Θέατρο Info.gr . Τα πάντα για το θέατρο.

Το τέλος της νύχτας

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ - ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
Πλωτάρχου Μπλέσσα 7
ΠΕΙΡΑΙΑΣ 185 34
e-mail: georgiadistheatroyahoo.gr
ΤΗΛ. 210-4136673 κιν. 6936915300

ΓΙΑΝΝΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ


Πρόσωπα του έργου
ΜΥΡΤΩ (Ηλικιωμένη γυναίκα)
ΗΛΙΑΣ (Γέρος)
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ

Σε πέντε εικόνες

ΕΙΚΟΝΑ ΠΡΩΤΗ
(Ένας χώρος ανοιχτός που κάποτε μπορεί να ήταν σαλόνι παλιού αρχοντικού στην επαρχία. Από την εγκατάλειψη έχει γίνει ερείπιο. Οι σοβάδες σε πολλά σημεία έχουν πέσει και φαίνονται οι πέτρινοι ξεφτισμένοι τοίχοι. Σε μερικές γωνιές διακρίνουμε απομεινάρια τοιχογραφιών, αλλού σκαλίσματα γύψινα και ξύλινα που μαρτυρούν την παλιά του δόξα. Πολλά τζάμια είναι σπασμένα και έχουν καλυφθεί με χαρτόνια και σανίδες. Σε δύο εσοχές των τοίχων υπάρχουν δύο ανάκλιντρα. Κάποια ανοίγματα οδηγούν σε βεράντες και σε άλλα δωμάτια. Στο άνοιγμα του βάθους, που μοιάζει με χολ, μια σκάλα οδηγεί στο υπόγειο. Στους τοίχους κολλημένες αφίσες από παραστάσεις σε αρχαία και νεότερα θέατρα. Υπάρχουν ακόμα και φωτογραφίες σε κάδρα, όλες δείχνουν την ίδια ηθοποιό σε διαφορετικούς ρόλους, κυρίως κλασικούς. Στο δωμάτιο υπάρχει μια φοβερή ακαταστασία, έπιπλα και αντικείμενα αξίας με σκουπίδια, με στοίβες από εφημερίδες και περιοδικά. Δυο απλίκες σε δυο κολώνες του σαλονιού συγκρατούν δυο λάμπες πετρελαίου, η μία από αυτές φέγγει ελαφρά.
Από το άνοιγμα στο βάθος έρχεται η Μυρτώ. Είναι μια ηλικιωμένη γυναίκα διπλωμένη από το βάρος του χρόνου, φυσιογνωμία ευγενική, στα νιάτα της πρέπει να ήταν όμορφη. Στους ώμους της σηκώνει ένα γεμάτο σάκο, με πολύ κόπο καταφέρνει να τον φέρει μέσα. Ακουμπάει τον σάκο σε μια άκρη, μετά πηγαίνει στην λάμπα και δυναμώνει το φως. Τώρα βλέπουμε πως φοράει ένα καπέλο εποχής και ένα χοντρό γούνινο παλτό που την προφυλάσσει από το κρύο που τούτη την νύχτα είναι αρκετά τσουχτερό. Τα βγάζει και τα κρεμάει σε ένα σπασμένο καλόγερο. Από μέσα φοράει ρούχα που κάποτε ήταν της μόδας και είχαν αξία, τώρα όλα είναι σχισμένα και λερωμένα. Τρίβει τα χέρια της, τα φυσάει με τα χνώτα της να ζεσταθούν. Στη συνέχεια πηγαίνει γρήγορα και κουλουριάζεται κάτω από τα σκεπάσματα του δεξιού ανάκλιντρου. Στριφογυρίζει και προσπαθεί να ζεσταθεί.
Σε λίγο μια σκιά φαίνεται στην είσοδο να κινείται με προφύλαξη, σκοντάφτει όμως και κάνει θόρυβο. Η Μυρτώ τεντώνει τον λαιμό και προσπαθεί να ακούσει. Νέος θόρυβος).

ΜΥΡΤΩ (Κάθεται στο κρεβάτι τρομαγμένη): Ποιος είναι; (Αυτός μένει ακίνητος. Η Μυρτώ φωνάζει). Ποιος είναι εκεί; (Αυτός εξακολουθεί να στέκει ακίνητος. Η Μυρτώ παίρνει μια καραμπίνα που έχει δίπλα της). Μίλησε αλλιώς θα σε πυροβολήσω! (Αυτός στέκει άγαλμα). Σε πυροβολώ!...(Πυροβολεί. Ακούγεται εκκωφαντικός κρότος).
(Αυτός εξακολουθεί να μένει ασάλευτος. Σιωπή. Ξαφνικά σπαρακτική κραυγή. Ο Άγνωστος έρχεται μπροστά. Είναι ο Ηλίας, ένα άθλιο γεροντάκι με βρόμικα ρούχα και ανακατεμένα μαλλιά και γένια. Πέφτει στα γόνατα και σπαράζει από το κλάμα).
ΗΛΙΑΣ: Άτιμη με έφαγες μπαμπέσικα. (Ψάχνει το στήθος του). Με χτύπησες κατάστηθα.
ΜΥΡΤΩ (Τον πλησιάζει): Εσείς είστε; Πως βρεθήκατε εδώ;
ΗΛΙΑΣ: Πεθαίνω!... .Όχου μανούλα μου τι έπαθα!... Πάει η ζωή μου!... Αρχίζω να βλέπω αγγελάκια! Φεύγω, φεύγω για πάντα από την ζωή. Έχε γεια καημένε κόσμε, έχε για γλυκεία ζωή!...
ΜΥΡΤΩ: Για να δω που σας χτύπησα;
ΗΛΙΑΣ: Εδώ στη μέση στο στήθος.
ΜΥΡΤΩ (Τον ψάχνει): Μα δεν βλέπω τίποτα, ούτε αίματα υπάρχουν!...
ΗΛΙΑΣ: Πως δεν υπάρχουν, ψάξε καλά και θα τα βρεις.
ΜΥΡΤΩ: Ψάχνω μα δεν βλέπω την σφαίρα.
ΗΛΙΑΣ: Που να τη δεις, αφού χώθηκε μέσα στο κορμί μου. Όχου ο δύσμοιρος, και τώρα τι θα κάνω εγώ;
ΜΥΡΤΩ: Μην κάνετε έτσι κύριε….
ΗΛΙΑΣ: Ηλία με λένε, δεν είμαι κύριος. Είμαι ένας φτωχός, ένας κακομοίρης που ζω από τις ελεημοσύνες των άλλων, και τώρα πεθαίνω σαν το σκυλί στ’ αμπέλι.
ΜΥΡΤΩ: Εγώ δεν βλέπω να πεθαίνετε.
ΗΛΙΑΣ: Πως δεν βλέπεις; Δεν βλέπεις το αίμα που γέμισε το πάτωμα;
ΜΥΡΤΩ: Δεν βλέπω αίμα, δεν υπάρχει πουθενά αίμα.
ΗΛΙΑΣ: Δεν υπάρχει αίμα; Και εγώ πως νιώθω να αδειάζουν οι φλέβες μου;
ΜΥΡΤΩ: Είναι η ιδέα σας, ο φόβος σας σας κάνει να νομίζεται πως σας βρήκε η σφαίρα.
