κάνουν διακοπές;
ΕΛΕΝΗ: Όχι, προετοιμάζονται, ο πόλεμος είναι το εθνικό μας σπορ. Όποια φυλή επικρατήσει εκτελεί αρκετούς από τους ηττημένους για να έχει το πάνω χέρι. Μόλις πέσει η πρώτη τουφεκιά τα όρνια και τα σαρκοβόρα ζώα θα πάρουν θέση γύρω από την πόλη, γνωρίζουν πως θα φάνε τόσο όσο θα τους κρατήσει και για την επόμενο πόλεμο!
ΟΜΗΡΟΣ: Τι κόσμος είναι αυτός, μου σηκώθηκε η τρίχα!
(Παύση, μένουν για λίγο σκεπτικοί).
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και εσύ γιατί δεν συμμετέχεις… πως βρέθηκες εδώ;
ΕΛΕΝΗ: Το ’σκασα!…Καιρό τώρα περίμενα το τρένο!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και δεν θα το ανακαλύψουν;
ΕΛΕΝΗ: Ο αρχηγός πηγαίνει στο δωμάτιο αφού τελειώσουν οι άλλοι.
ΟΜΗΡΟΣ: Έτσι την βρίσκει; Πρωτότυπο βίτσιο!…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Είσαι η γυναίκα του αρχηγού και το έσκασες;
ΕΛΕΝΗ: Δεν είμαι η γυναίκα του, κάθε φορά επιλέγει και άλλη. Μέχρι τώρα όλες του κάνουνε κορίτσια.
ΟΜΗΡΟΣ: Και περνάνε σίγουρα από λεπίδι.
ΕΛΕΝΗ: Ναι!…Καταλαβαίνετε τώρα γιατί έφυγα;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Σίγουρα αν δεν σε δουν θα ψάξουν να σε βρουν.
ΕΛΕΝΗ: Ναι!…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Με στρατό και χωροφύλακες.
ΕΛΕΝΗ: Θα κινήσει γη και ουρανό!…Δεν ξέρετε εσείς τι θηρίο είναι ο αρχηγός! Γι αυτό σας λέω πάρτε με μαζί σας!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Καταλαβαίνεις τι φωτιά μας άναψες κυρά μου;
(Ακούγεται δυνατό σάλπισμα μέσα από τα τείχη).
ΕΛΕΝΗ: Το σύνθημα!…
ΟΜΗΡΟΣ: Αυτό είναι το σύνθημα για το πήδημα;
ΕΛΕΝΗ: Ναι!…
ΟΜΗΡΟΣ: Και αρχίζουν όλοι μαζί;
ΕΛΕΝΗ: Είναι εκατοντάδες χιλιάδες. Κινδυνεύουμε!…
ΟΜΗΡΟΣ: Γιατί;… Αυτοί τώρα το γλεντάνε!
ΕΛΕΝΗ: Έχει πάντα στρατό σε ετοιμότητα!
(Ένα υπόκωφο μουγκρητό που προέρχεται από τον οργασμό των ζευγαριών διαχέεται στην ατμόσφαιρα).
ΟΜΗΡΟΣ: Ακούτε;…Άρχισε το πήδημα! Μπράβο αρχηγέ είσαι και ο πρώτος!…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Νομίζω πως πρέπει να βρούμε τον μηχανοδηγό και να φύγουμε από εδώ όσο είναι καιρός!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Περιμένουμε τον Σύνδεσμο, αν φύγουμε τώρα θα χάσουμε την επαφή μαζί του.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Πρώτα μετράει η ζωή μας και μετά ο Σύνδεσμος.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν έχω σκοπό να τον χάσω και πάλι.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Θα μας πει αυτή που θα τον βρούμε, είπε πως τον γνωρίζει.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Στην Ελένη): Θα μας πεις που θα τον βρούμε;
ΕΛΕΝΗ: Θα σας πω αλλά πρέπει να πάρετε και μένα μαζί σας.
(Ο ήχος από το μουγκρητό του οργασμού μεγαλώνει, γίνεται πιο άγριος και απειλητικός).
ΟΜΗΡΟΣ: Το θεριό αγριεύει, όπου να ναι θα εκραγεί!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τι θα γίνει με τον Σύνδεσμο;
ΕΛΕΝΗ: Θα έρθει όπου να ’ναι.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Δεν την πιστεύω, προσπαθεί να μας μπλέξει.
ΕΛΕΝΗ: Είστε μπλεγμένοι έτσι και αλλιώς.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα έρθει εδώ;
ΕΛΕΝΗ: Ναι.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Και γιατί αργεί;
ΕΛΕΝΗ: Φυλάγεται.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Από τι;
ΕΛΕΝΗ: Δεν ξέρω, όταν τον είδα ήταν πολύ ταραγμένος.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έχει καμιά σχέση με αυτούς;
ΕΛΕΝΗ: Δεν ξέρω περισσότερα…Εκείνο που ξέρω είναι πως το έσκασε και αυτός από την πόλη.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ήτανε μέσα;
ΕΛΕΝΗ: Ναι τον είχαν κι αυτόν ξεγραμμένο.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μήπως σκότωσαν και τον Άγγελο;
ΕΛΕΝΗ: Δεν ξέρω κανένα Άγγελο.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν σου μίλησε ο Σύνδεσμος;
ΕΛΕΝΗ: Όχι… δεν έχουμε ανταλλάξει πολλές κουβέντες.
(Ομαδικές κραυγές ηδονής σχίζουν την ατμόσφαιρα).
ΟΜΗΡΟΣ: Το ακούσατε αυτό; Το αυγό έσκασε! Άρχισε η συναυλία των εκστασιασμένων!
ΕΛΕΝΗ: Η συναυλία των απελπισμένων είναι, οι μισές γυναίκες παίρνουν το διαβατήριο για τον προθάλαμο.
ΟΜΗΡΟΣ: Τώρα θα έρθει η σειρά του αρχηγού, όμως δεν θα ακούσουμε το δικό του χλιμίντρισμα γιατί η φοράδα του λείπει από το στάβλο. Το παιχνίδι αρχίζει να έχει ενδιαφέρον.
ΕΛΕΝΗ: Θα ακούσουμε την οργή των πραιτοριανών του. Όπου να ’ναι θα εκραγούν. Πάρτε με μαζί σας σας παρακαλώ!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Και με τον Σύνδεσμο; Είπες πως θα έρθει εδώ.
ΕΛΕΝΗ: Θα έρθει.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Πότε;
ΕΛΕΝΗ: Τώρα. Είναι απ’ έξω.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Και γιατί δεν μπαίνει.
ΕΛΕΝΗ: Περιμένει να του κάνω σήμα.
ΟΜΗΡΟΣ: Μια στιγμή…και με τον Παράδεισο τι θα γίνει;
ΕΛΕΝΗ: Δεν ξέρω.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ο Σύνδεσμος ξέρει;
ΕΛΕΝΗ: Πιθανόν! Μην καθυστερούμε περισσότερο!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Πρόσεχε γιατί αν μας κοροϊδεύεις θα έχεις την τύχη που σου ετοιμάζουν οι φίλοι σου.
(Ακούγονται πυροβολισμοί, ερπύστριες από τανκς, ποδοβολητά στρατιωτών και φωτοβολίδες που κάνουν την νύχτα μέρα).
ΕΛΕΝΗ (Τρομοκρατημένη): Έρχονται!... Αφήστε με να τον φωνάξω…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Πρέπει να βρούμε τον μηχανοδηγό.
ΕΛΕΝΗ: Είναι φίλος του. Γι αυτόν σταμάτησε.
ΟΜΗΡΟΣ: Ο μηχανοδηγός;
ΕΛΕΝΗ: Ναι.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θυμάστε που σας το είπα;
ΟΜΗΡΟΣ: Και γιατί δεν ξεκινάει;
ΕΛΕΝΗ: Περιμένει να ανέβει και ο… Σύνδεσμος.
(Ακούγεται κάποιος έξω από το βαγόνι).
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Βγάζει το όπλο του): Κάποιος είναι έξω από το βαγόνι.
ΕΛΕΝΗ: Είναι αυτός.
(Ο Σύνδεσμος προσπαθεί να ανέβει το βαγόνι και σκουντουφλάει).
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Μπορεί να είναι όλα ψέματα, μπορεί να είναι παγίδα! (Τον σημαδεύει)Σταμάτα αλλιώς στην άναψα!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Στάσου!.. Μην πυροβολείς!
(Ο Σύνδεσμος μπαίνει μέσα κρατώντας ένα άδειο μπουκάλι κρασί.. Είναι ένας γέρος που μοιάζει με τους κρασοπότες σατύρους της ακολουθίας του Διονύσου. Έχει άσπρα μακριά γένια και μύτη κατακόκκινη από το αλκοόλ.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ποιος είσαι;
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Κλείστε την πόρτα πριν έρθουν αυτοί. (οι ερπύστριες δυναμώνουν).
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Είσαι ο Σύνδεσμος;
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Για να το λες εσύ, αυτός θα πρέπει να είμαι.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα μας οδηγήσεις στον Άγγελο;
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Σε ποιον από όλους θέλεις να πας, μπορώ να σε πάω και στον Αρχάγγελο Μιχαήλ άμα θέλεις, μη διστάσεις έχω το μέσον εγώ.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θέλω να μας πας στον Παράδεισο.
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Το μόνο εύκολο, στο τέρμα της διαδρομής έχει έναν γκρεμό που οδηγεί κατευθείαν στον Παράδεισο, θα σου τον δείξω σαν φτάσουμε, αν μου δώσεις λίγη κρασί τώρα.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Αρκετό φαίνεται να ήπιες σήμερα, αύριο πάλι.
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Αν δεν μου δώσεις μην περιμένεις να σε πάω στον Αρχάγγελο, θα σε δώσω σε κανένα παρακατιανό άγγελο και άντε βγάλ’ τα πέρα μόνος σου.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Σου έδωσε καμιά παραγγελία για μας;
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Ποιος;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ο Άγγελος.
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Μπαα… έχω καιρό να τον δω, θα πρέπει να πιω αρκετό κρασί για να τον ξανασυναντήσω.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ρε γέρο μας δουλεύεις; Είσαι ο Σύνδεσμος για δεν είσαι;
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Ε, αυτός πρέπει να είμαι. Το κεφάλι μου γυρίζει και έχω μια νύστα που δεν σας βλέπω. (Σωριάζεται κάτω σαν σακί και αρχίζει να ροχαλίζει).
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Τον πιάνει και προσπαθεί να τον σηκώσει): Σήκω πάνω ρε γέρο, τι έπαθες; (Τον κοιτάζει). Μπα αυτός κοιμάται του καλού καιρού.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ξάπλωσέ τον πάνω στον πάγκο και άσ’ τον να κοιμηθεί, θα τα πούμε το πρωί που θα είναι ξεμέθυστος.
(Ακούγονται ποδοβολητά και τουφεκιές).
ΕΛΕΝΗ (Τρομαγμένη): Έρχεται ο στρατός.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Κλείστε την πόρτα και πέσετε κάτω.
(Ο Όμηρος κλείνει την πόρτα του βαγονιού και όλοι πέφτουν κάτω και φυλάγονται. Στο μεταξύ το τρένο ξεκινάει).
ΟΜΗΡΟΣ: Ξεκινάμε, έβαλε μπροστά, φεύγουμε!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Κοιτάζει από την άκρη του παραθύρου): Πλησίασαν, ρίχνουν στο τρένο!
ΟΜΗΡΟΣ: Τρέχουμε, τους αφήνουμε πίσω. Πάμε ολοταχώς για τον Παράδεισο!


ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ

ΕΠΑΝΩ ΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΣ

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΕΙΚΟΝΑ ΤΕΤΑΡΤΗ
(Πέντε χρόνια μετά. Στην κορυφή ενός ξερού λόφου. Είναι νύχτα με φεγγάρι, είναι πανσέληνος. Οι φίλοι μας έχουν ταμπουρωθεί στα χαλάσματα ενός έρημου κάστρου. Ο Σύνδεσμος καθισμένος σε μια γωνιά μισοκοιμάται κρατώντας ένα μπουκάλι κρασί στο χέρι. Ο Όμηρος σε μιαν άλλη άκρη κάτω από το φως ενός κεριού γράφει απορροφημένος το ιστορικό ημερολόγιό του. Ο Μενέλαος κάθεται αμίλητος στο φυλάκιο του κάστρου κάπου στο βάθος και κοιτάζει ανήσυχος μακριά, μοιάζει σαν φρουρός που περιμένει από στιγμή σε στιγμή επίθεση. Ο Χριστόφορος σε βαθύ συλλογισμό κοιτάζει το κενό. Επικρατεί σιωπή, κανένας δεν τολμάει να ανοίξει κουβέντα, κατά διαστήματα διασταυρώνονται οι ματιές τους αλλά γρήγορα γυρίζουν πάλι στους εαυτούς τους και στις σκέψεις τους).

ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Βλέπει τον Όμηρο που γράφει και εκνευρίζεται): Τι γράφεις και γράφεις;…
ΟΜΗΡΟΣ: Στο έχω πει πολλές φορές, γράφω το οδοιπορικό μας.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Οι ομιλίες τον αποσπούν από την αυτοσυγκέντρωση): Σσς, κάντε ησυχία.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Τι γράφει;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Είναι ο ιστορικός του ταξιδιού μας, καταγράφει την μέχρι τώρα πορεία μας, φτιάχνει το έπος του μεγάλου ταξιδιού μας προς τον Παράδεισο.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Γιατί το γράφει;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Το έπος αυτό πρέπει να μείνει παρακαταθήκη στις επόμενες γενεές, για να γνωρίσουν τους ήρωες αυτού του εγχειρήματος. Να μάθουν πως για να πας στον Παράδεισο χρειάζεται πρώτα να ανέβεις τον Γολγοθά.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Για πιο Γολγοθά μιλάς και για ποιον Παράδεισο; Εσύ μας είπες πως πάμε στην Εδέμ, στην Γη της Επαγγελίας, στην χώρα που είναι γεμάτη χρυσάφι. Πάλι τα μπερδεύεις τα πράματα, έχουν γίνει στο μυαλό σου όλα αχταρμάς.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μιλάω για την Γη που όλα είναι πλούσια, για την Γη που δεν υπάρχει πόνος και στεναχώρια: «Ένθα ου πόνος , ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος»…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Για στάσου για στάσου τι είναι αυτά που μας τσαμπουνάς τώρα, για πια ζωή μας μιλάς… που μας πηγαίνεις άνθρωπέ μου;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Στην ευτυχία, στην χαρά, στην «αιώνιαν ζωήν».
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Άσε κατά μέρος την «αιώνιαν ζωήν» και μίλα μας για την τωρινή ζωή, για τον τόπο που έχει το χρυσάφι, για αυτόν που μας ξεσήκωσες, για αυτόν που σου έγραψε ο Άγγελος… ή μήπως δεν σου έγραψε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μου έγραψε, τα έλεγε όλα καθαρά: «Ξεκινήστε εσείς και εγώ θα σας περιμένω στην πύλη του Παραδείσου…»
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και που βρίσκεται αυτός ο Παράδεισος, γυρίσαμε την μισή γη και Παράδεισο δεν είδαμε, μόνο πολέμους και φονικά. Από τύχη είμαστε ακόμα ζωντανοί.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: «Θα περάσετε πολλά» μου έγραφε «αλλά στο τέλος θα φτάσετε, χρειάζεται να έχετε πίστη και δύναμη»! Μέχρι τώρα φανήκαμε δυνατοί, τον Γολγοθά τον περάσαμε, πρέπει να πλησιάζουμε, κάπου κοντά είμαστε και δεν τον βλέπουμε. Χρειάζεται να πιστέψουμε, η πίστη μας λείπει, αν την αποχτήσουμε και αυτήν θα βρεθούμε μπροστά στον Παράδεισο χωρίς να το καταλάβουμε. (Σηκώνεται και στρέφει σε όλους). Αδέρφια μου, είμαστε τυχεροί, φτάσαμε στο τέλος του ταξιδιού μας, λίγες μέρες ακόμα, μπορεί και λίγες ώρες. Δείξτε εμπιστοσύνη και ο Παράδεισος θα έρθει από εκεί που δεν τον περιμένουμε! Εδώ τελειώνουν τα βάσανά μας, βρισκόμαστε κοντά στην τη γη που αναζητάμε, τη γη τη δική μας!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Πάντα τα ίδια μας λες και πάντα έρχεται η διάψευση. Όπου και αν πήγαμε φύγαμε απογοητευμένοι, όπου και αν ρωτήσαμε εισπράξαμε κοροϊδία, κανένας δεν ήξερε. Που θα πάει αυτό Χριστόφορε; Εγώ, αν και τώρα δεν δω χρυσάφι σας αφήνω γεια… φεύγω για την πατρίδα.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Σου λείπει η πίστη Μενέλαε! Είναι αυτό που μας επεσήμανε ο Άγγελος, χωρίς αυτήν δεν θα βρούμε τον Παράδεισο.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Στα έγραφε όλα αυτά ο Άγγελος;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Φυσικά.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Έχεις το γράμμα;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Το έχω.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Μπορώ να το δω;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μπορείς.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Δώσ’ το μου.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Ψάχνετε): Μια στιγμή να το βρω, εδώ το είχα στην μέσα τσέπη του σακακιού μου, πέρασαν χρόνια από την ημέρα που το διάβασα για τελευταία φορά, όμως πρέπει να είναι εδώ. (Ψάχνει σε όλες τις τσέπες). Δεν μπορεί να χάθηκε, εδώ το είχα. (Θυμάται). Όχι δεν είναι σε αυτό το σακάκι, είναι στο άλλο, άλλαξα ρούχα στo Μπουτάν, όλοι αλλάξαμε όταν μας έκαναν μπάνιο στα λουτρά πριν μας μπάσουν στην πόλη.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και που είναι τώρα αυτό το σακάκι;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Εκεί!... Το αφήσαμε εκεί όταν βγάλαμε τα παλιά ρούχα και φορέσαμε καινούργια, θυμάσαι;…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Όχι δεν θυμάμαι τίποτα και αρχίζω να αμφιβάλω αν πράγματι υπάρχει αυτός ο τόπος, ακόμα και αν υπάρχει γράμμα από τον Άγγελο!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Σου λείπει η πίστη και αυτό σε κάνει αρνητικό. Είναι μια επικίνδυνη στάση, τινάζει όλη μας την προσπάθεια στον αέρα!
ΟΜΗΡΟΣ (Σταματάει το γράψιμο και στρέφει στον Μενέλαο παθιασμένα): Ο Παράδεισος είναι δικός μας, ο Παράδεισος υπάρχει, σ’ αυτόν πηγαίνουμε, εκεί θα είναι το τέρμα του ταξιδιού μας! Στο είπα και άλλοτε, μην τολμήσεις να μας χαλάσεις το όνειρο γιατί θα έχεις άσκημο τέλος!...
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Αφιερώσαμε ένα μεγάλο μέρος της ζωή μας σε αυτήν την προσπάθεια, ο αγώνας μας σύντομα θα στεφθεί από επιτυχία, έχω την αίσθηση πως βρισκόμαστε μια ανάσα από τις πύλες του Παραδείσου!
ΟΜΗΡΟΣ: Είναι αλήθεια Χριστόφορε;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μπορεί και να μπήκαμε και δεν το καταλάβαμε, το μυρίζω εγώ, πρέπει να είμαστε κοντά.
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ (Πετάγεται ξαφνικά): Εγώ σας το είπα… δεν είναι από εδώ ο Παράδεισος!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Πάψε γέρο γιατί εσύ φταις που τραβάμε όλο αυτό το ζόρι.
ΟΜΗΡΟΣ: Σταματήστε τώρα θέλω να συνεχίσω το γράψιμο. Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ όταν εσείς φωνάζετε.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Σιγά μην χάσει η ανθρωπότητα τον τροβαδούρο της Οδύσσειας.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Νομίζω και εγώ πως πρέπει να κάνουμε ησυχία. Καθένας μας πρέπει να συγκεντρωθεί και να προετοιμαστεί για την κάθαρση. Πρέπει να αποβάλουμε από την ψυχή μας νοσηρές καταστάσεις και επιβλαβή στοιχεία, η ώρα της εισόδου πλησιάζει.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Εγώ δεν τα καταλαβαίνω αυτά…
(Μένουν όλοι και πάλι σιωπηλοί Ο Όμηρος σταματάει να γράφει και σκέπτεται. Ο Χριστόφορος ξανακοιτάζει το κενό. Ο Μενέλαος περπατά στις μύτες των παπουτσιών του και πηγαίνει κοντά στον Όμηρο. Του μιλάει σιγά συνωμοτικά).
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ήθελα να ’ξερα γιατί ήρθαμε εδώ πάνω;
ΟΜΗΡΟΣ: Για να κρατήσουμε τα κεφάλια μας στη θέση τους. Λίγο πιο κάτω γινόταν χαλασμός, πόλεμος.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Νομίζω πως πρέπει να φύγουμε από εδώ όσο είναι καιρός!... Εγώ δεν ακολουθώ πια έναν τρελό, ας πάρει ο καθένας τον δρόμο του!
ΟΜΗΡΟΣ: Ποιος είναι ο τρελός;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Δεν ξέρεις ποιος είναι; Α βέβαια εσύ δεν τα ’μαθες…
ΟΜΗΡΟΣ: Τι να μάθω…τι είναι αυτά που τσαμπουνάς;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Είναι για δέσιμο σου λέω!
ΟΜΗΡΟΣ: (Αντιλαμβάνεται). Ε όχι… ως εδώ!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Πίστεψε με, είναι τρελός!... Τον είχανε κλείσει για ένα μεγάλο διάστημα στο τρελάδικο.
ΟΜΗΡΟΣ: Για πόσο καιρό;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Πάνω από τρεις μήνες.
ΟΜΗΡΟΣ: Ρε άντε από εκεί, τον κατηγορείς επειδή ο Χριστόφορος έχει μυαλό έχει κότσια. Ποιος άλλος θα τολμούσε να αφήσει την βολή του και όλα τα καλά που του παρείχε η οικογένειά του για να μπει σε αυτήν την περιπέτεια;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Κανένας, μόνο ένας τρελός!
ΟΜΗΡΟΣ: Αν το πας εκεί, ε τότε ο Χριστόφορος είναι τρελός!... Είναι όμως ένας ωραίος τρελός, είναι ένας οραματιστής, ένας επαναστάτης! Όλοι οι μεγάλοι άντρες είχαν μια δόση τρέλας. Αν λοιπόν εννοείς αυτό, ε τότε ναι είναι τρελός, για το καλό μας, γιατί μόνο ένας τρελός θα έπαιρνε το ρίσκο να μας οδηγήσει σε κάτι τόσο σπουδαίο, σε κάτι τόσο μεγάλο!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ε, εσύ δεν καταλαβαίνεις λέξη από όσα σου λέω, σου έχει κάνει πλύση εγκεφάλου. Εγώ σου μιλάω για αληθινή τρέλα, του βάλανε ζουρλομανδύα και τον είχαν για τρεις μήνες με ψυχοφάρμακα.
ΟΜΗΡΟΣ: Βρε μπας και είχανε βάλει εσένα μέσα, μπας και έχεις ακόμα κρίσεις και βλέπεις γύρω σου τρελούς;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Για θυμήσου λίγο, ζούπηξε το κεφάλι σου και πήγαινε μερικά χρόνια πίσω, μετά το σχολείο, τότε που βγάλαμε το λύκειο…Θυμάσαι που για ένα μεγάλο διάστημα τον χάσαμε από την παρέα;
ΟΜΗΡΟΣ: Όχι.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Δεν θυμάσαι που τον αναζητούσαμε, που πηγαίναμε σπίτι του και οι γονείς του μας λέγανε πως έχει πάει ταξίδι στην Αμερική να συναντήσει μια θεία του που ήταν στα τελευταία της και του άφηνε την περιουσία της;
ΟΜΗΡΟΣ: Και λοιπόν μπορεί να είναι έτσι, που βλέπεις εσύ το παράξενο;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Δεν ήτανε στην Αμερική, ήτανε τότε στο τρελάδικο και το κρύβανε.
ΟΜΗΡΟΣ (Ξαφνικά θυμάται) : Για στάσου…ναι τώρα θυμάμαι για πια περίοδο μιλάς… Σίγουρα θα λες για τότε που είχε πάει να συναντήσει τον Άγγελο, για να συντονίσουν τις ενέργειές τους ώστε να μπούμε και εμείς στον Παράδεισο.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και τον συνάντησε;
ΟΜΗΡΟΣ: Τον ίδιο όχι, συνάντησε όμως έναν εκπρόσωπό του, έναν φίλο του καθηγητή με τον οποίο κατέστρωσαν το σχέδιο που θα ακολουθούσαμε.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και εσύ που τα ξέρεις αυτά;
ΟΜΗΡΟΣ: Όλοι τα ξέραμε, συζητούσαμε συχνά με τον Χριστόφορο, ήσουν και εσύ εκεί, το ξέχασες;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και που είναι αυτό το σχέδιο;
ΟΜΗΡΟΣ: Από τότε έγιναν πολλά και άλλαξαν πολλά.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ο καθηγητής δεν ήταν ο φίλος του Άγγελου, αλλά ο γιατρός που τον παρακολουθούσε, ήτανε καθηγητής της ψυχιατρικής.
ΟΜΗΡΟΣ: Τι έκανε λέει;...
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ήτανε ο γιατρός του τρελάδικου!
ΟΜΗΡΟΣ (Μένει για λίγο σκεπτικός): Και γιατί τότε που μιλούσαμε για το ταξίδι δεν είπες λέξη;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Το έμαθα αργότερα. Μου τα ξέρασε ο ίδιος σε μια στιγμή που τον χτύπησε πάλι η τρέλα. Δεν ξεκαθάρισε βέβαια την αλήθεια, αλλά εγώ από τις ασυναρτησίες που έλεγε κατάλαβα πως κάτι δεν πήγαινε καλά.
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν σε πιστεύω, τα λες γιατί δεν τον χωνεύεις. Έπειτα αν είναι έτσι τα πράματα, και όλα αυτά που μας είπε είναι τρέλες, τότε γιατί ήρθες μαζί μας;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Αυτό είναι προσωπικό μου θέμα.
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν υπάρχουν προσωπικά εδώ, όλοι θα ξεβρακωθούμε για να βρούμε την αλήθεια.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Του κλίνει το στόμα): Το άκουσες αυτό;
ΟΜΗΡΟΣ: Ποιο;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Άκουσα βήματα, σαν κάποιος να έρχεται.
ΟΜΗΡΟΣ: Γιατί άφησες το πόστο σου; Πήγαινε στο φυλάκιο!...
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Μπορεί να παράκουσα…
ΟΜΗΡΟΣ (Κοροϊδευτικά): Φοβάσαι για φαντάσματα;…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Εντάξει… ας αλλάξουμε κουβέντα.
ΟΜΗΡΟΣ: Ας αλλάξουμε. (Τον προκαλεί). Αν και μια τέτοια νύχτα δεν μπορείς να ξέρεις…
(Ο Μενέλαος καταλαβαίνει το δούλεμα και δεν αντιδρά. Μένουν σιωπηλοί).
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Επανέρχεται στο προηγούμενο θέμα, δισταχτικά): Έχω μιαν υποψία για το γράμμα, αν ο Άγγελος του έγραψε στα αλήθεια για τον θησαυρό, θέλω να μάθω…
ΟΜΗΡΟΣ: Τι πράμα;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Να τον ψαρέψουμε, «από τρελό και από μωρό μαθαίνεις την αλήθεια», πρέπει να μάθουμε αν υπήρξε γράμμα.
ΟΜΗΡΟΣ: Για πιο λόγο;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Θα ξέρουμε αν αξίζει τον κόπο να συνεχίσουμε το ταξίδι.
ΟΜΗΡΟΣ: Αυτό δεν θα στο πει ποτέ, όποιος τον πιστεύει τον ακολουθεί, χωρίς να ξέρει.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Ασυναίσθητα πιάνει πάλι το όπλο του): Εγώ όμως θα μάθω, να είσαι βέβαιος γι αυτό. Δεν θα αφήσω έναν τρελό να κάνει κουμάντο.
ΟΜΗΡΟΣ: Ο τρελός είσαι εσύ! Μυρίστηκες θησαυρό και σαν τα λυσσάρικα σκυλιά η μυρωδιά του σε τρέλανε. Ο Χριστόφορος είναι ένας οραματιστής, ένας ιδεολόγος, είναι αυτός που ενσαρκώνει τους πόθους και τα όνειρά μας.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Μέχρι τώρα ενσαρκώνει τους φόβους μου πως όλα είναι ένα ψέμα.
ΟΜΗΡΟΣ: Είναι γεννημένος ηγέτης, είναι αυτός που οδηγεί τα πλήθη στην ευτυχία, είναι ένας νέος Μωυσής! Ας τον αφήσουμε να βρει την λύση με την ησυχία του, ο Χριστόφορος είναι η μόνη μας ελπίδα.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Όμως εγώ θα μάθω ό,τι και να γίνει. (Φεύγει από κοντά του και πηγαίνει στο φυλάκιο. Ο Όμηρος ξαναρχίζει το γράψιμο με μανία. Στο βάθος της σκηνής εμφανίζεται η Ελένη, είναι ντυμένη στα άσπρα σαν νύφη. Οι ακτίνες του φεγγαριού την χτυπούν από πίσω και μοιάζει αέρινη. Ο Χριστόφορος την βλέπει και ανατριχιάζει. Η Ελένη τον πλησιάζει).
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Έκπληκτος): Εσύ είσαι;… Για μια στιγμή νόμισα… Μοιάζεις με νεράιδα!…
ΕΛΕΝΗ: Είναι όλα τόσο ήσυχα εδώ πάνω!…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Που βρήκες αυτά τα ρούχα;
ΕΛΕΝΗ: Είναι το νυφικό μου, το έφερα μαζί μου.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Γιατί το φόρεσες;
ΕΛΕΝΗ: Δεν σου αρέσει;… Απόψε αισθάνομαι σαν νύφη!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Μαγεμένος): Είσαι πολύ όμορφη! Δεν το είχα προσέξει! Τώρα που οι ακτίνες του φεγγαριού πέφτουν στο πρόσωπό σου σε δείχνουν σαν να βγήκες από κάποιο παραμύθι!
ΕΛΕΝΗ: Είμαι από παραμύθι.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Σίγουρα είσαι!... Είσαι ξωτικό…
ΕΛΕΝΗ: Απόψε τα μεσάνυχτα, θα συμβούν περίεργα πράγματα σε αυτόν το κάστρο. Κάθε πανσέληνο ακούγονται στα έρημα κάστρα θόρυβοι και κραυγές που αναστατώνουν τους επισκέπτες.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τα πιστεύεις όλα αυτά;
ΕΛΕΝΗ: Είναι μέσα στο παραμύθι, αν τα αφαιρέσουμε, χάνεται η μαγεία!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Εσύ όμως μέσα ή έξω από το παραμύθι είσαι χάρμα οφθαλμών!
ΕΛΕΝΗ: Σου αρέσω;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν σε είχα προσέξει καλά όλον αυτόν το καιρό.
ΕΛΕΝΗ (Τον πλησιάζει): Έχουν περάσει πέντε χρόνια από τότε που μπήκα στο τρένο και είναι η πρώτη φορά που βρισκόμαστε μόνοι.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Αλήθεια;… Δεν το σκέφτηκα… Είσαι πολύ όμορφη!…
ΕΛΕΝΗ (Κάνει ελιγμό και απομακρύνεται): Που πηγαίνουμε, γιατί ήρθαμε εδώ;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν ξέρεις;
ΕΛΕΝΗ: Παράξενοι ταξιδιώτες, τι ψάχνεται να βρείτε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Την γη που θα μας δώσει την ευτυχία!…
ΕΛΕΝΗ: Υπάρχει τέτοιος τόπος;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έχει πάει ένας φίλος μας εκεί και καλεί και εμάς!
ΕΛΕΝΗ: Είναι ευτυχισμένος;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ναι! Είχαμε σχεδιάσει να πάμε όλοι μαζί αλλά αυτός έφυγε πρώτος και τώρα προσκαλεί και εμάς, έχει ετοιμάσει το έδαφος και μας περιμένει. Στον τόπο αυτόν είναι όλοι ωραίοι, είναι όλοι ερωτευμένοι! Στον τόπο αυτόν δεν υπάρχει μίσος, δεν υπάρχει καταπίεση, δεν υπάρχει πόλεμος! Στον τόπο αυτόν είναι όλοι αγαπημένοι και τα αγαθά σου παρέχονται δωρεάν και χωρίς κόπο!
ΕΛΕΝΗ: Έτσι που τον περιγράφεις μοιάζει παραμυθένιος!…Προς τα πού πέφτει αυτός ο τόπος;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν ξέρω, δεν μας εξηγεί στο γράμμα του.
ΕΛΕΝΗ: Τότε πως θα τον βρείτε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ψάχνοντας…
ΕΛΕΝΗ: Γιατί το έκανε αυτό, ήθελε να σας δοκιμάσει;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μπορεί. Ίσως ήθελε να ανέβουμε πρώτα τον Γολγοθά, να σηκώσουμε και εμείς τον σταυρό μας…
ΕΛΕΝΗ (Τον κοιτάζει επίμονα): Μοιάζεις με ιππότη!…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έτσι σου φαίνομαι;
ΕΛΕΝΗ: Έκανες ηρωικές πράξεις;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έκανα.
ΕΛΕΝΗ: Πες μου μία.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα σε κουράσω.
ΕΛΕΝΗ: Θέλω να σε ακούω, μου αρέσει να μου διηγούνται!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα σου πω μία, δεν είναι όμως ηρωική.
ΕΛΕΝΗ: Πες μου την!…Τούτη την νύχτα ακούγονται όλα διαφορετικά.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έγινε πέρα εκεί στις στέπες του βορρά, σε έναν πολύ άγριο και αφιλόξενο τόπο. Εκεί νόμος είναι η ζωή σου για την ζωή μου. Μια αγέλη λύκων επί μέρες μας ακολουθούσε και καιροφυλακτούσε να μας επιτεθεί – ήταν μια νύχτα που καταπονημένοι πέσαμε να κοιμηθούμε – κάποια στιγμή μας πλησίασαν αθόρυβα σε απόσταση αναπνοής. Ένας θεόρατος λύκος μάλιστα – θα ήταν ο αρχηγός τους – ήρθε κοντά μου και άνοιξε τα πελώρια σαγόνια του πάνω από το κεφάλι μου έτοιμος να μπήξει τα κοφτερά του δόντια στο πρόσωπό μου...
ΕΛΕΝΗ (Τρομάζει): Όχι μη!…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Άνοιξα τα μάτια μου και τον είδα αγριεμένο, μόλις που πρόλαβα να ξεφύγω! Ήτανε πεινασμένος και επικίνδυνος! Πάλεψα μαζί του και τον έδιωξα!
ΕΛΕΝΗ: Σε πλήγωσε;...
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Εκείνη την στιγμή όχι, όμως αργότερα…
ΕΛΕΝΗ (Με αγωνία): Ήρθε πάλι;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν τόλμησε να ξαναπλησιάσει, εγώ όμως είχα ανοίξει τις κεραίες μου και αφουγκραζόμουν. Μετά κάμποση ώρα άκουσα σε κάποια απόσταση το απαίσιο ουρλιαχτό του, δεν σου κρύβω πως εκείνη την στιγμή ανατρίχιασα, όμως είχα πεισμώσει μαζί του. Χωρίς να χάσω καιρό άρχισα να τρέχω ακολουθώντας τα χνάρια του!…
ΕΛΕΝΗ: Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό!…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έπρεπε να ξεκαθαρίσω τους λογαριασμούς μου μαζί του, είτε το ήθελα είτε όχι είχαμε γίνει αντίπαλοι. Λοιπόν όσο δυνάμωναν τα ουρλιαχτά του δυνάμωνα και εγώ το τρέξιμο.
ΕΛΕΝΗ: Και τον βρήκες;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ναι!…Είχε πάρει στο κυνήγι ένα μικρό ζαρκάδι και την μάνα του που λίγο πριν το θήλαζε. Την στιγμή που πλησίασα είχε αρπάξει το μικρό και το κρατούσε στα μυτερά του δόντια. Το μικρό σπάραζε από τον πόνο ενώ η μητέρα του παρακολουθούσε από κάποια απόσταση χωρίς να μπορεί να επέμβει. Από τα υγρά μάτια της τρέχανε τα δάκρυα ποτάμι. Για μια στιγμή την είδα να στρέφει το βλέμμα της σε εμένα σαν να με εκλιπαρούσε να κάνω κάτι.
ΕΛΕΝΗ: Και έκανες;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Το πεινασμένο θηρίο όταν έχει το θήραμα στο στόμα είναι πολύ άγριο.
ΕΛΕΝΗ: Πες μου σε παρακαλώ… Πες μου τι έγινε!…
(Ο Μενέλαος κατεβαίνει από το φυλάκιο και προσπαθεί να ακούσει χωρίς να τον δουν).
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Χωρίς να χάσω καιρό δίνω ένα σάλτο και βρίσκομαι καβάλα στην ράχη του λύκου, αυτός λύγισε από το βάρος και γονάτισε. Εκείνη ακριβώς την στιγμή του αιφνιδιασμού βάζω τις παλάμες μου κόντρα στα σαγόνια του και προσπαθώ να τα ανοίξω και να ελευθερώσω το μικρό, όμως το ζώο ήταν δυνατό και τα σαγόνια του σφιχτά σαν μέγγενη.
ΕΛΕΝΗ (Σπαρακτικά): Και το έφαγε;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Όχι δεν άφησα να γίνει κάτι τέτοιο, δεν θα το επέτρεπα στον εαυτό μου. Έκανα άλλη μία προσπάθεια, τα χέρια μου είχαν ματώσει από τα κοφτερά του δόντια, όμως εγώ δεν έκανα πίσω, στο τέλος κατάφερα να το ελευθερώσω! Αυτό δεν άρεσε καθόλου στον πεισματάρη και περήφανο αρχηγό, άφησε το ζαρκάδι και όρμησε σε εμένα. Τότε έπρεπε να ήσουν από μια γωνιά και να έβλεπες… Άρχισε μία τιτάνια πάλι με εμένα και τον λύκο, ένας αγώνας χωρίς έλεος, οι συχνές επιθέσεις του συνοδεύονταν από άγρια ουρλιαχτά, δεν ήταν λίγες οι φορές που κινδύνεψα να βρεθώ μέσα στα σαγόνια του! Για να μην στα πολυλογώ μετά από μια μάχη που κράτησε περίπου μία ώρα αναγκάστηκε να παραδεχτεί την ανωτερότητά μου, έβαλε την ουρά στα σκέλια και εξαφανίστηκε.
ΕΛΕΝΗ: Και το ζαρκαδάκι;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ήταν πεσμένο κάτω αλλά ζωντανό, μερικές μικρές αμυχές είχε, τα μεγάλα δόντια του λύκου δεν πρόλαβαν να πάνε βαθιά, έτρεμε από το κρύο και τον φόβο του. Tο πείρα στην αγκαλιά μου και προσπάθησα να το ζεστάνω, του καθάρισα τις πληγές το χάιδεψα και άρχισε να συνέρχεται, άνοιξε τα μεγάλα μάτια του και με κοίταξε γεμάτο ευγνωμοσύνη – του είχα κερδίσει την εμπιστοσύνη βλέπεις – για μια στιγμή έγειρε το κεφαλάκι του στην αγκαλιά μου.
ΕΛΕΝΗ: Το καημένο μου, πόσο θα ήθελα να το κρατήσω λίγο!…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Με ένιωθε δικό του, προστάτη του. Το άφησα κάτω με προσοχή και το έσπρωξα ελαφρά να πάει στην μάνα του, εκείνο όμως δεν ήθελε να φύγει από κοντά μου, πλησίασε και άρχισε να γλύφει τις πληγές των χεριών μου, γύρισα και το κοίταξα, ήταν ένα πανέμορφο μικρό ζωάκι με χρωματιστό τρίχωμα. Εγώ όμως δεν είχα καιρό για χάσιμο, έπρεπε να πάω κοντά στους συντρόφους μου που είχαν αναστατωθεί και άρχισαν να με ψάχνουν, κίνησα να φύγω…
ΕΛΕΝΗ: Όχι δεν έπρεπε ακόμα, ήταν τόσο μικρό και τόσο άβγαλτο, σίγουρα θα ένιωθε ανασφάλεια.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Με πήρε από πίσω και δεν έλεγε να ξεκολλήσει από κοντά μου. Για καλή του τύχη είχε ξεθαρρέψει και η μάνα του που παρακολουθούσε, πλησίασε, με κοίταξε για λίγο, σαν να έλεγε «ευχαριστώ» και το πήρε μαζί της και έφυγε.
ΕΛΕΝΗ: Αχ τι ωραία ιστορία! Πρέπει να έχεις μεγάλη καρδιά!…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Πλησιάζει): Μπούρδες.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Τώρα τον βλέπει): Γιατί άφησες το πόστο σου; Δεν είπαμε να φυλάς το κάστρο;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Βαρέθηκα.