ΗΛΙΑΣ: Η σφαίρα με βρήκε, την ένιωσα. Μπήκε καυτή από μπροστά και βγήκε από πίσω. Αν ψάξεις θα βρεις τις τρύπες.
ΜΥΡΤΩ: Δεν υπάρχει καμία τρύπα. Η σφαίρα θα πέρασε δίπλα σας και θα χτύπησε στον τοίχο.
ΗΛΙΑΣ (Ξαφνικά αλλάζει διάθεση, το πρόσωπό του λάμπει): Λες αλήθεια!; (Ψάχνεται. Αφού βεβαιωθεί πως δεν χτυπήθηκε, αρχίζει να κάνει γρήγορες μετάνοιες, το μέτωπό του ακουμπάει στο πάτωμα και ξανά πάλι πάνω με τα χέρια προς τον ουρανό. Αυτό το επαναλαμβάνει πολλές φορές). Σε ευχαριστώ Θεούλη μου!... Σε ευχαριστώ Θεούλη μου!... (Όταν τελειώσει το τελετουργικό σηκώνεται πάνω, τεντώνει το κορμί του, ισιάζει τα ρούχα του και λέει με μεγάλη σοβαρότητα). Την σκαπούλαρα και αυτήν την φορά!...
ΜΥΡΤΩ: Γιατί κινδυνέψατε πολλές φορές;
ΗΛΙΑΣ: Εγώ;… Πως σου ήρθε πάλε αυτό;… Εγώ που με βλέπεις κυρία μου…αλλά ας αφήσουμε αυτήν την συζήτηση… Δεν νομίζεις πως πρέπει να ψάξουμε να βρούμε που πήγε η σφαίρα; Αυτό μπορεί να βοηθήσει και εσένα και την επόμενη φορά να σημαδεύεις κάνα μέτρο μακριά από αυτόν που θέλεις να πετύχεις.
ΜΥΡΤΩ: Δεν βλέπω να υπάρχει σφαίρα.
ΗΛΙΑΣ (Τρομαγμένος): Δεν βλέπεις;… Και τώρα τι κάνουμε;
ΜΥΡΤΩ: Θυμήθηκα πως το όπλο δεν έχει σφαίρες, είναι όπλο κρότου.
ΗΛΙΑΣ: Και τι θα πει αυτό;
ΜΥΡΤΩ: Τίποτα, και μη με πιέζεις σε παρακαλώ, δεν αντέχω στην πίεση. Το μυαλό μου είναι χαλασμένο και δεν θυμάμαι πολλά πράματα. Έχω πάθει αμνησία.
ΗΛΙΑΣ: Αμνησία;… Δεν ξέρω τι σημαίνει. Εσύ ξέρεις;
ΜΥΡΤΩ: Κάποιος μου την είπε και από τότε πότε πότε την θυμάμαι. Μου είπε και άλλη μια λέξη, αλλά αυτήν δεν την θυμήθηκα ποτέ.
ΗΛΙΑΣ: Και εγώ τι θα κάνω; Δεν θα πρέπει να ξέρω εγώ;
ΜΥΡΤΩ: Γιατί πρέπει να ξέρεις;
ΗΛΙΑΣ: Γιατίιι;… Έλα ντε γιατί;
ΜΥΡΤΩ (Τον κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω): Πως μπήκες μέσα;
ΗΛΙΑΣ: Από την πόρτα…. Ήταν ανοιχτή… Σε συμβουλεύω να μην το ξανακάνεις αυτό, είναι επικίνδυνο, κυκλοφορούν πολλοί κακοί άνθρωποι. (Κοιτάζει γύρω το σπίτι). Αν και σε αυτήν την ερημιά κανείς δεν θα πίστευε πως υπάρχει σπίτι. Είναι τόσο καλά κρυμμένο από τα δέντρα και τους θάμνους…
ΜΥΡΤΩ: Εσύ πως το βρήκες;
ΗΛΙΑΣ: Εγώ…να…το βρήκα. Σε παρακολουθούσα από καιρό, ερχόσουν στα λημέρια μας και.... Έλεγα γιατί;… μια τόσο σπουδαία κυρία, μια αρχόντισσα, να ξεπέφτει τόσο χαμηλά; Με έτρωγε η περιέργεια.
ΜΥΡΤΩ: Να μην είσαι τόσο περίεργος. Σε πληροφορώ πως αν ήρθες να κλέψεις, εδώ μέσα δεν υπάρχει κάτι που να σε ενδιαφέρει, κάτι που να έχει αξία χρηματική. Αν υπάρχουν μερικά αντικείμενα έχουν μόνο αξία συναισθηματική.
ΗΛΙΑΣ: Πως το είπες αυτό;
ΜΥΡΤΩ: Ποιο;
ΗΛΙΑΣ: Να, που υπάρχουν πράγματα με αξία… εσύ το είπες.
ΜΥΡΤΩ: Αυτά τα αντικείμενα δεν είναι για σένα, δεν βγάζουν λεφτά.
ΗΛΙΑΣ: Και που το ξέρεις;
ΜΥΡΤΩ: Το ξέρω, είναι καθαρά προσωπικά. Πολλά από αυτά ενώνουν την μνήμη μου με το παρελθόν.
ΗΛΙΑΣ: Το βλέπεις λοιπόν, μπορεί να είναι αντίκες, και ξέρεις τι πιάνουν την σήμερον ημέρα οι αντίκες; Άσε με να στα πουλήσω και σου υπόσχομαι να σου δώσω τα μισά.
ΜΥΡΤΩ: Δεν με κατάλαβες, δεν έχω ανάγκη από λεφτά.
ΗΛΙΑΣ: Έχεις πολλά ε;
ΜΥΡΤΩ: Δεν έχω πιάσει ποτέ στα χέρια μου λεφτά. Το μυαλό μου μέχρι εκεί που θυμάται δεν μου έχει δείξει λεφτά.
ΗΛΙΑΣ: Και οι λίρες;
ΜΥΡΤΩ: Ποιες λίρες.
ΗΛΙΑΣ: Αυτές που έχεις κρυμμένες στα σεντούκια.
ΜΥΡΤΩ: Δεν έχω σεντούκια.
ΗΛΙΑΣ: Λένε πως έχεις πάνω από δέκα τενεκέδες λίρες.
ΜΥΡΤΩ: Ποιος το λέει;
ΗΛΙΑΣ: Η παρέα, σε έχουν βάλει από καιρό στο μάτι.
ΜΥΡΤΩ: Ποιοι είναι αυτοί;
ΗΛΙΑΣ: Είναι κακοί άνθρωποι, μπορεί να σου κάνουν κακό. Μπορεί να σε βασανίσουν για να τους πεις την κρυψώνα που τα φυλάς. Γι αυτό καλό θα είναι να το πεις σε μένα για να γλιτώσεις.
ΜΥΡΤΩ: Μα σου είπα δεν έχω λίρες.
ΗΛΙΑΣ: Α!... (Σκέπτεται, παρακολουθεί ένα γύρω το σπίτι. Της μιλάει απότομα για να την αιφνιδιάσει). Και αυτές οι πόρτες που βγάζουν;
ΜΥΡΤΩ: Σε διάφορα δωμάτια,
ΗΛΙΑΣ: Και αυτή η σκάλα;
ΜΥΡΤΩ: Στο υπόγειο.
ΗΛΙΑΣ: Εκεί τις έχεις κρυμμένες;
ΜΥΡΤΩ: Ποιες;
ΗΛΙΑΣ: Τις λίρες;
ΜΥΡΤΩ: Άντε πάλι με τις λίρες.
ΗΛΙΑΣ: Μπορώ να κατέβω να ρίξω μια ματιά;
ΜΥΡΤΩ: Είναι κλειδωμένο.
ΗΛΙΑΣ: Θα μου δώσεις το κλειδί.
ΜΥΡΤΩ: Όχι.
ΗΛΙΑΣ: Γιατί;
ΜΥΡΤΩ: Γιατί εκεί μέσα δεν μπορεί να μπει κανείς.
ΗΛΙΑΣ: Εδώ είμαστε λοιπόν… βρήκαμε το μέρος που τις φιλάς. Για να είναι κλειδωμένο εκεί τις έχεις τις λίρες.
ΜΥΡΤΩ: Σου είπα δεν έχω λίρες.
ΗΛΙΑΣ: Άκουσε, εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους, πρέπει να μου έχεις εμπιστοσύνη.
ΜΥΡΤΩ: Δεν υπάρχει κάτι που να σε ενδιαφέρει.
ΗΛΙΑΣ: Ας το δω εγώ και θα σου πω αν με ενδιαφέρει.
ΜΥΡΤΩ: Δεν μπορείς να το δεις. Εκεί μέσα βρίσκεται όλη η ιστορία της ζωής της, η ιστορία του θεάτρου. Ένας μεγάλος θησαυρός που κάποτε θα πάει στο θεατρικό μουσείο.
ΗΛΙΑΣ: Και γιατί να πάει στο… εκεί τέλος πάντων που είπες και να μην μείνει εδώ. Μπορεί να θέλουμε και εμείς να τον βλέπουμε.
ΜΥΡΤΩ: Δεν μπορείς.
ΗΛΙΑΣ: Και γιατί παρακαλώ;
ΜΥΡΤΩ: Δεν μου εμπνέεις εμπιστοσύνη.
ΗΛΙΑΣ: Και αν σου εμπνεύσω;…
ΜΥΡΤΩ: Τότε μπορεί…
ΗΛΙΑΣ (Πετιέται επάνω και αρχίζει να κινείται νευρικά γύρω από την Μυρτώ): Είναι μεγάλος ο θησαυρός ε;
ΜΥΡΤΩ: Πολύ μεγάλος.
ΗΛΙΑΣ (Δίνει έναν πήδο, μα συγκρατιέται): Είναι πάνω από δέκα τενεκέδες;… Είναι είκοσι;
ΜΥΡΤΩ: Δεν είναι τενεκέδες.
ΗΛΙΑΣ: Τι είναι κιούπια; Ακόμα καλύτερα, θα είναι μεγάλα τότε, σαν και εκείνα τα αρχαία. Είχα δει κάποτε που έβγαζαν τέτοια από τον βυθό της θάλασσας. (Δίνει έναν ακόμα πήδο, μεγαλύτερο αυτήν την φορά) Ο όπα!... (Αρπάζει τα μπούτια του για να τα συγκρατήσει και σφίγγει τα δόντια για να μην εκδηλώσει τον ενθουσιασμό του).
ΜΥΡΤΩ: Είναι χύμα.
ΗΛΙΑΣ: Πως χύμα, έτσι πεταμένες στο πάτωμα;
ΜΥΡΤΩ: Άλλα είναι σε μπαούλα, άλλα σε κρεμάστρες.
ΗΛΙΑΣ: Οι λίρες;…
ΜΥΡΤΩ: Άλλα στημένα. Μερικά τοποθετημένα πάνω σε ράφια και τραπέζια.
ΗΛΙΑΣ: Ποια τα κιούπια;
ΜΥΡΤΩ: Δεν υπάρχουνε κιούπια σου είπα.
ΗΛΙΑΣ: Δεν έχει σημασία, εκείνο που μετράει είναι πως ο θησαυρός είναι μεγάλος, δεν είναι έτσι;
ΜΥΡΤΩ: Πολύ μεγάλος.
ΗΛΙΑΣ: Και έχει μεγάλη αξία.
ΜΥΡΤΩ: Πολύ μεγάλη.
ΗΛΙΑΣ (Αρχίζει ασυγκράτητος αυτή την φορά να δίνει πήδους ασυνήθιστους για την ηλικία του και να τρέχει σε όλο το δωμάτιο): Όχου μανούλα μου, δεν μπορώ να κρατηθώ άλλο!
ΜΥΡΤΩ: Τι έχεις πάθει, δεν είσαι καλά;
ΗΛΙΑΣ: Λέγε λέγε εσύ… μην δίνεις σημασία τι κάνω εγώ… εγώ όταν ενθουσιάζομαι το ρίχνω λίγο στον χορό! Πες μου κι άλλα για τον θησαυρό, θα σου κάνει καλό. Έχεις κάποια μυστικά και πρέπει σε κάποιον να τα πεις. Να με, εγώ εδώ, μπροστά σου. Πες τα μου να ξαλαφρώσεις. Όσο τα κρατάς μέσα σου μπορεί να σε βλάψουν. Είχα ακούσει κάποιον σπουδαίο που έλεγε, πως τα μυστικά είναι σαν καρφιά, αν δεν τα βγάλεις προς τα έξω μπορούν να σε καρφώσουν. Όχι σε πολλούς, όχι σε άλλους, μόνο σε μένα. Πες τα μου να φύγει το βάρος από την ψυχή σου. (Πέφτει στα γόνατα και κάνει μετάνοιες), Να, σου κάνω όρκο πως δεν θα το πω σε κανένα. Αν όμως δεν θυμάσαι τι έχεις εκεί κάτω, δώσ’ μου το κλειδί να πάω εγώ να βάλω κάποια τάξη.
ΜΥΡΤΩ: Σταμάτα να μιλάς συνέχεια, το μυαλό μου είναι άρρωστο, δεν μπορώ να σε ακούω, δεν μπορώ να σε παρακολουθήσω.
ΗΛΙΑΣ (Συγκρατημένα): Εγώ για το καλό σου σου τα λέω. Καλά λοιπόν ας τα αφήσουμε, θα με πας κάτω αργότερα, όταν θα είσαι έτοιμη δεν είναι έτσι;…(Η Μυρτώ δεν απαντά, έχει στυλώσει τα μάτια της στο κενό. Παύση). Τι έκανες πριν…Πριν έρθεις εδώ;
ΜΥΡΤΩ (Χάνεται): Πριν;… Δεν υπάρχει πριν, εκεί σταματούν τα τελευταία σύνορα του νου μου. Από εκει και πέρα ένα αδιαπέραστο μαύρο σκοτάδι, πηχτό σαν πίσσα, τίποτα δεν ζει εκεί. Είναι η μεγάλη μαύρη τρύπα που όλα τα ρουφάει και τα χωνεύει. Είναι το όριο του χώρου και του χρόνου που σιγά σιγά τρώει την μνήμη μου.