ΟΜΗΡΟΣ : Μην τον πιστεύεις, δεν πηγαίνει γιατί φοβάται τα φαντάσματα.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Βούλωσε το κοντέ γιατί δεν θα τα πας καλά μαζί μου. Ο Μενέλαος ποτέ δεν φοβήθηκε και δεν πρόκειται και τώρα να φοβηθεί!
ΟΜΗΡΟΣ: Έλα τώρα, δεν είναι ντροπή να το ομολογήσεις.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Σταμάτα σου λέω για το καλό σου!...
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Πήγαινε στο πόστο σου και να είσαι βέβαιος πως το τέλος του ταξιδιού μας πλησιάζει.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Γιατί δεν πας εσύ να φυλάξεις, θα μείνω εγώ με την κοπέλα.
ΕΛΕΝΗ: Όχι μην πας, θέλω να μείνεις εδώ.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Γιατί νεράιδα μου, εγώ θα είμαι καλός μαζί σου.
ΟΜΗΡΟΣ (Πλησιάζει τον Μενέλαο): Έλα μην φοβάσαι θα σε πιάσω εγώ από το χεράκι και θα σε πάω…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Κάτω τα κουλά σου μικρέ και ο Μενέλαος δεν θέλει δεκανίκια, πηγαίνει και μόνος του αν χρειαστεί.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Σε λίγο θα βγω, θα ρίξω μια ματιά έξω από το κάστρο.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Πάει καλά. (Τεντώνεται και πηγαίνει πάλι στο φυλάκιο).
ΕΛΕΝΗ: Τι αγριάνθρωπος Θεέ μου.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν ήταν έτσι πάντα, τον γνωρίζω από παιδί, τον αγρίεψαν οι δυσκολίες του ταξιδιού.
ΕΛΕΝΗ: Εσύ όμως μοιάζεις με τον πρίγκιπα του παραμυθιού, που πήγε στην καλή του καβάλα στο άσπρο σου άλογο!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Σου αρέσουν τα ταξίδια;
ΕΛΕΝΗ: Πολύ, εσένα;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Από παιδί ονειρευόμουν αυτό το ταξίδι και να που ήρθε η στιγμή να εκπληρώσω τα όνειρά μου.
ΕΛΕΝΗ: Θα πάμε μαζί, θα καβαλήσουμε το φτερωτό άτι και θα πετάξουμε πάνω από τα σύννεφα!...
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έχεις μεγάλη φαντασία.
ΕΛΕΝΗ: Περίμενα και εγώ αυτό το ταξίδι, γιατί άργησες τόσο;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν άργησα εγώ, το γράμμα του Άγγελου άργησε να έρθει. Πρέπει όμως να βγω, είμαι υπεύθυνος για τους συντρόφους μου.
ΕΛΕΝΗ: Μην πας…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν θα αργήσω.
ΕΛΕΝΗ: Θα σε περιμένω.
(Ο Χριστόφορος βγαίνει. Ο Μενέλαος κατεβαίνει από το φυλάκιο και την πλησιάζει).
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Στην Ελένη): Τα πιστεύεις και εσύ αυτά;
ΕΛΕΝΗ: Ποια;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Αυτά που λέει ο Χριστόφορος.
ΕΛΕΝΗ: Φυσικά!...Είναι ένας άντρας με πολλά χαρίσματα! Είναι ο άντρας που θαυμάζω!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Κι αν σου αποδείξω πως είναι ένας αγαπητικός της δεκάρας, ένας πλανευτής που ξεμυαλίζει τα ευκολόπιστα κορίτσια και τα οδηγεί στην καταστροφή, θα τον αγαπάς ακόμα;
ΕΛΕΝΗ: Τι θες να πεις;…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Μάθε πως ο ήρωάς σου είναι ένας κοινός απατεώνας, ένας βλαμμένος παραμυθάς…
ΕΛΕΝΗ: Πως τολμάς να μιλάς έτσι για τον άνθρωπο που ζωντάνεψε τα όνειρά σου και σε οδήγησε στο άπιαστο; Ο Χριστόφορος είναι ένας Ιππότης που μόνο στα παραμύθια υπάρχουν πια, είναι ένας αγνός και δίκαιος αγωνιστής!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Είναι ένας αγαπητικός!... Όπου πηγαίνει ξεμυαλίζει τα κορίτσια και μετά τα αφήνει στα κρύα του λουτρού. Λίγο πριν φύγουμε από την πατρίδα είχε υποσχεθεί στην μικρή Ιφιγένεια πως θα την πάρει και αυτήν μαζί στο ταξίδι – η Ιφιγένεια ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του, του φώναζε πως αν την άφηνε θα έπεφτε στην φωτιά να καεί. Είχε πάρει και αυτής τα μυαλά με τις όμορφες ιστορίες του για τους εξωτικούς τόπους που θα πήγαινε, για τους ωραίους ανθρώπους που θα συναντούσε, για τους ερωτευμένους που θα ζούσαν μόνο για τον έρωτα…
ΕΛΕΝΗ: Τι είναι αυτά που μας λες τώρα;…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Λίγο πριν βγούμε από την χώρα, μάθαμε πως η Ιφιγένεια κρεμάστηκε από την μουριά που συναντιόντουσαν, την μουριά που την ξεμυάλιζε με τα ωραία ψέματά του!
ΕΛΕΝΗ: Δεν σε πιστεύω, τα λες αυτά γιατί μισείς τον Χριστόφορο, γιατί αυτός έχει ορίζοντα, έχει φαντασία, ενώ εσύ είσαι ένας στεγνός καιροσκόπος.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Αν σου έλεγα και εγώ τέτοια παραμύθια θα με αγαπούσες και εμένα;… Πες μου και εγώ είμαι έτοιμος να σου αραδιάζω τέτοια για χίλιες και μία νύχτες.
ΕΛΕΝΗ: Για να πεις ωραία παραμύθια πρέπει να τα ζεις, να έχεις πλούσιο εσωτερικό κόσμο!... Εσύ δεν έχεις, εσύ δεν μπορείς να ξεκολλήσεις από την γη που πατάς, δεν μπορείς να πετάξεις ψηλά!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ζήτησέ μου το κι εγώ θα σε ταξιδέψω ακόμα και σε γαλαξίες. Με τα λόγια ταξιδεύεις χωρίς κόπο και έξοδα.
ΕΛΕΝΗ: Δεν χρειάζονται μόνο λόγια, χρειάζεται περίσσευμα ψυχής.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Τίποτα από αυτά που λες, το μόνο που χρειάζεται είναι να είσαι φευγάτος, και ο Χριστόφορος από καιρό έχει ξεφύγει. Είναι τρελός σας λέω, είναι για δέσιμο!
ΕΛΕΝΗ: Τότε γιατί δεν φεύγεις, κανείς δεν σε κρατάει.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Το σκέφτομαι…αν ερχόσουν και εσύ μαζί μου, θα ήταν πιο εύκολο. Πάμε να φύγουμε μαζί για να γλιτώσουμε από τα παραμύθια του.
ΕΛΕΝΗ: Εμένα μου αρέσουν τα παραμύθια. (Στέκει και τον κοιτάζει). Φαίνεται όμως πως αρέσουν και σε σένα, αλλιώς δεν θα τον ακολουθούσες τόσα χρόνια. Το μικρόβιο έχει μπει και στο δικό σου αίμα, είσαι και εσύ το ίδιο φευγάτος, όπως λες...
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Εγώ θέλω μόνο το χρυσάφι!...
ΕΛΕΝΗ: Καθένας μας και κάτι θέλει.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Πάμε να φύγουμε οι δυο μας και να τους αφήσουμε στην τρέλα τους. Θα βρούμε μόνη μας τον Παράδεισο ή αυτή την γη τελοσπάντων που έχει το χρυσάφι. Θα πάρουμε τον γέρο μαζί μας και θα τον αναγκάσουμε να μας δείξει τον δρόμο, στην ανάγκη θα τον πνίξουμε στο πιοτό μέχρι να αρχίσει να κελαηδάει.
ΕΛΕΝΗ: Να σε ρωτήσω;… γιατί τους ακολούθησες;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ποιους;
ΕΛΕΝΗ: Τον Χριστόφορο και τον Όμηρο.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Είχα τους λόγους μου.
ΕΛΕΝΗ: Άκουσα πως είχες σκοτώσει κάποιον και πήγες μαζί τους για να μην σε πιάσουν.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Διαδόσεις, εγώ δεν θυμάμαι να έκανα κάτι τέτοιο.
ΕΛΕΝΗ: Λένε μάλιστα πως αυτός που σκότωσες δεν σε είχε πειράξει ποτέ, ήταν ένας άνθρωπος αγαθός, σκέτο πρόβατο.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Αυτός που λες ήταν μάγος, με είχε δέσει με μάγια και δεν μπορούσα να βρω χρυσάφι, όπου και αν έσκαβα έβγαζα σκέτο χώμα. Έπρεπε να τον σκοτώσω για να λύσω τα μάγια.
ΕΛΕΝΗ: Άρα σκότωσες έναν άνθρωπο!...
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Με παρανοϊκή συμπεριφορά): Δεν ήταν άνθρωπος αυτός, ήτανε μάγος σου λέω!...
(Ο Χριστόφορος επιστρέφει).
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Πρέπει να φύγουμε από εδώ. Θα κοιμηθούμε απόψε στο κάστρο και πρωί πρωί αναχωρούμε. Υπάρχουν κάποια ασφαλή δωμάτια πιο πέρα που μπορούμε να περάσουμε την νύχτα. Το πρωί θα σας οδηγήσω με ασφάλεια στο πεπρωμένο μας.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Που πάμε πάλι;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Περάσαμε πολλά μαζί, κι όμως καταφέραμε να υπερπηδήσουμε τα εμπόδια. Είμαστε οι εκλεκτοί του Θεού δεν το βλέπετε;
ΕΛΕΝΗ (Κολλάει στον Χριστόφορο. Με θαυμασμό): Είσαι σπουδαίος άντρας Χριστόφορε!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Πάντως εγώ σας προειδοποιώ, δεν θα ανεχτώ άλλη κοροϊδία. Κάναμε όλο αυτό το ταξίδι για να βρούμε χρυσό…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Χρειαζόμαστε σωστές και προσεκτικές κινήσεις, πρέπει να μπούμε ασφαλείς στον Παράδεισο.
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Έξω από την πύλη περιμένει ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, μόλις μας δει από μακριά θα στείλει δυο φτερωτούς αγγέλους και θα μας οδηγήσουν αεροπορικός στον Παράδεισο.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν χρειάζεται, βρήκα τον δρόμο και θα πάμε οδικός.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Πως τον βρήκες;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θυμήθηκα μια φράση από το γράμμα του Άγγελου που την τόνιζε ιδιαιτέρως, ήταν εκείνη που μας έδειχνε τον σωστό δρόμο.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και λοιπόν;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τώρα ξέρω από πού θα πάμε.
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Ο δρόμος που θα πάρετε οδηγεί στην Κόλαση!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Μπορεί να έχει δίκιο ο γέρος, γιατί να μην λάβουμε υπόψη και την δική του εκδοχή;
ΟΜΗΡΟΣ: Είναι μακριά από εδώ;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μια μέρα πεζοπορία και φτάσαμε.
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν είναι και κοντά.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τι είναι μια μέρα μπροστά στους δρόμους που κάναμε όλα αυτά τα χρόνια.
ΟΜΗΡΟΣ: Σωστά έχεις δίκιο, πάντα έχεις δίκιο Χριστόφορε.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και θα πάμε με τα πόδια;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν πηγαίνει τίποτα άλλο σε αυτόν τον δρόμο.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ο γέρος επιμένει πως δεν είναι από εκεί που λες.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Όταν τον πάρουμε θα αντιληφθεί πως αυτός είναι ο δρόμος που του υπέδειξε ο Άγγελος.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Αν δεν είναι;… Αν έχει δίκιο;…
ΟΜΗΡΟΣ: Σταμάτα να μας μπαίνεις… Αν δεν σ’ αρέσει μην έρχεσαι, στο είπαμε πολλές φορές.
ΕΛΕΝΗ: Ο Σύνδεσμος δεν θα αντέξει, είναι εξαντλημένος και άρρωστος.
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Ο δρόμος που παίρνετε πηγαίνει κατευθείαν στην συμφορά σας λέω.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Μα τι τσαμπουνάτε τόσην ώρα, τρελαθήκατε τελείως;
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Στο τέλος του δρόμου θα σας περιμένει ο Βελζεβούλης για να σας μπάσει στην Κόλαση!...
ΕΛΕΝΗ: Χριστόφορε ήρθε η ώρα;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ετοιμαστείτε φίλοι μου, αφήνουμε πίσω την παραφροσύνη των ανθρώπων και μπαίνουμε στον κόσμο της ειρήνης και της αγάπης. Τα όνειρα τόσων ετών ζωντανεύουν! Βρισκόμαστε μια δρασκελιά από το πεπρωμένο μας!… Αύριο το πρωί!... Αύριο ξεκινάμε για τον Παράδεισο!...