ΗΛΙΑΣ (Την παρακολουθεί με ένταση και προσπαθεί να καταλάβει): Δεν καταλαβαίνω γρι… Αρχίζεις να με τρομάζεις! Γιατί βγαίνεις μόνο τις νύχτες; Τι ψάχνεις να βρεις στα σκουπίδια; Σε παρακολουθώ κάθε βράδυ να πηγαίνεις στους σκουπιδότοπους και να χώνεσαι μέσα στα σκουπίδια σαν τα λιμασμένα σκυλιά. Τι ψάχνεις να βρεις;
ΜΥΡΤΩ (Συνεχίζει να είναι φευγάτη): Πηγαίνω εγώ στα σκουπίδια;
ΗΛΙΑΣ: Έλα τώρα, τρελό θα με βγάλεις;
ΜΥΡΤΩ: Εγώ είμαι μία κυρία αγαπητέ μου και δεν σου επιτρέπω να με προσβάλεις.
ΗΛΙΑΣ: Τώρα δηλαδή… στα αλήθεια… θέλεις να πιστέψω πως δεν είσαι εσύ που κουβαλάς τους σάκους από τα σκουπίδια;…
ΜΥΡΤΩ: Πίστεψε ότι θέλεις, δεν θέλω μέσα σε αυτό το σπίτι, σε αυτό το αρχοντικό, να συμπεριφέρεσαι σαν χωριάτης. Σε αυτό το σπίτι μπαίνουν μόνο άξιοι άνθρωποι από τον χώρο τον καλλιτεχνικό, τον πολιτικό, τον πνευματικό, και τιμούν με την παρουσία τους τους οικοδεσπότες. Εδώ γίνονται σεμινάρια, αναγνώσεις νέων θεατρικών έργων, παρουσιάσεις νέων και παλιών ποιητών. Μια τέτοια νύχτα θα γίνει η επιλογή του νέου θεατρικού έργου που θα ανεβάσω στο θέατρό μου. Η επιλογή είναι δύσκολη, τα έργα πολλά και όλοι περιμένουν την δική μου απόφαση. Πρέπει να τελειώνουμε γιατί το έργο που τώρα παίζουμε αρχίζει να κάνει κοιλιά. Αύριο κιόλας πρωί πρωί θα γίνει ανάγνωση του καινούριου και αμέσως αρχίζουν οι πρόβες. Σε παρακαλώ πήγαινε να ανάψεις και την άλλη λάμπα για να έχουμε περισσότερο φως. Δεν θα δεχτώ τους καλεσμένους μου στα σκοτάδια.
ΗΛΙΑΣ (Τα έχει χαμένα): Ναι…ναι να πάω. (Τρέχει σκουντουφλώντας). Αυτήν την λάμπα λες;
ΜΥΡΤΩ: Αυτήν.
ΗΛΙΑΣ: Και πως την ανάβεις, βγάζεις το λαμπόγυαλο και ανάβεις το φυτίλι;
ΜΥΡΤΩ: Και βέβαια, τόσο χαζός είσαι, ακόμα δεν έμαθες να ανάβεις μια λάμπα;
ΗΛΙΑΣ: Δεν έχω ξανανάψει τέτοιες…(Ανάβει το φυτίλι). Άναψα το φυτίλι, τώρα βάζω το λαμπόγυαλο στην θέση του;
ΜΥΡΤΩ: Μη με απασχολείς σε παρακαλώ, τώρα σκέφτομαι.
ΗΛΙΑΣ (Έρχεται μπροστά): Και πότε θα έρθουν οι καλεσμένοι.
ΜΥΡΤΩ: Σύντομα, έπρεπε να είχαν φτάσει.
ΗΛΙΑΣ: Έξω άρχισε να βρέχει, θα δυσκολευτούν να φτάσουν μέχρις εδώ.
ΜΥΡΤΩ: Δεν έρχονται με τα πόδια αυτοί, έχουν τις κούρσες τους, έχουν τους σοφέρ τους.
ΗΛΙΑΣ: Θα κολλήσουν στη λάσπη.
ΜΥΡΤΩ (Αυστηρά): Σταμάτα να είσαι πνεύμα αντιλογίας.
ΗΛΙΑΣ (Μαζεύεται): Εγώ δεν… εγώ μόνο…
ΜΥΡΤΩ: Δεν σε αφορούν οι λεπτομέρειες. Κάνε μόνο αυτά που σε διέταξα και για τα άλλα βρίσκομαι εγώ εδώ.
ΗΛΙΑΣ: (Πειθήνια) Όπως διατάξετε. Έλεγα μήπως…
ΜΥΡΤΩ: Έλεγες έλεγες… Τι έλεγες; Πες το να τελειώνουμε.
ΗΛΙΑΣ: Να… μήπως θα έπρεπε να μαζέψουμε μερικά πράγματα που..
ΜΥΡΤΩ: Ποια πράγματα, τι να μαζέψουμε; Μίλα επιτέλους καθαρά!
ΗΛΙΑΣ: Δεν θα έπρεπε να καθαρίσουμε λίγο, πως θα υποδεχτούμε αυτούς τους κυρίους;
ΜΥΡΤΩ (Κοιτάζει γύρω το σαλόνι με προσοχή): Δεν βλέπω να υπάρχει κάποια ακαταστασία, όλα είναι στην θέση τους, και το σαλόνι είναι πεντακάθαρο.
ΗΛΙΑΣ (Κοιτάζει και αυτός ένα γύρω τον χώρο): Για να το λέτε εσείς κάτι θα ξέρετε. Εγώ δεν έτυχε να κάνω τέτοια σουαρέ!... (Τρομάζει με την λέξη, την θεωρεί πρόστυχη). Με συγχωρείται εγώ δεν χρησιμοποιώ πρόστυχες λέξεις, τώρα πως μου ήρθε… Ζητώ χίλια συγνώμη!
ΜΥΡΤΩ: Ο σκηνοθέτης θα κάτσει εδώ, ο παραγωγός εκεί, ο συγγραφέας και οι υπόλοιποι ηθοποιοί… Εγώ;… θα κάτσω σε αυτήν την πολυθρόνα, μπροστά από όλους. Απόψε έχουμε πρόβα τζενεράλε, πρέπει να είμαστε συγκεντρωμένοι, να έχουμε κουρδίσει στην εντέλεια το νευρικό μας σύστημα. (Αρχίζει να απαγγέλλει ένα απόσπασμα από την Ηλέκτρα του Σοφοκλή).
Ώ άγιο φως τουρανού
Και συ αγέρα, που ολόγυρα ζώνεις την γη,
Πόσες μ’ άκουσες, πόσες φορές…
(Αρχίζει να μπερδεύει τα λόγια της, μιλάει ακαταλαβίστικα). «…πόσες φορές… πόσες μ’ άκουσες… πόσες… πόσες…»
ΗΛΙΑΣ (Στέκει χαμένος, μπερδεμένος και μαγεμένος): Σταμάτα σε παρακαλώ, τι σε έχει πιάσει; Δεν είναι σοβαρά πράματα αυτά!
ΜΥΡΤΩ: Είναι θέατρο αγαπητέ μου, δεν έχεις πάει ποτέ σου θέατρο.
ΗΛΙΑΣ: Όχι…δεν έτυχε.
ΜΥΡΤΩ: Κρίμα, θα φύγεις από την ζωή χωρίς να νιώσεις την κάθαρση, που μόνο οι τέχνες μπορούν να προσφέρουν στον άνθρωπο και να καθαρίσουν την ψυχή του από τα πολλά σκουπίδια που μαζεύει καθημερινά. Μια από τις σπουδαιότερες τέχνες είναι και η τέχνη του θεάτρου που μπορεί άμεσα να εισχωρήσει στην ανθρώπινη ψυχή και να την λυτρώσει από το καθημερινό άγος.
ΗΛΙΑΣ: Δεν καταλαβαίνω λέξη από όσα μου λες, όμως και εγώ έχω δει κάτι, κάτι πολύ σπουδαίο που δεν το είδες εσύ.
ΜΥΡΤΩ: Μπα;… Και τι είναι αυτό;
ΗΛΙΑΣ: Είδα κάποτε έναν μάγο που είχε στήσει τον πάγκο του στην μέση του δρόμου και έκανε μαγικά!... Σταματούσε τους περαστικούς και μέχρι να καταλάβουν τι συμβαίνει έβγαζε αυγά από το στόμα τους. Σε άλλους από την τσέπη, σε άλλους από τις μασχάλες. Σε μερικούς μάλιστα έβγαζε αυγά και από τον πισινό τους. Ένα, δύο, τρία όσα του ζητούσαν. Τα αυγά αυτά που έβγαζε από τον καθένα τα έριχνε σε ένα τηγάνι που έκαιγε δίπλα του και στο πι και φι τα τηγάνιζε… Μετά τα έβαζε τηγανισμένα σε ένα πιάτο και τους τα σερβίριζε… Κόσμος και ντουνιάς είχε μαζευτεί στον μάγο και έτρωγαν τα αυγά τους. Στο τέλος δεν κρατήθηκα και πήγα και εγώ να μου γεννήσει αυγά. Όταν τα έφαγα ξετρελάθηκα με την νοστιμιά τους, ήταν φρεσκότατα και πολύ μεγάλα! Πιστεύω πως είμαι ένας πολύ τυχερός άνθρωπος που είδα κάτι τόσο σπουδαίο στην ζωή μου! Όσοι δεν έτυχε να το δουν, θα φύγουν από την ζωή με μεγάλο έλλειμμα, γιατί δεν θα έχουν απολαύσει τα αυγά εκείνου του μεγάλου μάγου!
(Ο Ηλίας μετά από αυτήν την αντεπίθεση απέκτησε πάλι τη αυτοπεποίθηση του. Τώρα νιώθει και αυτός σπουδαίος. Τεντώνει τον λαιμό του και με τα χέρια στις τσέπες περιφέρεται μπροστά της προκλητικά. Πηγαίνει στις στοίβες με τα περιοδικά και ξεφυλλίζει μερικά).
ΗΛΙΑΣ: Ποια είναι αυτή η γυναίκα που έχουν τα περιοδικά; Μοιάζει πολύ με αυτές που έχεις κολλημένες στον τοίχο.
ΜΥΡΤΩ: Δεν την αναγνωρίζεις;
ΗΛΙΑΣ (Κοιτάζει μια την Μυρτώ μια τις φωτογραφίες): Όχι, δεν έτυχε να έχω παρτίδες με τέτοιες γυναίκες.
ΜΥΡΤΩ: Είναι μια πολύ μεγάλη ηθοποιός, τόσο μεγάλη που το θέατρο θα κάνει πολλά χρόνια ακόμα να βρει αντικαταστάτρια.
ΗΛΙΑΣ: Και όλα αυτά τα περιοδικά και οι εφημερίδες έχουν φωτογραφίες της;
ΜΥΡΤΩ: Αν και πέρασαν πολλά χρόνια από την εξαφάνισή της, ο τύπος εξακολουθεί να ασχολείται μαζί της. Αυτό δείχνει πόσο σπουδαία ήταν.
ΗΛΙΑΣ: Και στον σάκο που έφερες σήμερα, πάλι περιοδικά έχεις;
ΜΥΡΤΩ: Ναι, μα δεν γράφουν πια για την Πολύμνια!... Τελευταία πολύ σπάνια αναφέρονται σε αυτήν. Οι νεότεροι δεν την γνώρισαν, οι παλαιότεροι έπαψαν να την θυμούνται! Αυτό είναι αχαριστία γιατί τους χάρισε σπάνιες στιγμές θεατρικής τέχνης!
ΗΛΙΑΣ: Και εσύ την γνώριζες;
ΜΥΡΤΩ (Μένει για λίγο σκεπτική): Σε παρακαλώ ας σταματήσουμε εδώ, είμαι πολύ κουρασμένη. Η προσπάθεια να θυμηθώ κάποια πράματα με εξάντλησε. Μπορείς να πηγαίνεις τώρα, είναι αργά, μια άλλη φορά θα το συζητήσουμε.
ΗΛΙΑΣ (Ξαφνιάζεται): Που να πάω, έξω βρέχει και κάνει παγωνιά.
ΜΥΡΤΩ: Δεν ξέρω, εκεί που πηγαίνεις κάθε φορά.
ΗΛΙΑΣ: Δεν έχω μόνιμο στέκι, κοιμάμαι όπου βρω άδειο παγκάκι.
ΜΥΡΤΩ: Και σήμερα κάτι θα βρεις.
ΗΛΙΑΣ: Θα σε πείραζε να κουρνιάσω τούτη την νύχτα εδώ, σε μια γωνιά; Σου υπόσχομαι πως δεν θα σε ενοχλήσω καθόλου. Εγώ κοιμάμαι σαν πουλάκι.
ΜΥΡΤΩ: Δεν ξέρω, είμαι πολύ κουρασμένη και δεν μπορώ να σκεφτώ.
ΗΛΙΑΣ: Άσε με να κοιμηθώ και εγώ θα σε βοηθήσω σε ότι μου ζητήσεις.
ΜΥΡΤΩ: Καλά κοιμήσου, όμως θα σηκωθείς πρωί πρωί και θα φύγεις.
ΗΛΙΑΣ (Τρέχει και τις φυλάει τα χέρια): Σε ευχαριστώ, σε ευχαριστώ. Θα κουρνιάσω στην γωνιά και δεν θα βγάλω άχνα. Θα είναι σαν να μην υπάρχω καθόλου. (Πηγαίνει αριστερά κοντά στο τοίχο) Να εδώ λέω, καλά δεν είναι; Να δεις που δεν θα σε ενοχλήσω καθόλου. Μήπως έχεις κάτι να βάλω από κάτω, καμιά κουβέρτα να σκεπαστώ; (Η Μυρτώ δεν απαντά, ζαλίζεται και κάθεται σε μια καρέκλα). Βλέπω πως έχεις δύο κρεβάτια, σίγουρα στο ένα θα κοιμάσαι εσύ, στο άλλο όμως… θα σε πείραζε να κοιμηθώ εγώ; (Η Μυρτώ δεν απαντά, έχει λιποθυμήσει. Τώρα την βλέπει). Τι έχεις, δεν είσαι καλά; (Πηγαίνει κοντά της και την κουνάει). Κυρία Μυρτώ, κυρία Μυρτώ, τι έπαθες; (Γονατίζει και τις πιάνει τα χέρια) Είναι παγωμένη! Έχει γούστο!... (Τρομάζει. Σηκώνεται και κάνει το γύρω του σπιτιού). Αν με βρουν εδώ θα πουν πως εγώ… Όχου που έμπλεξα πάλι! Πρέπει να του δίνω όσο είναι καιρός. (Πηγαίνει στην έξοδο και κάνει να βγει. Επιστρέφει). Αν έχω αφήσει τα αποτυπώματά μου θα με ανακαλύψουν και θα με στήσουν στα τρία μέτρα. Πρέπει να τα σκουπίσω!... Αυτό μου το είπε ένας συνάδελφος που διαβάζει αστυνομικά βιβλία! Να πάρω ένα πανί και να σκουπίσω ότι έπιασα. Τι έπιασα όμως, που να θυμάμαι όλα τα σημεία που έπιασα!... Αρχίζω να ζαλίζομαι!... Γιατί θεούλη συνέχεια τα βάζεις μαζί μου, εγώ δεν έκανα κανένα κακό, μερικές μικροκλεψιές έχω κάνει; Δεν έχω σκοτώσει ούτε μύγα. Μάλιστα όταν οι άλλοι σηκώνουν τις χερούκλες τους και τις λιώνουν εγώ τους κάνω την παρατήρηση. Και μόνο για αυτό θα έπρεπε να παραβλέψεις κάποια στραβοπατήματά μου.