ΕΙΚΟΝΑ ΠΕΜΠΤΗ
(Δέκα χρόνια μετά. Έρημος, παχιά άμμος αυλακώνει την περιοχή. Στο βάθος λόφοι από άμμο καλύπτουν τον ορίζοντα. Η αμμοθύελλα μόλις έχει κοπάσει και το τοπίο τώρα είναι ήρεμο σαν να μην συνέβη τίποτα λίγο πριν. Ο Μενέλαος έρχεται από αριστερά καλυμμένος από ένα μεγάλο σεντόνι σαν την μπούργκα που φορούν οι γυναίκες της Ανατολής. Πέφτει πάνω στη καυτή άμμο κατάκοπος και πετάει από πάνω του το σεντόνι. Φαίνεται πιο γέρος και ταλαιπωρημένος από την τελευταία φορά που τον είδαμε, το μέτωπό του έχει αυλακώσει και το μουστάκι και οι κρόταφοί του έχουν γκριζάρει. Κάθεται ανακούρκουδα και προσπαθεί να καλυφθεί από τον καυτό ήλιο. Μετά από λίγο μπαίνει ο Όμηρος σέρνοντας τα βήματά του. Κάνει και αυτός τις ίδιες κινήσεις και κάθεται σε κάποια απόσταση από τον Μενέλαο. Είναι και αυτός γερασμένος και ταλαιπωρημένος. Τα πρόσωπά τους έχουν αγριέψει, δείχνουν καχύποπτοι και επιθετικοί).