ΜΥΡΤΩ (Συνέρχεται): Ποιος είναι εδώ;
ΗΛΙΑΣ (Τινάζεται): Ορίστε;!
ΜΥΡΤΩ: Είναι κανείς εδώ;
ΗΛΙΑΣ (Τρέχει κοντά της και αναλύεται σε λυγμούς): Είσαι ζωντανή κυρά μου;
ΜΥΡΤΩ (Τον κοιτάζει περίεργα): Ποιος είσαι εσύ;
ΗΛΙΑΣ: Εγώ είμαι, δεν με βλέπεις;
ΜΥΡΤΩ: Είσαι αυτός;
ΗΛΙΑΣ: Ναι αυτός, ο Ηλίας.
ΜΥΡΤΩ: Ήρθες να με πάρεις; Δεν είμαι έτοιμη ακόμα!...
ΗΛΙΑΣ: Να σε πάρω; Και που να σε πάω;
ΜΥΡΤΩ (Απλώνει τα χέρια της σαν να τον διώχνει): Φύγε…Φύγε μακριά μου! Δεν σε θέλω, δεν θα έρθω μαζί σου! Γιατί με κυνηγάς; Άφησέ με ήσυχη! Εγώ είμαι μικρή ακόμα, είμαι παιδούλα, δεν πάω με αγνώστους. Αν δεν φύγεις αμέσως θα φωνάξω την μαμά μου, και αυτή δεν αστειεύεται. Σηκώνει την σκούπα και βαράει, βαράει άσκημα. Μην με πλησιάζεις το καλό που σου θέλω!... (Κραυγή παιδούλας) Μαμάα!!
ΗΛΙΑΣ (Απομακρύνεται από κοντά της): Δεν καταλαβαίνω τι γίνεται εδώ!
ΜΥΡΤΩ: Η μαμά μου είναι σπουδαία γυναίκα. Η μαμά μου είναι όμορφη, όλη την γυροφέρνουν, αλλά αυτή σηκώνει την σκούπα και φλάπ!...
ΗΛΙΑΣ: Κυρία Μυρτώ, Κυρά μου, τι σου συμβαίνει;
ΜΥΡΤΩ (Με φωνή παιδούλας): Είδες την μαμά μου;
ΗΛΙΑΣ: Όχι που να την δω;
ΜΥΡΤΩ: Θα είναι στο κήπο, θα μαζεύει κίτρινα τριαντάφυλλα. Σου αρέσουν τα κίτρινα τριαντάφυλλα;
ΗΛΙΑΣ (Τα έχει χαμένα): Δεν ξέρω! Εγώ…
ΜΥΡΤΩ: Θα σου αρέσουν. Πήγαινε πες της να σου τα δώσει και να μου τα φέρεις.
ΗΛΙΑΣ: Ποια;…
ΜΥΡΤΩ: Τα τριαντάφυλλα. Είναι στον κήπο η μαμά μου σου είπα και τα κόβει.
ΗΛΙΑΣ: Μέσα στην νύχτα;
ΜΥΡΤΩ (Κοιτάζει έξω. Μένει για λίγο με το βλέμμα καρφωμένο στο παράθυρο): Δεν είμαι καλά, όλα γύρω μου γυρίζουν!...
ΗΛΙΑΣ (Πηγαίνει κοντά της και την σηκώνει): Έλα κυρά μου να σε πάω στο κρεβάτι σου, να ξεκουραστείς, και όλα το πρωί θα αλλάξουν. (Την πηγαίνει στο κρεβάτι της και την σκεπάζει με φροντίδα. Μετά σβήνει την μία λάμπα και χαμηλώνει την άλλη).

ΕΙΚΟΝΑ ΔΕΥΤΕΡΗ
(Η επόμενη νύχτα. Σκηνικό το ίδιο. Η Μυρτώ είναι καθισμένη ανάμεσα σε στοίβες από εφημερίδες και περιοδικά και τα ξεφυλλίζει. Ο Ηλίας στέκει στην είσοδο και την παρακολουθεί. Η Μυρτώ τον αντιλαμβάνεται).

ΜΥΡΤΩ: Είσαι ώρα εδώ;
ΗΛΙΑΣ: Μόλις μπήκα.
ΜΥΡΤΩ: Δεν σε άκουσα.
ΗΛΙΑΣ: Σκέφτηκα μήπως κοιμάσαι και δεν έκανα θόρυβο.
ΜΥΡΤΩ: Άλλη φορά να χτυπάς την πόρτα.
ΗΛΙΑΣ: Με συχωρείς…
ΜΥΡΤΩ: Θέλεις τίποτα;
ΗΛΙΑΣ: Πέρασα να δω πως είσαι;
ΜΥΡΤΩ: Καλά είμαι.
ΗΛΙΑΣ: Χτες ήσουνα λίγο αδιάθετη.
ΜΥΡΤΩ: Τώρα είμαι καλά.
ΗΛΙΑΣ (Αμήχανα): Δεν βγήκες έξω απόψε.
ΜΥΡΤΩ: Δεν βγήκα.
ΗΛΙΑΣ: Πρώτη φορά που δεν βγαίνεις.
ΜΥΡΤΩ: Πρώτη…
ΗΛΙΑΣ: Εγώ σε δικαιολογώ. Με τέτοιο ψόφο που κάνει απόψε έκανες καλά που δεν βγήκες.
ΜΥΡΤΩ: Δεν είχα λόγο να βγω.
ΗΛΙΑΣ: Βέβαια πολλές φορές έβγαινες και με χιόνι, αλλά αν θέλεις την γνώμη μου, αυτό ήταν απερισκεψία.
ΜΥΡΤΩ: Δεν έχω πια λόγω να ξαναβγώ…
ΗΛΙΑΣ: Πολύ καλά θα κάνεις να μην ξαναβγείς νύχτα. Έπειτα δεν υπάρχουν πια περιοδικά και εφημερίδες, έχει έρθει στην περιοχή μας μια παρέα χαρτοσυλλέκτες και έχουν πέσει σαν ακρίδες στα χαρτιά και τα εξαφανίζουν. Και να ερχόσουν δηλαδή δεν θα έβρισκες τίποτα.
ΜΥΡΤΩ: Δεν υπάρχει πια ενδιαφέρον, από καιρό έχουν πάψει να γράφουν για Αυτήν.
ΗΛΙΑΣ: Για ποια;…
ΜΥΡΤΩ: Την ξεχάσανε, την διέγραψαν, την πεθάνανε, βιολογικά και ιστορικά.
ΗΛΙΑΣ: Για ποια μιλάς;
ΜΥΡΤΩ: Για Εκείνη…
ΗΛΙΑΣ (Κοιτάζει τις φωτογραφίες στους τοίχους): Για αυτήν που έχεις κρεμάσει στους τοίχους;
ΜΥΡΤΩ: Για την Πολύμνια, την μεγάλη ηθοποιό.
ΗΛΙΑΣ: Και γιατί σε νοιάζει τόσο;
ΜΥΡΤΩ: Δεν καταλαβαίνεις;…
ΗΛΙΑΣ: Τι να καταλάβω; (Κοιτάζει πάλι τις φωτογραφίες). Σου μοιάζει λίγο.
ΜΥΡΤΩ: Βρίσκεις;…
ΗΛΙΑΣ: Βέβαια αυτή είναι πιο νέα, είναι πιοο…
ΜΥΡΤΩ: Πιο όμορφη, ενώ εγώ είμαι γριά και άσκημη.
ΗΛΙΑΣ: Δεν είπα κάτι τέτοιο.
ΜΥΡΤΩ: Κάποτε ήμουν και εγώ νέα και όμορφη.
ΗΛΙΑΣ: Και τώρα και τώρα…
ΜΥΡΤΩ: Πέρασαν τα χρόνια και γέρασα όπως όλοι μας. Τα γηρατειά είναι η τιμωρία του ανθρώπου για το προπατορικό του αμάρτημα, μόνο που εγώ δεν κατάλαβα πότε έγινε αυτό για να προετοιμαστώ, για να το δεχτώ!...
ΗΛΙΑΣ (Αυθόρμητα): Εγώ σε βλέπω όμορφη.
ΜΥΡΤΩ (Ξαφνιάζεται): Που έμαθες να λες τέτοια Ηλία;
ΗΛΙΑΣ (Συνεσταλμένα): Με συχωρείς δεν ήθελα…
ΜΥΡΤΩ: Καλά καλά, μην κοκκινίζεις, δεν είπες τίποτα κακό.
ΗΛΙΑΣ (Γίνεται μια μικρή παύση. Ο Ηλίας βρίσκεται σε αμηχανία): Εγώ πέρασα να σε δω, να σε ρωτήσω αν θέλεις σε κάτι… να σε βοηθήσω, κάτι να σου φέρω.
ΜΥΡΤΩ: Όχι δεν θέλω, μην στέκεις εκεί όρθιος, έλα μέσα και κάτσε σε μια καρέκλα. Κάτσε να ζεσταθείς, εδώ μέσα κάνει λίγη ζέστη.
ΗΛΙΑΣ: Ναι είναι όμορφα εδώ, και ζεστά. (Την πλησιάζει). Να κάτσω εδώ κοντά σου να βλέπω και εγώ τα περιοδικά;
ΜΥΡΤΩ: Ξέρεις να διαβάζεις;
ΗΛΙΑΣ: Όχι.
ΜΥΡΤΩ: Τότε;…
ΗΛΙΑΣ: Θα κοιτάζω τις φωτογραφίες, και αν κάτι θέλω θα μου το διαβάσεις εσύ.
ΜΥΡΤΩ: Καλά, κάτσε.
ΗΛΙΑΣ (Κάθεται): Θα ήθελα και εγώ να μπορούσα να διαβάζω.
ΜΥΡΤΩ: Δεν πήγες σχολείο;
ΗΛΙΑΣ: Μπα, που τέτοια τύχη. Από μικρός στο πεζοδρόμιο και στα παγκάκια.
ΜΥΡΤΩ: Δεν έχεις συγγενείς, φίλους;
ΗΛΙΑΣ: Μπαα, μια γιαγιά είχα μικρός και με έστελνε να ζητιανεύω. Έλεγε πως ήταν γιαγιά μου αλλά δεν είμαι σίγουρος πως ήταν. Εσύ;
ΜΥΡΤΩ: Τι εγώ;
ΗΛΙΑΣ: Πως βρέθηκες εδώ;
ΜΥΡΤΩ (Μπερδεύεται. Το πρόσωπό της συσπάται. Χαμογελά και σηκώνεται. Μένει για λίγο μετέωρη κοιτάζοντας το κενό. Βρίσκεται εκτός τόπου και χρόνου): Εγώ είμαι εικοσιπέντε ετών!
ΗΛΙΑΣ (Την κοιτάζει από πάνω ως κάτω. Αυθόρμητα): Μπα δεν σου φαίνεται…
ΜΥΡΤΩ: Ο φίλος μου, είναι στο ιδιαίτερο γραφείο του βασιλέως, γι αυτό πρόσεχε πως μου μιλάς.
ΗΛΙΑΣ (Τρομάζει): Εγώ δεν είπα κάτι κακό.
ΜΥΡΤΩ: Ο βασιλεύς Γεώργιος με επισκέπτεται συχνά στο καμαρίνι μου.
ΗΛΙΑΣ: Έχουμε ακόμα βασιλιά;
ΜΥΡΤΩ: Τι θα πει αυτό; Είσαι εναντίον του βασιλέως;
ΗΛΙΑΣ: Εγώ όχι, μα νόμιζα πως…
ΜΥΡΤΩ: Πως δεν έχουμε βασιλιά.
ΗΛΙΑΣ: Έτσι έμαθα… πως έφυγε.
ΜΥΡΤΩ (Κοιτάζει ανήσυχη γύρω της μην ακούει κανείς. Ψιθυριστά): Μάζεψε την γλώσσα σου χριστιανέ μου, εδώ και οι τοίχοι έχουν αυτιά. Δεν έφυγε, είναι κρυμμένος σε κάποιο χωριό και περιμένει την στιγμή που θα ξανάρθει στεφανωμένος νικητής. Αυτό στο λέω τελείως εμπιστευτικά.
ΗΛΙΑΣ (Σιγά συνωμοτικά): Μην ανησυχείς, εγώ είμαι τάφος. Έτσι και μου εμπιστευτείς κάτι σοβαρό εμένα δεν πρόκειται να το πω ακόμα και αν μου ξεριζώσουν την γλώσσα. Και πότε λες να έρθει;
ΜΥΡΤΩ: Άκουσα πως ετοιμάζει στρατό στον βορρά, για να κατέβει κάτω και να ξαναπάρει τον θρόνο του.
ΗΛΙΑΣ: Αχ μακάρι! Ψοφάω για βασιλιάδες και μεγαλεία. Είχα πάει στον γάμο του Κωνσταντίνου και τρελάθηκα. Ο βασιλιάς με την βασίλισσα καθισμένοι στην χρυσή τους άμαξα να περνάνε από μπροστά μας και να μας χαιρετάνε. Ήταν τόσο συγκινητικό που έβαλα τα κλάματα. Ένας βασιλιάς να σηκώνει το χέρι του και να με χαιρετάει εμένα!... (Συγκινείται και φυσάει την μύτη του). Έχεις ένα μαντίλι;
ΜΥΡΤΩ: Εσύ δεν έχεις;
ΗΛΙΑΣ: Όχι.