ΟΜΗΡΟΣ (Τινάζει την άμμο από τα ρούχα του): Αν κρατούσε ακόμα λίγο η αμμοθύελλα θα είχαν κλείσει τα ρουθούνια μου και δεν θα μπορούσα να αναπνεύσω. Έχεις ξαναδεί εσύ τέτοιο πράμα; Ξαφνικά ο ήλιος χάθηκε, η άμμος σκέπασε τη γη και η μέρα έγινε νύχτα.
(Ο Μενέλαος μένει ασάλευτος και δεν δείχνει διάθεση να συμμετάσχει στην κουβέντα. Ο Όμηρος βγάζει το παγούρι του να πιει νερό αλλά αυτό είναι άδειο. Κοιτάζει τον Μενέλαο με δισταγμό, τα μάτια του πέφτουν πάνω στο παγούρι του, τολμάει να του απευθύνει τον λόγο).
ΟΜΗΡΟΣ: Μπορώ να έχω μια γουλιά. (Ο Μενέλαος στέκεται ακίνητος και αμίλητος σαν Βούδας). Λίγο νερό, έχει στεγνώσει το στόμα μου. (Ο Μενέλαος γυρίζει και τον κοιτάζει). Δεν έχω σταγόνα στο παγούρι μου. (Ο Μενέλαος ξαναγυρίζει στην αρχική του στάση και μένει αμίλητος). Σε παρακαλώ…αν δεν ρίξω μια σταγόνα στο στόμα μου θα λιποθυμήσω…θα πεθάνω και θα το έχεις κρίμα στο λαιμό σου!.. Μην είσαι κακός μαζί μου… (Ο Μενέλαος με αργές τελετουργικές κινήσεις βγάζει το παγούρι από την θήκη του, πίνει μια γουλιά και με τις ίδιες αργές κινήσεις το ξαναβάζει στην θέση του). Γιατί μου το κάνεις αυτό, αφού ξέρεις πως με σκοτώνει. (Αγριεύει. Σηκώνεται). Αν δεν μου δώσεις μπορεί να σου κάνω κακό!...
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Βγάζει το πιστόλι του και το στρέφει στον Όμηρο): Μείνε μακριά μου κοντέ μην στην ανάψω!...
ΟΜΗΡΟΣ: Είσαι ένα κτήνος, δεν έχεις καθόλου συντροφικότητα μέσα σου. Στις δύσκολες στιγμές σου εγώ σου στάθηκα, εσύ όμως…Ήτανε λάθος μας, μεγάλο λάθος μας που σε πήραμε μαζί μας. (Κάθεται κάτω και τον παρακολουθεί). Να δω τι θα κάνεις όταν μάθει ο Χριστόφορος πως άρπαξες το παγούρι του γέρου.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Δεν το άρπαξα, το αντάλλαξα με ένα παγούρι ρακί. Ο γέρος δεν πίνει τίποτα άλλο από οινόπνευμα. Ήταν μια κανονική συναλλαγή.
ΟΜΗΡΟΣ: Ήτανε μια απάτη και θα την αποκαλύψω. Θα γίνει γνωστό σε όλους πως τον εξαπάτησες.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Δεν εξαπάτησα κανένα, αντίθετα τον βοήθησα, του ’δωσα αλκοόλ για να αρχίσει να δουλεύει το μυαλό του.
ΟΜΗΡΟΣ: Αυτά είναι προφάσεις.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Δέκα πέντε χρόνια τώρα μας σέρνει από τόπο σε τόπο, όλο βρίσκει τον Παράδεισο και όλο τον χάνει. Μόνο με το αλκοόλ δουλεύει το μυαλό του και δίνει κάποιους σωστούς χρησμούς, αλλιώς είναι ήξεις αφήξεις. Του ’δωσα λοιπόν και εγώ να πιει για να μας πάει πιο γρήγορα.
ΟΜΗΡΟΣ: Με τέτοια ζέστη και με τόσο ποτό σίγουρα θα πάθει εγκεφαλικό και θα μας μείνει στην μέση της ερήμου και τότε αντί για τον Παράδεισο θα μας στείλει στην Κόλαση. (Παύση). Ο ήλιος καίει ανυπόφορα… δεν το νιώθεις και εσύ; Αν ήταν αυγά τα κεφάλια μας θα είχαν γίνει ομελέτα. Πρέπει να βρούμε ένα σκιερό μέρος να ξεκουραστούμε. (Παύση, τον κοιτάζει. Παρακλητικά). Λίγο νερό για τον Θεό, δεν πρόκειται να πιω πάνω από μια γουλιά, θα δεις!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ξέχασέ το, όσο το σκέφτεσαι τόσο βασανίζεσαι.
ΟΜΗΡΟΣ (Εκτός εαυτού): Είσαι ένα τέρας, μόνο η φάτσα σου δείχνει κάπως να μοιάζεις με άνθρωπο, μέσα σου είσαι ένα αρπακτικό. (Παύση). Κι αυτός ο Χριστόφορος γιατί αργεί; Λες να πήραμε λάθος δρόμο και να τον χάσαμε;…Σίγουρα αυτό είναι!... Αν χάσουμε τον Χριστόφορο χαθήκαμε…θα μείνουμε μόνοι σε αυτήν την ερημιά και θα μας φάνε τα όρνια.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ήθελες να ακολουθήσουμε το καραβάνι των βεδουίνων.
ΟΜΗΡΟΣ: Έπρεπε να πάρουμε προμήθειες. Χωρίς προμήθειες θα αφήσουμε τα κόκαλά μας σε αυτήν την κόλαση. Χρειαζόμαστε τροφές, χρειαζόμαστε νερό.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Αυτή η έρημος που μας έφερε ο τρελός και στριφογυρίζουμε χωρίς μπούσουλα μια βδομάδα τώρα, σε λίγο θα βράσει τις σάρκες μας και θα αφήσει γυμνούς τους σκελετούς μας.
ΟΜΗΡΟΣ: Αν παίρναμε τις προμήθειες τα πράγματα τώρα θα ήταν διαφορετικά.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Γιατί δεν σου έδωσαν;…
ΟΜΗΡΟΣ: Εσύ φταις, με τις φωνές σου τους τρόμαξες και έφυγαν.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Αφού δεν ήταν αληθινοί, ήταν φαντάσματα που ξαφνικά ξεπήδησαν στην μέση της ερήμου για να μας περιπαίξουν!
ΟΜΗΡΟΣ: Ήταν αληθινοί, ήταν άνθρωποι ζωντανοί με σάρκα και αίμα. Τους έβλεπα να πλησιάζουν καμαρωτοί πάνω στις γκαμήλες τους φορτωμένοι με αγαθά, πρέπει να ήταν ένα καραβάνι από εμπόρους που πήγαιναν να πουλήσουν την πραμάτεια τους. Σχεδόν τους άγγιξα, τους μίλησα.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Μιλούσες με τον εαυτό σου, σου φώναζα να μην τρέχεις μα εσύ είχες αφηνιάσει, δεν άκουγες κανένα!
ΟΜΗΡΟΣ: Πάνω που τα είχα συμφωνήσει και θα μας έδιναν πέντε φορτώματα με τις γκαμήλες τους, έβγαλες το μπιστόλι σου και άρχισες να πυροβολείς σαν κάου-μπόι. Τους τρόμαξες και χάθηκαν! Λες και άνοιξε η γη και τους κατάπιε! (Τον κοιτάζει επίμονα): Μου φαίνεται πως τα έχεις χαμένα, ώρες ώρες κάνεις πράγματα αφύσικα! Πρέπει να σου έχει σαλέψει! Άφησες τις δικές μας γκαμήλες να φύγουν, και τώρα έδιωξες και τους εμπόρους που θα μας έδιναν άλλες.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Δεν τις άφησα να φύγουν τις πήρε η θύελλα. Όταν ξέσπασε όλα τα σάρωσε.
ΟΜΗΡΟΣ: Στις εμπιστεύτηκε ο Χριστόφορος κι εσύ αντί να τις φυλάς κοίταξες, όπως πάντα, να σώσεις το τομάρι σου. Μας άφησες χωρίς μεταφορικό μέσο στη μέση του πουθενά.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Όλα σκορπίσανε από τον άνεμο, στροβίλιζε γύρω μας και δεν άφησε τίποτα όρθιο, ακόμα και εμάς κόντευε να μας πάρει, μας πέταξε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα σαν ξερά φύλλα και ακόμα ψαχνόμαστε. Ποιος θα νοιαζότανε εκείνη την ώρα για τις γκαμήλες; Όλοι σας ζητούσατε μια γωνιά να φυλαχτείτε, γιατί έπρεπε εγώ να παλεύω μεσ’ στην θύελλα να κρατήσω τις γκαμήλες;
ΟΜΗΡΟΣ: Γιατί είχες αναλάβει να τις προσέχεις, γιατί τώρα χωρίς γκαμήλες δεν μπορούμε να κάνουμε βήμα. Μενέλαε δεν στέκεις καλά…και το πρόσωπό σου…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Τρομάζει): Τι έχει το πρόσωπο μου;!...
ΟΜΗΡΟΣ: Έχεις αλλάξει, έχεις αγριέψει Μενέλαε! Αν είχες ένα καθρέφτη και κοιταζόσουνα τώρα θα σε έπιανε πανικός! Και οι χειρονομίες σου, ο τρόπος που αντιδράς, ο τρόπος που σκέπτεσαι, είναι όλα εκτός λογικής. Είσαι επικίνδυνος!... Είσαι μια ωρολογιακή βόμβα έτοιμη να εκραγεί! Θα εισηγηθώ στον Χριστόφορο να σε βάλουμε σε καραντίνα.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Τι σημαίνει αυτό;
ΟΜΗΡΟΣ: Θα σε δέσουμε και θα σε τραβάμε από απόσταση μέχρι να φτάσουμε στον Παράδεισο.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Πιάνει πάλι το όπλο του): Για τολμήστε!... Θα γίνετε μακαρίτες πριν προλάβετε να το σκεφτείτε.
ΟΜΗΡΟΣ: Θα σου πάρουμε πρώτα το όπλο, μια νύχτα που θα κοιμάσαι…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Τρομάζει και εξαγριώνεται): Βούλωσέ το π’ ανάθεμά σε, γιατί θα στείλω πρώτα εσένα στον Παράδεισο και μάλιστα στον άλλο που κατοικοεδρεύουν όλοι οι μακαρίτες. (Σηκώνεται και παίρνει τα μπαγκάζια του).
ΟΜΗΡΟΣ: Φεύγεις;…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Κοιτάζει γύρω): Δεν μου αρέσει εδώ.
ΟΜΗΡΟΣ: Φοβήθηκες με όσα σου είπα;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Δεν θέλω να βλέπω την φάτσα σου.
ΟΜΗΡΟΣ: Αν μείνεις μόνος κινδυνεύεις πιο πολύ.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Έτσι νομίζεις; Για ρίξε μια ματιά γύρω σου, όλα είναι ανοιχτά και εσύ είσαι στην μέση σαν το κερασάκι πάνω στην τούρτα, νομίζεις πως είσαι ασφαλής εδώ;
ΟΜΗΡΟΣ: Γιατί δεν περιμένεις να έρθουν και οι άλλοι; Αν φύγεις τώρα θα σκορπίσουμε και θα ψαχνόμαστε πάλι.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Δεν με ενδιαφέρουν οι άλλοι, κανείς σας δεν με ενδιαφέρει, εγώ το τομάρι μου θα κοιτάξω να σώσω, όπως λες και εσύ, και ας γίνετε όλοι στάχτη. Θα βρω ένα πιο ασφαλές μέρος να κατασκηνώσω…
ΟΜΗΡΟΣ: Περίμενε λίγο, κάτι βλέπω!... (Βάζει την παλάμη του κόντρα στον ήλιο και κοιτάζει μακριά.). Πρέπει να είναι ο Χριστόφορος. (Φωνάζει). Εεε!... Εδώ είμαστε!... Φαίνεται εξουθενωμένος… (Ενθουσιάζεται). Με άκουσε, έρχεται προς τα εδώ…πλησιάζει… μα τι έχει; Κάποιος τον βοηθάει να σταθεί στα πόδια του!... Κουράγιο Χριστόφορε και έφτασες. Είναι μαζί με την Ελένη, μας βρήκαν, μου κάνουν σινιάλο. Μπράβο παιδιά καλά τα καταφέρατε. (Στον Μενέλαο). Έρχονται!...
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Δεν με νοιάζει.
ΟΜΗΡΟΣ: Στο έλεγα πως θα μας βρουν, άφησε κάτω τα μπαγκάζια σου, μπορεί να έχει κάτι να μας πει, μπορεί να βρήκε τον δρόμο και να τελειώνουν εδώ τα βάσανα μας.
(Μπαίνει ο Χριστόφορος υποβασταζόμενος από την Ελένη. Φαίνεται και αυτός ταλαιπωρημένος και γερασμένος, έχει αδυνατίσει αρκετά και έχει αφήσει γένια, το πρόσωπό του έχει μακρύνει, μοιάζει με τους αγίους των πρώτων βυζαντινών εικόνων. Η Ελένη αν και στέκεται καλύτερα από τους άλλους φαίνεται και αυτή ταλαιπωρημένη).
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Με προσπάθεια στυλώνει το κορμί του και σηκώνει ψηλά το κεφάλι): Κουράγιο φίλοι μου και βρισκόμαστε στον σωστό δρόμο, ακόμα λίγο και φτάσαμε – είδα πάλι τον Άγγελο μετά από πολλά χρόνια, ήταν νέος και ωραίος όπως τότε που ήμασταν παιδιά – αυτήν την φορά πάμε κατευθείαν προς τον Παράδεισο!
(Κάνει τον γύρο της σκηνής τρεκλίζοντας, παρόλα αυτά τεντώνεται και στέκεται όρθιος, βρίσκεται σε υπερένταση).
ΟΜΗΡΟΣ (Ανήσυχος): Είσαι καλά Χριστόφορε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Είμαι ενθουσιασμένος! Τώρα ακολουθούμε την σωστή πορεία, με βοήθησε ο Άγγελος! Άπλωσε το χέρι του προς την Ανατολή και μου έδειξε τον δρόμο, φαινόταν σαν να έλεγε: «Ακολουθήστε την πορεία που σας δείχνω»…και έφευγε προς τα εκεί. Τον πήρα από πίσω και του είπα να σταματήσει, αλλά αυτός έφευγε, μου έκανε χειρονομίες σαν να μου έλεγε πως λείπει καιρό από τον Παράδεισο και πως πρέπει να επιστρέψει γρήγορα, βγήκε για λίγο να μας βοηθήσει να βρούμε τον δρόμο, θα μας περιμένει στην πύλη έλεγε και όλο χειρονομούσε και με προέτρεπε να τον ακολουθήσω. Έφευγε όμως γρήγορα και δεν τον προλάβαινα.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και τον έχασες…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έτρεχε πολύ… όμως με βοήθησε όσο ποτέ. Ήταν χαρούμενος που με είδε ύστερα από τόσα χρόνια, το πρόσωπό του έλαμπε! Ήταν πολύ όμορφος ο Άγγελος, πιο όμορφος από ποτέ, και νέος, σχεδόν παιδί! Όταν τον ρώτησα πως τα κατάφερε και έμεινε τόσο νέος, γέλασε και μου έδειξε πάλι την Ανατολή, τον Παράδεισο! Μου έκανε πάλι νόημα να βιαστούμε και να πάμε και εμείς.
ΟΜΗΡΟΣ (Σχεδόν σε παραλήρημα): Χριστόφορε, είσαι ένας Άγιος, είσαι η ελπίδα μας! Θα πρέπει να είναι πολύ κοντά ο Παράδεισος, δεν είναι έτσι; Ένα σάλτο και φτάσαμε!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τι σας λέω τόσην ώρα, δίπλα μας είναι, φτάνει να βιαστούμε, δεν πρέπει να σταθούμε στιγμή!
ΕΛΕΝΗ: Δεν μπορείς να συνεχίσεις στην κατάστασή σου, κανείς μας δεν μπορεί, πρέπει να ξεκουραστούμε.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Λίγο ακόμα και μετά θα ξεκουραζόμαστε για αιώνες!
ΕΛΕΝΗ: Ας κάτσουμε λίγο αγάπη μου, είμαστε εξουθενωμένοι, περιμένουμε και τον Σύνδεσμο που τον αφήσαμε πίσω.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα μας βρει αυτός, ξέρει τον δρόμο, αυτός μας έφερε εδώ.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Αυτός αρνιέται πως πήραμε τον σωστό δρόμο.
ΕΛΕΝΗ: Ας τον περιμένουμε να ξεδιαλύνουμε τα πράματα.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν υπάρχει κάτι που χρειάζεται να ξεδιαλύνουμε. Τα ξεδιάλυνε όλα ο Άγγελος.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Εμένα δεν μου το βγάζεις από το μυαλό πως όλα αυτά γίνονται για να μας αποπροσανατολίσουν.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ποιος να μας αποπροσανατολίσει, ο Άγγελος;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ήταν ο Άγγελος;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Αφού τον είδα με τα μάτια μου, ήταν καβάλα σε ένα άσπρο αραβικό άλογο, έμοιαζε με τον Αϊ-Γιώργη. Ήρθε κοντά μου σαν τον άνεμο και χάθηκε πάλι όπως ήρθε!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και γιατί να φύγει τόσο γρήγορα, τόσον καιρό είχε να σε δει, δεν μπορούσε να μείνει λίγο παραπάνω;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Εκείνη την ώρα λυσσομανούσε ο άνεμος και τα σκέπαζε όλα η άμμος. Αυτός όμως απτόητος με χαιρετούσε! Αν τον βλέπατε να στέκει περήφανος πάνω στο άλογο του, θα τρίβατε τα μάτια σας. Πέρασαν τόσα χρόνια και λες πως ήταν χτες! Θα ’λεγα μάλιστα πως ψήλωσε κιόλας, ζωντάνεψε, έφυγε από πάνω του εκείνο το αρρωστιάρικο, το καχεκτικό που είχε! Ήταν όλο ζωή, όλο χαρά, όλο δύναμη!... Έλαμπε το πρόσωπό του!... Κι όλα αυτά γιατί πήγε στον Παράδεισο!...
ΟΜΗΡΟΣ (Βρίσκεται σε έξαψη): Θέλω να πάμε και εμείς εκεί, όσο πιο γρήγορα γίνεται!... Τι περιμένουμε;… Γιατί καθυστερούμε;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Το ίδιο με τον Όμηρο): Τώρα πια δεν μας σταματάει τίποτα, δυο δρασκελιές ακόμα και φτάσαμε!... Θα περάσουμε τις πύλες και το πρώτο που θα συναντήσουμε θα είναι ο ποταμός Φισών, ο ποταμός που περιρρέει την γην Ευιλάτ, όπου υπάρχει χρυσάφι, άφθονο χρυσάφι που αστράφτει κάτω από τις δυνατές ακτίνες του ήλιου!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Ερεθίζεται): Θα είναι το πρώτο που θα συναντήσουμε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Το πρώτο!... Θα μαζέψουμε όσο πιο πολύ μπορούμε και θα φτιάξουμε πλίνθους από χρυσάφι για να χτίσουμε το σπίτι που θα κατοικήσουμε;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Σε έξαψη): Και γιατί να χτίσουμε σπίτι…μπορούμε να αξιοποιήσουμε το χρυσάφι αλλιώς!...
ΟΜΗΡΟΣ: Εγώ θέλω νερό, θέλω να πιω ένα ποταμό, να τον αδειάσω. Θέλω να ξεδιψάσω!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Υπάρχουν πηγές με κρυστάλλινο νερό! Ποτάμια που ποτίζουν τους κήπους του Παραδείσου! Δέντρα και φυτά που βγάζουν χυμώδεις τροπικούς καρπούς! Ιαματικά λουτρά…
ΟΜΗΡΟΣ: Τι χρειάζονται τα ιαματικά λουτρά, αφού εκεί δεν αρρωσταίνουν οι άνθρωποι.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τα χρησιμοποιούν για να αποχτούν την αιώνια νεότητα!
ΕΛΕΝΗ: Χριστόφορε εκεί θέλω να με πας!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Εκεί θα πάμε αγαπημένη μου, εκεί θα ζήσουμε για πάντα, νέοι και ωραίοι, εκεί είναι το τέρμα του ταξιδιού μας, και φαίνεται να βρισκόμαστε κοντά! Σε λίγο τελειώνουν τα βάσανα μας, μπαίνουμε στην ΑΘΑΝΑΣΙΑ!
ΕΛΕΝΗ (Τον κοιτάζει με θαυμασμό και τον αγκαλιάζει): Χριστόφορε είσαι πολύ ωραίος, είσαι ο πρίγκιπας του παραμυθιού, είσαι ο πρίγκιπάς μου!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Και συ αγαπημένη μου είσαι ένα λουλούδι!
ΕΛΕΝΗ: Φοβάμαι Χριστόφορε, φοβάμαι μην μαραθώ, τα λουλούδια μαραίνονται γρήγορα. (Βγάζει το καθρεφτάκι της και κοιτάζει το πρόσωπό της με επιμονή). Να εδώ κάτω από τα μάτια, φάνηκαν οι πρώτες ρυτίδες, και τα μαλλιά μου αρχίζουν να ασπρίζουν στους κροτάφους. Τα είδες Χριστόφορε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Εγώ δεν βλέπω τίποτα από όσα λες, φαίνεσαι το ίδιο όμορφη όπως την πρώτη μέρα που σε είδα!
ΕΛΕΝΗ (Έχει καταληφθεί από πανικό): Σε λίγο θα γίνονται ορατά από απόσταση. (Σπαρακτικά). Γερνάω Χριστόφορε!... Θέλω να μπούμε στον Παράδεισο το γρηγορότερο… Μου υποσχέθηκες πως θα με πας εκεί σύντομα! (Ξεσπάει σε δυνατό κλάμα). Δεν θέλω να γεράσω, θέλω να γίνω σαν τις κοπέλες του Παραδείσου! Με διαβεβαίωσες πως εκεί παραμένουν για πάντα νέες, λιγνές, ψιλές και πολύ όμορφες!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τα γηρατειά σε λίγο θα γίνουν μια θλιβερή ανάμνηση της παλιάς μας ζωής! Αυτό μου το είπε για μια ακόμα φορά ο Άγγελος, πριν λίγο που τον συνάντησα! Όταν τον ρώτησα πως τα καταφέρνει και μένει τόσο νέος, μου έδωσε να καταλάβω πως εκεί είναι όλοι νέοι και ωραίοι! Τον ρώτησα πάλι αν εξακολουθούν να παραμένουν τα πράγματα όπως μου τα περιέγραψε στο γράμμα του: και εκείνος με μουγκρητά και χειρονομίες μου έδωσε να καταλάβω πως δεν έχει αλλάξει τίποτα από όσα μου έγραψε.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Γιατί μουγκρητά και χειρονομίες, δεν είχε φωνή; Τι συμβαίνει, χάνουν την γλώσσα τους όσοι μπαίνουν στον Παράδεισο;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Αυτό ούτε εγώ μπόρεσα να το εξηγήσω. Ίσως δεν μιλούσε γιατί βρισκότανε σε κάποια απόσταση από εμένα και φοβόταν ότι δεν θα τον άκουγα.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Αυτός όμως σε άκουγε για να σου δίνει απαντήσεις.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ο Άγγελος έχει αποκτήσει υπερφυσικές δυνατότητες και μπορεί να μας ακούει ακόμα και τώρα.
ΟΜΗΡΟΣ: Στο μεταξύ πρέπει να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε, θα συνεχίσουμε τον δρόμο μας για θα σταθούμε κάπου να πάρουμε μιαν ανάσα, κι αν σταθούμε κάπου να ξεκουραστούμε πρέπει να λάβουμε κάποια μέτρα, γιατί αν μείνουμε έτσι ο ήλιος θα μας κάψει σαν λαμπάδες.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα συνεχίσουμε!
ΕΛΕΝΗ: Λίγο να ξεκουραστούμε αγάπη μου και να συνεχίσουμε με νέες δυνάμεις.
ΟΜΗΡΟΣ: Έχει δίκιο η Ελένη, χρειαζόμαστε λίγη ανάπαυση. Εμένα τα πόδια μου λυγίζουν.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Εγώ φεύγω, πάω να βρω κάποιο πιο σκιερό μέρος. Ίσως βρω εδώ κοντά καμιά όαση, εκεί θα υπάρχει και νερό.
ΟΜΗΡΟΣ: Αχ νερό, αν βρεις κάτι σφύρα μας και θα έρθουμε και εμείς.
ΕΛΕΝΗ: Μπράβο Μενέλαε, έχε τον νου σου μήπως δεις και τον Σύνδεσμο.
(Ο Μενέλαος παίρνει τα μπαγκάζια του και βγαίνει. Ο Χριστόφορος απορροφημένος από τις σκέψεις του μονολογεί).
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Γιατί να το κάνει αυτό, γιατί αφού τον παρακαλούσα να περιμένει αυτός έφευγε όλο και πιο γρήγορα;
ΟΜΗΡΟΣ: Ποιος;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ο Άγγελος, έφευγε καβάλα στο άσπρο του άλογο!...
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ (Μπαίνει τρεκλίζοντας): Δεν ήταν ο Άγγελος αυτός που είδες…
ΕΛΕΝΗ: Που γύριζες εσύ, που χάθηκες;
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Σας φώναζα να έρθετε μαζί μου, ο δρόμος που παίρνετε δεν είναι ο σωστός, έχετε χαθεί στην μέση της ερήμου και τραβάτε κατευθείαν για την κόλαση.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ήταν ο Άγγελος, τον γνωρίζω από παιδί, μαζί μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά, δεν κάνω λάθος εγώ.
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ (Σηκώνει το άδειο παγούρι του και προσπαθεί να πιει): Δεν έχει σταγόνα αυτό το αναθεματισμένο, μήπως έχει κανείς σας λίγο ρακί.
ΟΜΗΡΟΣ: Αρκετά ήπιες ρε γέρο, σταμάτα το γιατί με αυτή την ζέστη θα σε χτυπήσει στο κεφάλι.
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Αν δεν πιω δεν μπορώ να σκεφτώ, το μυαλό μου σταματάει, για να λαδωθεί και να πάρει μπροστά θέλει αλκοόλ.
ΟΜΗΡΟΣ: Σε έχουμε ποτίσει δέκα στέρνες αλκοόλ και αντί για τον Παράδεισο μας πηγαίνεις από περιπέτεια σε περιπέτεια.
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Ο Άγγελος μου είπε πως για να φτάσετε στον Παράδεισο πρέπει να δοκιμαστείτε πρώτα και μετά να μπείτε.
ΟΜΗΡΟΣ: Αρκετά δοκιμαστήκαμε γέρο, τώρα θα πάμε στον Παράδεισο και χωρίς την δική σου βοήθεια, θα μας πάει ο Χριστόφορος. Σε λίγο τα βάσανα μας τελειώνουν, θα φτάσουμε εκεί και θα ξεκουραστούμε! Εγώ σαν θα μπούμε μέσα, θα ξαπλώσω κάτω από ένα πανύψηλο πλάτανο και θα κοιμάμαι ένα χρόνο.
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Δεν είναι από εδώ ο δρόμος για τον Παράδεισο.
ΟΜΗΡΟΣ: Μάζεψε τα λόγια σου γιατί αρκετά τραβήξαμε εξ αιτίας σου, δέκα πέντε χρόνια μας ταλαιπωρείς.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ο Άγγελος μου έδειξε τον δρόμο, ίσια προς τη Ανατολή μου είπε!
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Δεν ήταν ο Άγγελος αυτός, ήταν ο Εωσφόρος, κάποτε ήταν άγγελος και αυτός πριν γίνει σατανάς, μα έπεσε στην αμαρτία και τον διώξανε από τον παράδεισο. Τώρα μεταμορφώνεται σε άγγελο και προσπαθεί να παραπλανήσει τον κόσμο και αντί για τον παράδεισο να τον οδηγήσει στην κόλαση. Εγώ γνωρίζω καλά τον Άγγελο, γνωρίζω όλους τους αγγέλους, ακόμα και τον Αρχάγγελο Μιχαήλ. Μπορώ να του μιλήσω αν θέλετε, έχω το μέσον, θα μας βοηθήσει, αυτός μου έδειξε τον δρόμο που πάνε για τον Παράδεισο και αν μου δώσετε λίγο ρακί θα σας πάω εγώ εκεί.
ΟΜΗΡΟΣ: Τα έχεις μπερδέψει τα πράματα πάλι γέρο, έχει γίνει κουρκούτι το μυαλό σου, δεν πρόκειται αυτήν την φορά να σε ακούσουμε, βρήκαμε μόνοι μας τον δρόμο και θα τον τραβήξουμε.
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Λίγο ρακί μόνο για να φύγει η θολούρα, μόλις καθαρίσει το μυαλό μου θα σας πάω στον προορισμό σας. Γιατί θέλετε να ταλαιπωρηθείτε κι άλλο; Εγώ έχω τον τρόπο να σας βοηθήσω, μόνο λίγο ρακί.
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν έχουμε βρε γέρο, που να το βρούμε εδώ στην μέση της ερήμου; Μείνε για λίγο στεγνός να ξεμεθύσεις και μετά θα δούμε τι θα γίνει.
ΕΛΕΝΗ (Πηγαίνει κοντά του και τον βοηθάει να κάτσει σε μια γωνιά): Έχει δίκιο ο Όμηρος, έλα να κάτσεις λίγο, έχεις ανάγκη από ξεκούραση και εσύ, όλοι μας έχουμε. Μπορεί εκεί που πάει ο Μενέλαος να βρει σκιά και λίγο νερό.
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Εγώ δεν θέλω νερό, εγώ θέλω… (Γέρνει και κοιμάται, ροχαλίζει).
ΟΜΗΡΟΣ: Ορίστε τον πείρε πάλι.
ΕΛΕΝΗ: Δώσε μου ένα καπέλο να του σκεπάσω το κεφάλι.
(Ο Όμηρος δίνει σε όλους από ένα καπέλο. Η Ελένη σκεπάζει με αυτό τον Σύνδεσμο και πηγαίνει μετά στον Χριστόφορο).
ΕΛΕΝΗ (Του φοράει το καπέλο): Φόρεσέ το και εσύ αγάπη μου και προσπάθησε να ξεκουραστείς.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Όσο σκέπτομαι πως τον είδα, σχεδόν τον άγγιξα, όσο σκέπτομαι πως είναι εκεί, πως στέκεται στην πύλη και μας περιμένει, δεν με χωράει ο τόπος. Πρέπει να βιαστούμε, αν κλείσει η πύλη θα τον χάσουμε.
ΟΜΗΡΟΣ(Σαν να μονολογεί): Περάσαμε βουνά, ποτάμια, ατέλειωτες στέπες. Νιώσαμε στο πετσί μας την παγωνιά, την αφόρητη ζέστη. Διασχίσαμε την γη με ποδήλατα, τρένα, αυτοκίνητα, άλογα, ελέφαντες, γκαμήλες, ακόμα και με στρουθοκαμήλους… (Σταματάει για λίγο και μετά αρχίζει πάλι με μεγαλύτερη ένταση). Είδαμε λαούς να πολεμάνε με πρωτοφανή αγριότητα, είδαμε δικτάτορες να καταλαμβάνουν την αρχή και να σφάζουν τους αντιπάλους τους, είδαμε άλλους να φοράνε την μεγάλη στολή και να καμαρώνουν σαν παγώνια, είδαμε θρησκευτικούς ηγέτες να σηκώνουν λάβαρα και να κυβερνούν παίρνοντας εντολές απευθείας από τον Θεό, όπως έλεγαν! Είδαμε… είδαμε…
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ (Σταματάει το ροχαλητό και μιλάει χωρίς να έχει ξυπνήσει): Δεν ήταν ο Άγγελος αυτός, ήταν ο Αρχισατανάς μεταμορφωμένος, αν μου δώσετε να πιω θα σας οδηγήσω εγώ στον Παράδεισο…
ΟΜΗΡΟΣ: Καλέ αυτός ροχαλίζει και μιλάει!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Αυτή την φορά είμαστε κοντά, το νιώθω, το οσφραίνομαι. (Στον Όμηρο). Έλα εδώ Όμηρε. (Ο Όμηρος τον πλησιάζει). Κοίτα εκεί πέρα μακριά… τι βλέπεις;
ΟΜΗΡΟΣ (Κοιτάζει): Τι βλέπω;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν βλέπεις τους κήπους της Εδέμ, δεν βλέπεις την Γη της Επαγγελίας;
ΟΜΗΡΟΣ (Κοιτάζει επίμονα το σημείο που του δείχνει ο Χριστόφορος): Για στάσου… κάτι διακρίνω… ναι τώρα ξεχωρίζω έναν όγκο.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μπράβο Όμηρε, το είδες και εσύ. (Στρέφει στους άλλους). Ελάτε όλοι. (Η Ελένη πλησιάζει). Έλα αγάπη μου, συγκέντρωσε την προσοχή σου σε εκείνο το σημείο. Βλέπεις εκείνα τα πανύψηλα δέντρα;…Βλέπεις τα τέσσερα ποτάμια που περνούν ανάμεσα από τους κήπους και τα περιβόλια;
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ (Σηκώνεται και κάθεται ανακούρκουδα): Δεν υπάρχει τίποτα εκεί που κοιτάτε, εκεί είναι μόνο η έρημος, περάσαμε από εκεί χτες. Ο Παράδεισος είναι από αλλού.
ΟΜΗΡΟΣ (Εξακολουθεί να κοιτάζει επίμονα): Μοιάζει λίγο με λόφο από άμμο…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν είναι λόφος, αν πλησιάσουμε λίγο περισσότερο θα τον δούμε καλύτερα.
ΕΛΕΝΗ: Και εγώ βλέπω κάτι μα είναι πολύ μακριά και δεν το ξεχωρίζω.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Βάλτε να δουλέψει και λίγο η φαντασία σας, θα βοηθήσει να σχηματιστεί η εικόνα.
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Γιατί παιδεύετε το μυαλό σας, αφού σας λέω πως δεν είναι από εκεί…
ΟΜΗΡΟΣ: Πάψε επιτέλους ρε γέρο, γείρε εκεί πέρα και κοιμήσου.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Μπαίνει ανήσυχος): Σηκωθείτε, πρέπει να φύγουμε από εδώ!
ΟΜΗΡΟΣ: Τι έπαθες; Τι τρέχει, εσύ είσαι κατάχλομος;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Δεν ακούτε τι γίνεται; Κάντε λίγη ησυχία… (Ακούγονται μακρινοί θόρυβοι από βόμβες και κανόνια καθώς και τρομαγμένες φωνές ανθρώπων). Πόλεμος γίνεται, πόλεμος εκεί!
ΟΜΗΡΟΣ: Πάλι;…Που γίνεται πόλεμος;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Εκεί, φωτιά κατακαίει τον τόπο. Από τον ουρανό πέφτουν πύραυλοι και σκορπούν τον θάνατο.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Και ο Άγγελος;…Τι έγινε ο Άγγελος; Δεν είναι στον Παράδεισο;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Δεν υπάρχει Παράδεισος, και αν υπήρχε τώρα έγινε στάχτη!
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Σας το είπα εγώ, δεν σας το είπα; Λάθος δρόμο πήρατε!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Εγώ τον είδα, ήταν πέρα προς την Ανατολή…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Προς τα εκεί υπάρχει μόνο η κόλαση, η φωτιά ήρθε από τον ουρανό και τα έκαψε όλα. Παντού στάχτη και ερείπια, παντού θάνατος και χαλασμός! Ο κόσμος τρέχει φοβισμένος να βρει μια γωνιά να φυλαχτεί. Πολλοί φεύγουν από τον τόπο τους και σκορπούν στην έρημο, σε λίγο θα έρθουν και εδώ. Πάμε να φύγουμε όσο είναι καιρός!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ο Άγγελος, πες μου που είναι ο Άγγελος!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Που θες να ξέρω, όσοι βρίσκονταν εκεί κάηκαν. Αν εκεί ήταν ο Παράδεισος...
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Δεν ήταν εκεί σας λέω, γιατί δεν με πιστεύεται. Ο Άγγελος μου έδωσε να καταλάβω πως ο Παράδεισος δεν είναι εκεί που πηγαίνετε.
ΕΛΕΝΗ: Μπορεί να έχει δίκιο, άλλωστε αυτός είναι ο Σύνδεσμος, μπορεί κάτι να ξέρει.
ΟΜΗΡΟΣ: Αυτός μας έφερε εδώ.
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Λάθος καταλάβατε, αλλού σας έδειξα και αλλού επήγατε, όπως κάνετε όλα αυτά τα χρόνια, άλλα σας λέω και άλλα καταλαβαίνετε. Περιφέρεστε σε όλη την γη άσκοπα.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ο τόπος τώρα είναι ένα απέραντο νεκροταφείο, παντού γκρεμισμένα σπίτια που έχουν καταπλακώσει τους κατοίκους τους. Συνάντησα κάποιον από αυτούς που κατάφερε να φτάσει μέχρις εδώ, στα μάτια του ήταν ζωγραφισμένη η φρίκη! Νύχτα και μέρα, μου είπε, πέφτουν θεόρατα βλήματα που ισοπεδώνουν τον τόπο τους. Ένας πανίσχυρος στρατός με σύγχρονα όπλα είναι έτοιμος να εισβάλει στις πόλεις και τα χωριά τους. Φοβούνται πως θα τους αφανίσουν όλους αν μπούνε μέσα!
(Ακούγονται εκρήξεις από πυραύλους και βόμβες όλο και πιο κοντά. Ο Μενέλαος παίρνει τα μπαγκάζια του για να φύγει).
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Νομίζω πως πρέπει να του δίνουμε όσο είναι καιρός.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα ψάξουμε από την αρχή, θα βρούμε τον Παράδεισο οπωσδήποτε, και τότε όλα αυτά θα φαίνονται σαν μια περιπέτεια, σαν μια μακρινή ανάμνηση. Εμπρός φίλοι μου, ξεκινάμε πάλι για το ταξίδι, το ταξίδι είναι η ελπίδα, είναι το όνειρο, είναι η ζωή!
(Σηκώνουν όλοι τα σακίδια τους και με τον Χριστόφορο μπροστά βγαίνουν ενώ η σκηνή σκοτεινιάζει).


EIKONA EKTH

(Είκοσι χρόνια μετά. Στην σκηνή προβάλει η πλώρη ενός σαπιοκάραβου. Η ορατότητα είναι περιορισμένη λόγω της πυκνής ομίχλης. Υπάρχει άπνοια και τα κύματα μόλις που ακούγονται να σκάνε στα πλευρά του πλοίου. Πάνω στο κατάστρωμα διακρίνουμε τον Χριστόφορο και τον Όμηρο. Έχουνε μακριά άσπρα γένια και μαλλιά. Βρίσκονται σχεδόν σε ημιάγρια κατάσταση. Ο Όμηρος έρχεται μπροστά και προσπαθεί να δει τη θάλασσα).

ΟΜΗΡΟΣ: Δεν μπορώ να δω τίποτα, είναι τόσο πυκνή η ομίχλη που όλα μοιάζουν σαν μια μεγάλη μάζα από ζελέ. (Ακούγεται σφύριγμα του πλοίου). Ποιος κορνάρει;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ο καπετάνιος τραβάει την μπουρού για να μην τρακάρουμε.
ΟΜΗΡΟΣ: Με ποιον να τρακάρουμε;… έχουμε να συναντήσουμε πλοίο μήνες τώρα. (Ο Χριστόφορος του ρίχνει μια ματιά και δεν απαντάει. Παύση). Τι ώρα είναι;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν γνωρίζω, δεν έχω ρολόι, σκούριασε από την υγρασία και το πέταξα.
ΟΜΗΡΟΣ: Είναι πρωί, μεσημέρι, απόγευμα;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν γνωρίζω.
ΟΜΗΡΟΣ: Τι μέρα είναι;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν γνωρίζω.
ΟΜΗΡΟΣ: Σε ποιο έτος βρισκόμαστε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν γνωρίζω. Γιατί τόση επιμονή, έχει σημασία;
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν έχει;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Όχι βέβαια.
ΟΜΗΡΟΣ: Που πάμε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έχω δώσει τις σημειώσεις στον καπετάνιο, αυτός χαράζει πορεία.
ΟΜΗΡΟΣ: Ποιες σημειώσεις;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Αυτές που μας έδωσε ο Σύνδεσμος.
ΟΜΗΡΟΣ: Ο Σύνδεσμος έχει πεθάνει, πάνε είκοσι χρόνια από τότε. Και του το ’πα θυμάσαι; Του είπα να μην πίνει τόσο πολύ, αυτός πήγε και πήρε το οινόπνευμα του φαρμακείου και το ήπιε. Έσκασε και ησύχασε.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ευτυχώς πρόλαβε και μας έδωσε την πορεία.
ΟΜΗΡΟΣ: Ποια πορεία;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Για τον Παράδεισο! Μας έδειξε την θάλασσα. Στον τελευταίο του χρησμό μας είπε να στραφούμε στην θάλασσα, να την ψάξουμε σπιθαμή προς σπιθαμή. Αλήθεια πως τόσα χρόνια δεν το είχαμε σκεφτεί;
ΟΜΗΡΟΣ (Σαν να μονολογεί): Οργώσαμε όλη την γη από την μιαν άκρη στην άλλη και Παράδεισο δεν βρήκαμε.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Η θάλασσα καταλαμβάνει τα εφτά δέκατα του πλανήτη και έχει πολλά νησιά σίγουρα σε κάποιο από αυτά θα βρίσκεται ο Παράδεισος.
ΟΜΗΡΟΣ: Σε ποιο;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ο καπετάνιος έχει το σχεδιάγραμμα, έχει πάνω σε αυτό το νησί του Παραδείσου, θα μας οδηγήσει εκεί σύντομα.
ΟΜΗΡΟΣ: Ταξιδεύουμε πάνω από έξη μήνες με αυτό το σαπιοκάραβο και δεν είδαμε ακόμα στεριά.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα πλησιάζουμε σίγουρα, έχε το νου σου μήπως διακρίνεις κανένα νησί.
ΟΜΗΡΟΣ: Ποιο νησί;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Το νησί μας.
ΟΜΗΡΟΣ (Βάζει τις παλάμες γύρω από τα μάτια του και προσπαθεί να δει): Στην τελευταία φουρτούνα νόμιζα πως θα το καταπιεί η θάλασσα, αναστέναζε σαν χαροκαμένη χήρα. Πρέπει να άνοιξαν τα σωθικά του και να έμπασε νερό.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μην είσαι απαισιόδοξος!... Έχω την εντύπωση πως έχει λιγοστέψει η πίστη σου, δεν σε βλέπω ενθουσιώδη.
ΟΜΗΡΟΣ: Θα φταίνε τα γηρατειά, αισθάνομαι εκατό χρονών γέρος.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Παίρνει πάλι εκείνο το παλιό ύφος του οραματιστή, αν και με λιγότερο ενθουσιασμό): Ποια γηρατειά, αυτό μην το ξανακούσω. Εμείς δεν θα μείνουμε γέροι! Σε λίγο συναντάμε το νησί του Παραδείσου και όλα τότε θα αλλάξουν, με το που θα περάσουμε την πύλη θα ξαναγίνουμε παιδιά!... Θυμάσαι τι μας έγραφε ο Άγγελος;…
ΟΜΗΡΟΣ: Πάνε τόσα χρόνια από τότε…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Αυτή την φορά πάμε κατευθείαν εκεί, έχει βάλει ρότα ο καπετάνιος για το νησί. Εσύ έχε το νου σου μόνο μην το προσπεράσουμε.
ΟΜΗΡΟΣ (Κοιτάζει πάλι μπροστά): Δεν βλέπω τίποτα, ούτε την μύτη μου πια, αν πέσουμε πάνω σε ξέρα θα τσακιστούμε. (Πέφτει σε περισυλλογή). Έξη μήνες δεν έχει πατήσει το πόδι μας στεριά, έξη μήνες φουρτούνες και κούνημα. Νομίζω πως αν ποτέ πατήσω σε γη θα περπατάω και θα ζαλίζομαι.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Συγκρατήσου, μην αφήνεις την απελπισία να σε κυριεύσει.
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν αισθάνομαι καλά σήμερα, και αυτό το αγιάζι μου τρώει τα κόκαλα.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Τον κοιτάζει επίμονα, με έκπληξη): Για να σε δω…Αλήθεια γέρασες Όμηρε, δεν το είχα προσέξει!...
ΟΜΗΡΟΣ: Και εσύ δεν πηγαίνεις πίσω.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Πότε έγινε αυτό; Εγώ δεν κατάλαβα τίποτα.
ΟΜΗΡΟΣ: Είχαμε αλλού στραμμένη την προσοχή μας.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Τον κοιτάζει πάλι από πάνω ως κάτω): Τα γένια και τα μαλλιά σου άσπρισαν, από πότε έχεις να κοιταχτείς σε καθρέφτη;
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν χρειάζεται κοιτάζω εσένα, και εσύ το ίδιο είσαι.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Και το σώμα σου έχει κυρτώσει. (Σπαρακτικά). Όμηρε είσαι ένα ανήμπορο γεροντάκι!
ΟΜΗΡΟΣ: Φταίει η υγρασία, από τότε που μπήκαμε στην θάλασσα όλοι μας πάμε προς το χειρότερο. Έπειτα γερνάμε Χριστόφορε!…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Απεγνωσμένα προσπαθεί να νικήσει τον χρόνο): Όχι εγώ!... Αυτό να μην το ξαναπείς!
ΟΜΗΡΟΣ: Φάγαμε τα χρόνια μας ψάχνοντας…Όμως θα φτάσουμε, δεν είναι έτσι Χριστόφορε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα φτάσουμε σίγουρα, μην απελπίζεσαι φίλε μου, αυτήν την φορά πλησιάζουμε, το νιώθω, το μυρίζω εγώ!
ΟΜΗΡΟΣ (Μελαγχολικά): Όλο τα ίδια λες. Ξέρεις δεν έχουμε πολλά χρόνια στην διάθεσή μας πια και η θάλασσα είναι απέραντη, πολλή πιο μεγάλη από την στεριά. Δεν μας παίρνουν τα χρόνια για άλλο ψάξιμο.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν θα ψάχνουμε πολύ, την τελευταία φορά που μίλησα με τον καπετάνιο με διαβεβαίωσε πως σύντομα θα φτάσουμε, είμαστε πολύ κοντά. Και τότε Όμηρε…
ΟΜΗΡΟΣ: Και τότε Χριστόφορε;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Και τότε θα μπούμε στον Παράδεισο και όλα θα αλλάξουν, θα ξαναγίνουμε παιδιά, νέοι όπως ήμασταν την ημέρα που ξεκινήσαμε. Και τότε αντίο γηρατειά, αντίο βάσανα και ταλαιπωρίες, θα ζήσουμε την νιότη που δεν προλάβαμε, θα ζήσουμε την αιώνια νεότητα και τον μεγάλο έρωτα!
ΟΜΗΡΟΣ (Σπαρακτικά): Σταμάτα Χριστόφορε… με παρασέρνεις και δεν μπορώ!... Μου ’ρχεται να πηδήξω, μου ’ρχεται να χορέψω, όμως… (Κλαίει).
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Όμηρε, τι συμβαίνει;… Δεν το περίμενα αυτό από εσένα.
ΟΜΗΡΟΣ: Συγχώρα με… Πηγαίνω να κάτσω δεν αισθάνομαι καλά τελευταία. (Πηγαίνει και κάθεται σε μια πρόχειρη πολυθρόνα). Μείνε εσύ για λίγο στο πόστο μου. Αν δεις τίποτα σφύρα μου!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έχε πίστη και όλα θα έρθουν όπως τα σχεδιάσαμε, σύντομα θα φτάσουμε και τότε…
ΟΜΗΡΟΣ: Σταμάτα!... όχι πάλι!...
(Ο Χριστόφορος μένει άφωνος τον κοιτάζει για λίγο και μετά στρέφει μπροστά. Σιωπή).
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μεγάλη ησυχία!...
ΟΜΗΡΟΣ: Ακούς τίποτα;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Όχι, έχει άπνοια.
ΟΜΗΡΟΣ: Ζέστη και υγρασία, στάζω ολόκληρος.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα βρισκόμαστε κοντά σε τροπικά κλίματα.
ΟΜΗΡΟΣ: Ακούς κανένα γλάρο, κανένα θαλασσοπούλι;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Όχι, ίσως δεν υπάρχουν σε αυτά τα μέρη θαλασσοπούλια.
ΟΜΗΡΟΣ: Σε κάθε νησί υπάρχουν. Ο Κολόμβος κατάλαβε πως πλησιάζει σε στεριά από τα θαλασσοπούλια. (Παύση). Μήπως σταμάτησε να προχωράει το πλοίο;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν βλέπω τίποτα, έχει πολλή ομίχλη.
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν βλέπουμε τίποτα, δεν ακούμε τίποτα… αλήθεια που πάμε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν ξέρεις;
ΟΜΗΡΟΣ: Βοήθησέ με… ξέχασα. (Παύση). Πόσα χρόνια ζωής μας μένουν ακόμα;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τι είπες;
ΟΜΗΡΟΣ: Πόσα χρόνια…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Πολλά. Όταν φτάσουμε θα είναι ατελείωτα.
ΟΜΗΡΟΣ: Και αν δεν φτάσουμε;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Αυτό δεν περίμενα από εσένα να το πεις!
ΟΜΗΡΟΣ: Με συχωρείς δεν το ’θελα. (Παύση. Ξαφνικά σαν να μονολογεί). Και αν πέθανε…όπως λέει ο Μενέλαος; Είχα ακούσει και εγώ πως του έκαναν κηδεία!... Αν για να πας στον Παράδεισο πρέπει να πεθάνεις;… Μπορεί να είναι ο συντομότερος δρόμος αυτός!...
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ποιος;
ΟΜΗΡΟΣ: …Αν δεν είναι και ο μοναδικός!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ποιος;
ΟΜΗΡΟΣ: Ο δρόμος για τον Παράδεισο! Πως δεν το σκεφτήκαμε αυτό σοβαρά;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν σε καταλαβαίνω…
ΟΜΗΡΟΣ: Κουράστηκα Χριστόφορε, θέλω να φτάσω πια, με οποιοδήποτε μέσο!...
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ο Άγγελος στο γράμμα του μας εξηγεί…
ΟΜΗΡΟΣ: Μας έστειλε αλήθεια;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Το αμφισβητείς και εσύ;
ΟΜΗΡΟΣ: Και αν δεν το έστειλε αυτός, αν το έστειλε κάποιος άλλος επ’ ονόματί του; Αν είναι καμιά από τις φάρσες του Σταμάτη;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ποιανού Σταμάτη;
ΟΜΗΡΟΣ: Ξέχασες;… Του φίλου μας, που ήταν να έρθει και αυτός μαζί μας και την τελευταία στιγμή το ανέβαλε. Του άρεσαν αυτουνού τα αστεία και οι φάρσες.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Αυτό αποκλείεται.
ΟΜΗΡΟΣ: Πάντως είναι ανεξήγητο πως ήρθε γράμμα του Άγγελου από εκεί που βρίσκεται!...
(Ο Χριστόφορος πάει να πει κάτι αλλά σταματάει, πέφτει σε περισυλλογή. Σιωπή).
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Σε λίγο): Η Ομίχλη πύκνωσε κι άλλο.
ΟΜΗΡΟΣ: Να πούμε στο καπετάνιο να ανάψει τους προβολείς.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Πήγε να τον βρει ο Μενέλαος, θα του το πει. (Παύση).
ΟΜΗΡΟΣ (Νοσταλγικά): Ωραίες οι μέρες που περάσαμε στην πατρίδα!... Ωραίες εποχές! Οι εκδρομές που κάναμε στο τέλος του σχολείου, οι τρελοπαρέες, τα πάρτι και τα ξενύχτια μας, τα φλερτ, ο έρωτας… αχ ο έρωτας!... (Πέφτει σε μελαγχολία). Η γυναίκα μου… ήταν ωραία η γυναίκα μου! Άραγε ξαναπαντρεύτηκε; Όχι δεν θα το έκανε… Η πεθερά μου θα έχει πεθάνει τώρα. Αν ήμουν εκεί θα περνούσαμε ωραία, θα της τα συγχωρούσα όλα! Τα παιδιά μου, τι να κάνουν άραγε; Θα έχουν μεγαλώσει τώρα, θα έχουν και αυτοί παιδιά. Σίγουρα θα έχουν, Θα είμαι παππούς!... (Του έρχεται ένας λυγμός και δεν μπορεί να συνεχίσει).
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Σταμάτα να αυτό-μαστιγώνεσαι, κάνε κουράγιο, μόλις φτάσουμε θα αρχίσουμε μια καινούρια ζωή.
ΟΜΗΡΟΣ: Θυμάμαι τους φίλους με τα παρατσούκλια, τα μπάνια στην παραλία, τα νυχτερινά πειράγματα…Ήταν ωραία η ζωή τότε. (Σηκώνει το κεφάλι και κοιτάζει παράξενα τον Χριστόφορο) Χτες βράδυ είδα πάλι το ίδιο όνειρο… Τελευταία βλέπω κάθε βράδυ το ίδιο όνειρο! Βλέπω το σπίτι μας, την γειτονιά μας. Έχει αλλάξει πολύ, έχει γίνει πανέμορφη. Πάνε τα χαμόσπιτα και οι αλάνες, είναι γεμάτη πολυκατοικίες και βίλες, λεωφόρους και γυμναστήρια. Οι άνθρωποι είναι περιποιημένοι, ευγενικοί. Βλέπω το σπίτι μας, την γυναίκα μου, όμορφη σαν νεράιδα. Τα παιδιά μου καλοντυμένα και ροδαλά, τα βλέπω να παίζουν ευτυχισμένα στο πάρκο της γειτονιάς. Αλήθεια φτιάξανε πάρκο στην γειτονιά μας, το ήξερες εσύ αυτό; Όμως δεν βλέπω κανέναν να μεγάλωσε, όλοι έμειναν στην ηλικία που τους αφήσαμε. Μπορεί να μου πεις πως γίνεται αυτό; Μήπως είναι εκεί ο Παράδεισος;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τι είναι αυτά που μου λες τώρα;
ΟΜΗΡΟΣ: Ρώτησα μήπως…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Όμηρε δεν σε αναγνωρίζω, έχεις αλλάξει, έχεις αλλάξει πολύ!
(Σιωπή).
ΟΜΗΡΟΣ: Τα χρόνια περνάνε και εμείς όλο και λιγοστεύουμε. Χάσαμε τον Γέρο, χάσαμε την Ελένη…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Αχ η Ελένη!... Τι έγινε με αυτήν, ούτε που κατάλαβα;
ΟΜΗΡΟΣ: Έφυγε, το ’σκασε!... Δεν θυμάσαι;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ξύπνησα ένα πρωί και την είδα να φεύγει, δεν μου έδωσε καμιά εξήγηση.
ΟΜΗΡΟΣ: Το ’σκασε με τον σαλτιμπάνκο ενός τσίρκου. Τις πήρε τα μυαλά με τις ωραίες ιστορίες του – αυτή η κοπέλα είχε λόξα με τα παραμύθια – την φούσκωσε λοιπόν με παραμύθια και την ζάλισε. Στα μάτια της φάνταζε και αυτός σαν τον πρίγκιπα του παραμυθιού.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν περίμενα να μου το κάνει αυτό η Ελένη, εγώ την αγάπησα πραγματικά.
ΟΜΗΡΟΣ: Της υποσχέθηκε και αυτός παράδεισο και ξένοιαστη ζωή.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έφυγε την επομένη που πέθανε ο Σύνδεσμος.
ΟΜΗΡΟΣ: Νομίζω πως ο γέρος ήτανε πατέρας της.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τι είπες;
ΟΜΗΡΟΣ: Ήταν πατέρας της.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ο Σύνδεσμος;…
ΟΜΗΡΟΣ: Την άκουσα να το συζητάει με τον Μενέλαο. Φαίνεται πως την ανάγκασε να το ομολογήσει.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Πως γίνεται αυτό;
ΟΜΗΡΟΣ: Καλύτερα να στα πει ο Μενέλαος, ρώτα τον, εμένα δεν μου λέει τίποτα.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Είναι απίστευτα όλα αυτά.
ΟΜΗΡΟΣ: Είναι σαν να βλέπουμε όνειρο, όχι όνειρο… εφιάλτη! Λες να ξυπνήσουμε κάποια στιγμή και όλα να διαλυθούν;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τι σε έχει πιάσει σήμερα;
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν είμαι καλά Χριστόφορε, το νιώθω, νιώθω τις μέρες μου να λιγοστεύουν! Λες όταν πεθάνουμε να πάμε στον Παράδεισο;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Γιατί να πεθάνουμε;
ΟΜΗΡΟΣ: Για να πάμε στον Παράδεισο. Ο Άγγελος πήγε στον Παράδεισο αφού πέθανε.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ποιος το λέει αυτό.
ΟΜΗΡΟΣ: Έτσι έλεγαν. Έπειτα δεν μας μένει πολύς χρόνος, δεν θα προλάβουμε, είναι η μόνη μας επιλογή.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Κι αν δεν πέθανε;…
ΟΜΗΡΟΣ: Θα μας έδειχνε τον δρόμο, αυτός όμως δεν είπε τίποτα, αντίθετα μας άφησε να καταλάβουμε πως αυτός είναι ο συντομότερος και ο πιο σίγουρος δρόμος, αν τον είχαμε πάρει από την αρχή, τώρα θα ήμασταν εκεί.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Μένει σιωπηλός κοιτάζοντας μπρος. Σε λίγο σαν να μονολογεί): Πρέπει να φτιαχτούμε λίγο, να αλλάξουμε ρούχα, αυτά που φοράμε έχουν φθαρεί. Να αλλάξουμε συμπεριφορά, να βελτιώσουμε τη κορμοστασιά μας. Δεν ταιριάζει σε ανθρώπους με υψηλή καταγωγή να εμφανιστούνε σαν ζητιάνοι, αυτό θα κάνει άσκημη εντύπωση.
ΟΜΗΡΟΣ: Συμφωνείς κι εσύ πως…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Συνεχίζει το ίδιο): Πρέπει να πλυθούμε, να κάνουμε ένα καλό μπάνιο. Πρέπει να είμαστε πεντακάθαροι την ημέρα που θα μπούμε στον Παράδεισο!...
ΟΜΗΡΟΣ: Τότε είμαστε σύμφωνοι. Δεν απομένει παρά να βρούμε τον τρόπο που θα πεθάνουμε.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Το πλοίο όμως δεν έχει μπάνιο, δεν έχει ντους, όλα είναι κατεστραμμένα!...
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν έχει και μεγάλη σημασία αυτό, ο Θεός βλέπει!... Είναι κάτι που το θέλουμε μα δεν το μπορούμε!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Χαμένος επαναλαμβάνει μηχανικά): Είναι κάτι που το θέλουμε μα δεν μπορούμε…
ΟΜΗΡΟΣ: Ένα μόνο με απασχολεί μήπως αντί για τον Παράδεισο πάμε στη Κόλαση! Δεν είναι άλλωστε και τόσο άγια η ζωή που κάναμε…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν θα πάμε στην Κόλαση… Περάσαμε έναν μεγάλο Γολγοθά και εξαγνίσαμε τις αμαρτίες μας.
ΟΜΗΡΟΣ: Ναι έτσι είναι, εσύ το είχες πει άλλωστε… «Για να πάμε στον Παράδεισο πρέπει πρώτα να ανέβουμε τον Γολγοθά»… και εμείς τον ανεβήκαμε δεν είναι έτσι;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Μένει για λίγο σιωπηλός): Πως λες να το κάνουμε;
ΟΜΗΡΟΣ (Βγάζει το περίστροφο από την τσέπη του): Το είχε ξεχάσει στην κουπαστή και του το πήρα.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Μια στιγμή, να περιμένουμε και τον Μενέλαο.
ΟΜΗΡΟΣ: Και αν δεν θέλει;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έχουμε υποχρέωση να τον πείσουμε.
ΟΜΗΡΟΣ: Θα πειστεί όταν μας δει τελειωμένους, τότε θα αναγκαστεί να έρθει και αυτός, δεν θα έχει άλλη επιλογή.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Μένει και πάλι σκεφτικός): Ποιος θα πυροβολήσει πρώτος;
ΟΜΗΡΟΣ: Να ρίξουμε κλήρο.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Κάντο εσύ, σου έχω εμπιστοσύνη. Ρίξε κατευθείαν στην καρδιά... μετά στρέψ’ το στην δική σου.
ΟΜΗΡΟΣ: Και αν λιποψυχήσω;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έλα κάν’ το.
(Ο Όμηρος σημαδεύει).
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έλα πιο κοντά, πρέπει να γίνει με την πρώτη αλλιώς θα βασανιστούμε.
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν μπορώ τρέμει το χέρι μου.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Κάν’ το!
(Ο Όμηρος ακουμπάει το όπλο στην καρδιά του Χριστόφορου και κλείνει τα μάτια).
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Τέλειωνε, τι περιμένεις;
ΟΜΗΡΟΣ: Προσπαθώ!...
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Γιατί αργείς;… Πίεσε μόνο την σκανδάλη!
ΟΜΗΡΟΣ: Την πιέζω μα δεν κουνιέται.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Βάλε περισσότερη δύναμη.
ΟΜΗΡΟΣ: Βάζω όλη μου την δύναμη αλλά δεν γίνεται!...
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Με αφύσικη ψυχραιμία): Δώσ’ το σε εμένα, θα πάρω εγώ την θέση σου.
ΟΜΗΡΟΣ (Του το δίνει): Δεν ξέρω τι έπαθε!...
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Στάσου απέναντί μου. Άνοιξε τα πόδια σου και κρατήσου όρθιος. Θα φύγουμε περήφανοι από την ζωή. Θα δείξουμε ότι μας αξίζει ο Παράδεισος. Ψυχραιμία πυροβολώ… Εσύ ούτε το μπαμ δεν θα προλάβεις να ακούσεις!...
ΟΜΗΡΟΣ: Μη με πονέσεις σε παρακαλώ!...
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν θα καταλάβεις τίποτα, κλείσε τα μάτια… όταν τα ξανανοίξεις θα βρίσκεστε στον Παράδεισο!
(Ο Χριστόφορος προσπαθεί, ο Όμηρος αναπνέει δύσκολα, Ο Χριστόφορος καθυστερεί).
ΟΜΗΡΟΣ (Ανοίγει τα μάτια του): Φτάσαμε;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Που;
ΟΜΗΡΟΣ: Στον Παράδεισο!... (Κοιτάζει γύρω). Δεν βλέπω τίποτα, κι εδώ ομίχλη έχει; (Βλέπει τον Χριστόφορο). Έφερες μαζί σου το όπλο;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν πυροβόλησα.
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν πυροβόλησες;… (Προσπαθεί να καταλάβει). Και τότε πως ήρθαμε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν ήρθαμε… Άκουσες εσύ πυροβολισμό;
ΟΜΗΡΟΣ: Μου είπες πως δεν θα τον ακούσω…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Όταν πεθάνεις, εσύ όμως δεν πέθανες.
ΟΜΗΡΟΣ (Κοιτάζει πάλι γύρω του και συνειδητοποιεί πως είναι στο ίδιο μέρος): Τι έγινε, γιατί δεν πυροβόλησες; Ξέρεις πως δεν θα αντέξω δεύτερη φορά!...
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Κόλλησε το αναθεματισμένο, πιέζω με όλη μου την δύναμη και δεν κουνιέται η σκανδάλη, σκούριασε από την υγρασία και δεν λειτουργεί.
(Ο Μενέλαος έρχεται από την γέφυρα του πλοίου. Έχει και αυτός άσπρα γένια και μαλλιά και κατεβαίνει με κόπο τα σκαλιά. Το πρόσωπό του είναι σκαμμένο και γερασμένο, μόνο τα μάτια του θυμίζουν λίγο τον καχύποπτο και αρνητικό χαρακτήρα του).
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Κοφτά): Ο καπετάνιος και το πλήρωμα το ’σκασαν.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Σαν να ξυπνάει από λήθαργο): Τι είπες;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Δεν υπάρχει ψυχή στο πλοίο. Πήραν τις βάρκες και έφυγαν την νύχτα. Το καράβι είναι ακυβέρνητο! Είμαστε πάλι μόνοι στη μέση του πουθενά!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Γιατί το έκαναν αυτό;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Όταν τα ποντίκια καταλαβαίνουν πως το σκάφος βουλιάζει φεύγουν από αυτό.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Κι όμως άκουσα το πλοίο να σφυρίζει.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Εγώ το έκανα, για να τραβήξω την προσοχή τους. Έψαξα παντού, δεν υπάρχει ψυχή. Πήραν τα προσωπικά τους πράγματα και τις δυο βάρκες του πλοίου και το έσκασαν.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Δεν μπορεί να μας το έκαναν αυτό.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Το καράβι αυτό ήταν για φούντο. Ένα βράδυ που πλησίασα την γέφυρα τους άκουσα να καυγαδίζουν στην μοιρασιά…
ΟΜΗΡΟΣ: Ποια μοιρασιά;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Κάποιοι τους πλήρωσαν για να το πάνε στα βαθιά και να το φουντάρουν. Τότε δεν έδωσα σημασία, δεν μπορούσα να φανταστώ…
ΟΜΗΡΟΣ: Και τώρα τι κάνουμε;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Είμαστε και πάλι μόνοι, όπως τότε που βρεθήκαμε στην παγωμένη στέπα. Ταξιδεύουμε χωρίς μπούσουλα σε έναν άγνωστο, αφιλόξενο πλανήτη.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Έφερες τις σημειώσεις του Συνδέσμου, το σχεδιάγραμμα;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Πως σου ήρθε πάλι αυτό;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ο Σύνδεσμος μας εξηγούσε, χάραξε πάνω σε αυτά την πορεία.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ο Σύνδεσμος δεν ήταν ο Σύνδεσμος, ήταν και αυτός ένας απατεώνας.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Και η Ελένη;…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ήτανε κόρη του! Μας χρησιμοποίησαν για να τους βγάλουμε από το θηριοτροφείο.
ΟΜΗΡΟΣ: Κινδύνευε η ζωή τους.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Και όμως η Ελένη με αγαπούσε…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Σου την έφερε, Καζανόβα. Νόμιζε πως θα την πήγαινες στην Γη της Επαγγελίας και σου έκανε την ερωτευμένη. Αλήθεια πως κατάφερε να σε ξεγελάσει εσένα μια γυναίκα;
ΟΜΗΡΟΣ: Νομίζω πως δεν είναι σωστό να ξύνουμε παλιές πληγές.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Κι όμως αυτός ήτανε ο Σύνδεσμος, ήτανε ο άνθρωπος που έστειλε ο Άγγελος για να μας πάει στον Παράδεισο.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ήταν ένας γερο-ξεκούτης ένας μεθύστακας!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ήτανε ο Σύνδεσμος, αυτό δεν μπορείς να μου το ανατρέψεις. Μου είπε πράγματα για τον Άγγελο που μόνο ένας που τον έζησε μπορούσε να ξέρει.
ΟΜΗΡΟΣ: Ήτανε πατέρας της Ελένης αλλά ήτανε και ο Σύνδεσμος, το ένα δεν ανατρέπει το άλλο. Εκείνο που δεν ξέρουμε είναι αν ακολουθούσε ο καπετάνιος την πορεία που του έδειχνε το σχεδιάγραμμα.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Για ποιο σχεδιάγραμμα μιλάτε;…
ΟΜΗΡΟΣ: Για εκείνο που έδωσε ο Σύνδεσμος στον Χριστόφορο, χάραζε σε αυτό την πορεία που πρέπει να ακολουθήσουμε για να φτάσουμε στο νησί του Παραδείσου. Αυτό το σχεδιάγραμμα το έδωσε ο Χριστόφορος στον καπετάνιο, δεν είναι έτσι Χριστόφορε;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Τι παραμιλητά είναι αυτά;… Τα έχετε χάσει τελείως μου φαίνεται!
ΟΜΗΡΟΣ: Τότε γιατί μπήκαμε σε αυτό το καράβι;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Για να πάμε σε ένα νησί που ο καπετάνιος ήξερε πως υπάρχει μπόλικο χρυσάφι.
ΟΜΗΡΟΣ: Λάθος!... Γιατί να μας πάρει μαζί του και να μην πήγαινε μόνος αν ήξερε κάτι τέτοιο; Χάραξε πορεία για το νησί του Παραδείσου που υπήρχε στο σχεδιάγραμμα, δεν είναι έτσι Χριστόφορε;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Πανικόβλητος): Υπήρχε τέτοιο σχεδιάγραμμα, μίλα λοιπόν Χριστόφορε, υπήρχε;…
ΟΜΗΡΟΣ: Τι σου λέμε τόσην ώρα…
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και γιατί δεν ενημερώσατε και εμένα;
ΟΜΗΡΟΣ: Γιατί δεν σου έχουμε εμπιστοσύνη!...
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Μένει για λίγο σκεφτικός, μετά τρομάζει, εκτός εαυτού): Το πήρανε μαζί τους, γνωρίζουν που είναι το νησί και πάνε για εκεί, θα φτάσουν πριν από εμάς. Εμείς τώρα τι κάνουμε;
ΟΜΗΡΟΣ: Εμείς βρήκαμε τρόπο να φτάσουμε πριν από αυτούς.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ποιος είναι, γιατί δεν μου λέτε και εμένα;
ΟΜΗΡΟΣ (Δείχνει το όπλο που κρατάει ο Χριστόφορος): Με αυτό!... Μίλα και εσύ Χριστόφορε.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Πετάει το όπλο): Δεν μας βοηθάει αυτό, είναι άχρηστο.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Που το βρήκατε; Εγώ το είχα πετάξει, δεν δουλεύει πια.
ΟΜΗΡΟΣ: Τι θα κάνουμε Χριστόφορε, πως θα πάμε τώρα;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Αρχίζει να αντιλαμβάνεται και τρομάζει): Τι πάτε να κάνετε;
ΟΜΗΡΟΣ: Να φτάσουμε πριν από αυτούς στον Παράδεισο.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Πως;…
ΟΜΗΡΟΣ: Παίρνοντας τον πιο σύντομο δρόμο, αυτόν που πήρε και ο Άγγελος! Μίλα και εσύ Χριστόφορε, εξήγησέ του!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Κοιτάζει γύρω του να βρει κάτι που θα τους οδηγήσει στον θάνατο): Πρέπει να βρούμε κάποιο άλλο μέσο που θα μας οδηγήσει εκεί!...
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Είστε τρελοί, τι πέρασε από το σαλεμένο μυαλό σας;
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν σε υποχρεώνουμε να έρθεις και εσύ.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Και βέβαια δεν θα έρθω, δεν το έχω σκοπό…
ΟΜΗΡΟΣ: Αργά ή γρήγορα θα αναγκαστείς… Το πλοίο δεν θα κρατήσει πολύ, θα βουλιάξει…όμως τότε μπορεί να φτάσεις αργά, αφού θα έχουν πάει οι άλλοι.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Εγώ δεν θέλω να πεθάνω, δεν έκανα ολόκληρο ταξίδι για να…
ΟΜΗΡΟΣ: Είσαι γέρος Μενέλαε, μπορεί να πεθάνεις πριν βουλιάξει το καράβι, το έχεις σκεφτεί;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Ταραγμένος): Δεν είμαι γέρος εγώ!...
ΟΜΗΡΟΣ: Σε είδα την στιγμή που κατέβαινες τις σκάλες, κόντευες να κουτρουβαλιαστείς, δεν σε κρατούσαν τα πόδια σου. Είσαι γέρος και ανήμπορος, δεν θα αντέξεις για πολύ!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Φωνάζει με απόγνωση): Σατανάδες!!
ΟΜΗΡΟΣ (Κοιτάζει γύρω του ανήσυχος): Μου φαίνεται πως σκοτεινιάζει, έρχεται η νύχτα!... Κάνε κάτι Χριστόφορε!!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Αναφωνεί): Εύρηκα!!
ΟΜΗΡΟΣ: Τι;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα πέσουμε στην θάλασσα!
ΟΜΗΡΟΣ: Φοβάμαι το σκοτάδι!
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα πέσουμε τώρα πριν νυχτώσει.
ΟΜΗΡΟΣ: Κι αν δεν βουλιάξουμε και μείνουμε στον αφρό;…
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα δέσουμε από μια πέτρα στον λαιμό μας και θα πάμε στον πάτο.
ΟΜΗΡΟΣ: Στον πάτο είναι σκοτεινά και εγώ σου είπα πως φοβάμαι το σκοτάδι!...
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα έχουμε φτάσει στον Παράδεισο πριν το κορμί μας φτάσει στον πάτο.
ΟΜΗΡΟΣ: Και που θα βρούμε τις πέτρες, εδώ δεν υπάρχουν πέτρες.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Σε απόγνωση): Τι πάτε να κάνετε, που θα με αφήσετε εμένα;
ΟΜΗΡΟΣ: Έλα και εσύ μαζί μας.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (Αναφωνεί και πάλι): Εύρηκα!.. Εδώ είναι η παλιά άγκυρα του πλοίου. Θα τη κρατήσουμε και…
ΟΜΗΡΟΣ: Είναι σκουριασμένη, αν κόψουμε τα χέρια μας θα πάθουμε τέτανο!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Αυτό σε απασχολεί τώρα;…
(Μένουν για λίγο σκεφτικοί).
ΟΜΗΡΟΣ: Πως θα την σηκώσουμε είναι πολύ βαριά.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Θα δεθούμε με την αλυσίδα της και θα την σηκώσουμε όλοι μαζί.
ΟΜΗΡΟΣ: Θα τα καταφέρουμε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Είμαι σίγουρος πως θα τα καταφέρουμε.
ΟΜΗΡΟΣ (Με αγωνία): Να κάνουμε γρήγορα τότε… η ομίχλη πυκνώνει και όπου να ’ναι θα πέσει το σκοτάδι!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ (Σε πανικό): Σταθείτε!...
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ελάτε, ας αγκαλιαστούμε και να δεθούμε γερά με την αλυσίδα της άγκυρας. (Πλησιάζουν την άγκυρα και σηκώνουν την αλυσίδα. Κάνουν προσπάθεια να δεθούν). Προσέξτε μην αφήσετε μπόσικα!...
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Εμένα δεν μου αρέσει ο θάνατος από πνιγμό!
ΟΜΗΡΟΣ: Δεν έχεις δίκιο, είναι ο πιο γλυκός θάνατος, όταν τον δοκιμάσεις μια φορά θα θες να το ξανακάνεις.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Είστε σίγουροι πως θα βρούμε εκεί το χρυσάφι;
ΟΜΗΡΟΣ: Τα είπαμε αυτά δεν τα είπαμε;
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ: Ελάτε τώρα να πιάσουμε όλοι μαζί την άγκυρα και να την σηκώσουμε. (Σκύβουν και την πιάνουν σε τρία σημεία σε όλο το μήκος της). Και τώρα όλοι μαζί…Εεε οπ. (Την σηκώνουν). Κρατήστε την σφιχτά μην μας φύγει. Είστε έτοιμοι; Προχωράμε με πλάγια μικρά βήματα στην άκρη του πλοίου…Εμπρός μαρς, εν-δυο εν-δυο… (Προχωρούν σαν ένα σώμα, μοιάζουν με εξάποδο κάβουρα που περπατά όρθιος για να εντυπωσιάσει το ταίρι του. Φτάνουν στην άκρη). Και τώρα φίλοι ήρθε η μεγάλη στιγμή, σε λίγο θα περάσουμε την πύλη του Παραδείσου, όπου ο Άγγελος θα μας οδηγήσει στην απόλυτη ευτυχία, θα μας οδηγήσει εκεί όπου οι άνθρωποι δεν γερνάνε και δεν πεθαίνουν ποτέ, εκεί όπου παραμένουν για πάντα νέοι και ωραίοι, εκεί όπου δεν υπάρχουν κλέφτες και αστυνόμοι γιατί όλα είναι δωρεάν, γιατί τα σπίτια είναι ολόχρυσα, εκεί όπου θριαμβεύει ο έρωτας και κοπέλες λιγνές ψιλές και όμορφες μας προϋπαντούν σε κάθε μας βήμα…
(Τα φώτα χαμηλώνουν αργά, και η φωνή του Χριστόφορου σβήνει και χάνεται καθώς πέφτει η ΑΥΛΑΙΑ).

ΤΕΛΟΣ

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ - ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΟ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
Πλωτάρχου Μπλέσσα 7
ΠΕΙΡΑΙΑΣ 185 34
e-mail: georgiadistheatroyahoo.gr
ΤΗΛ. 210-4136673 κιν. 6936915300

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ


ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ

Το www.theaterinfo.gr είναι ένα website αφιερωμένο στο θέατρο. Τα πάντα για το ελληνικό και το παγκόσμιο θέατρο, μια δημιουργία του www.internetinfo.gr.

INTERNETINFO © ΘΕΑΤΡΟ INFO.GR