ΜΥΡΤΩ: Γιατί τότε αποφάσισες να πας στην παρέλαση.
ΗΛΙΑΣ (Συνεχίζει να φυσάει την μύτη του και να σκουπίζει με το μανίκι του τα μάτια του): Δεν φανταζόμουν κάτι τόσο συγκινητικό. Εκεί όλοι κλαίγανε!
ΜΥΡΤΩ (Τραβάει το φουλάρι της και του το δίνει): Σκουπίσου εδώ.
ΗΛΙΑΣ: Θα το λερώσω.
ΜΥΡΤΩ: Δεν πειράζει έχω κι άλλα.
( Ο Ηλίας σκουπίζει την μύτη και τα μάτια του. Επικρατεί συγκινησιακή φόρτιση).
ΗΛΙΑΣ (Σηκώνεται): Με συγχωρείς δεν το ήθελα...
ΜΥΡΤΩ: Ποιο πράμα;
ΗΛΙΑΣ: Να, που με πήραν τα ζουμιά.
ΜΥΡΤΩ: Δεν έκανες κάτι κακό. Και να σου πω την αλήθεια;… Καλύτερα έτσι!
ΗΛΙΑΣ: Πως έτσι;…
ΜΥΡΤΩ: Έτσι σου λέω… ποτέ μου δεν τους χώνεψα. Όλο τουπέ και μεγαλεία ήταν.
ΗΛΙΑΣ: Ποιοι;
ΜΥΡΤΩ: Αυτοί ντε. (Πιάνει ένα περιοδικό). Έλα έλα κοντά να δεις. (Του δείχνει μια φωτογραφία). Πως σου φαίνεται;
ΗΛΙΑΣ: Σου μοιάζει, τι λέω ίδια είσαι. Μόνο που εσύ…
ΜΥΡΤΩ: Τι έχω εγώ;
ΗΛΙΑΣ: Να είσαι λίγο πιο μεγάλη τώρα.
ΜΥΡΤΩ (Κατεβάζει το κεφάλι θλιμμένη): Μεγάλωσα ε;…
ΗΛΙΑΣ (Καταλαβαίνει την γκάφα του και προσπαθεί να διορθώσει): Όχι, όχι πολύ… λίγο… Μόνο τόσο όσο να ωριμάσεις. Τόσο που πρέπει να προσέξεις πολύ για να δεις την διαφορά.
ΜΥΡΤΩ: Αυτός φταίει για όλα.
ΗΛΙΑΣ: Ποιος;
ΜΥΡΤΩ (Τρομαγμένη): Αυτός!... Ο Φοβερός! Έρχεται πάντα νύχτα και μου ρουφάει τα νιάτα μου, την ζωντάνια μου, κάθε βράδυ και πιο πολύ! Την ώρα που προσπαθώ να ησυχάσω στέκεται στην πόρτα σαν τον χάρο!
ΗΛΙΑΣ: Ποιος είναι αυτός;
ΜΥΡΤΩ: Ο Βιογράφος!... Είναι πελώριος και σατανικός! Από τα μάτια του βγάζει φωτιές, από το στόμα δηλητήριο. Ποτέ δεν γελάει, ποτέ δεν κλαίει. Το πρόσωπό του είναι πάντα ανέκφραστο, μια παγωμένη μάσκα!
ΗΛΙΑΣ: Και έρχεται εδώ;
ΜΥΡΤΩ: Ναι.
ΗΛΙΑΣ: Και εγώ πως δεν τον έχω δει.
ΜΥΡΤΩ: Φροντίζει να περνάει απαρατήρητος. Πολλές φορές γίνεται και αόρατος, αλλά εγώ μπορώ και τον βλέπω.
ΗΛΙΑΣ: Μη σε νοιάζει, θα παραφυλάξω και θα τον δω και εγώ. Δεν μου ξεφεύγει εμένα, φτάνει να είναι αληθινός!
ΜΥΡΤΩ: Είναι φοβερός, θέλει να με σκοτώσει, απλώνει το χέρι του και με πιάνει από τον λαιμό!
ΗΛΙΑΣ: Κάνε μου την περιγραφή του για να τον γνωρίσω. Θα του στήσω καρτέρι και μόλις τον δω θα του την φέρω.
ΜΥΡΤΩ: Τα χέρια του μοιάζουν με τανάλιες, και όταν με πιάνει από τον λαιμό δεν μπορώ να του ξεφύγω!...
ΗΛΙΑΣ: Θα σταθώ πίσω του και με ένα καντρόνι θα τον χτυπήσω στο κεφάλι.
ΜΥΡΤΩ (Τρέμει από τον φόβο της): Μη, μη τον αφήσεις να μπει!
ΗΛΙΑΣ (Μπερδεύεται): Που είναι;
ΜΥΡΤΩ: Είναι πίσω από την πόρτα, τον νιώθω!
ΗΛΙΑΣ (Ψάχνει γύρω): Το όπλο σου, που είναι το όπλο σου;
ΜΥΡΤΩ: Εδώ κοντά στο ανάκλιντρο.
ΗΛΙΑΣ (Τρέχει και το παίρνει. Πηγαίνει στην πόρτα εισόδου και παίρνει θέση. Φωνάζει για να ξεπεράσει τον φόβο του): Εμπρός, αν σου βαστάει πέρασε μέσα παλικαρά μου. (Περιμένει αντίδραση).
ΜΥΡΤΩ: Θέλει να μου χαλάσει το πρόσωπο! Παρακάλεσε τον να μη μου το πειράξει! Είμαι ηθοποιός και το πρόσωπό μου είναι εργαλείο της δουλειάς μου.
ΗΛΙΑΣ (Χτυπάει την πόρτα με τον υποκόπανο του τουφεκιού αλλά δεν τολμάει να την ανοίξει): Μην κάνεις σε εμένα τον ψόφιο κοριό, σε έχω καταλάβει πως είσαι στην πόρτα. Για να μπεις όμως πρέπει να την ανοίξεις, εκτός και είσαι ξωτικό!... Ξωτικό ή άνθρωπος μόλις περάσεις το κατώφλι του σπιτιού θα σε γεμίσω τρύπες. (Στην Μυρτώ ψιθυριστά για να μην ακουστεί έξω). Έχει σφαίρες μέσα το όπλο;
ΜΥΡΤΩ: Όχι, είναι όπλο κρότου, είναι θεατρικό όπλο, δεν πετάει σφαίρες. Το γνωρίζει αυτός, είναι θεατρικός βιογράφος.
ΗΛΙΑΣ (Απομακρύνεται από την πόρτα φοβισμένος): Και τώρα τι κάνουμε; Αν μπει ξαφνικά τι θα του ρίξω;
ΜΥΡΤΩ: Μην τον αφήσεις να μπει.
ΗΛΙΑΣ: Πως; Αφού δεν έχουμε σφαίρες.
ΜΥΡΤΩ: Μην τον αφήσεις σε παρακαλώ!
ΗΛΙΑΣ (Την πιάνει από το χέρι και την τραβάει γύρω από το δωμάτιο): Πρέπει να φύγουμε από εδώ, πρέπει να πάμε να βρούμε ένα όπλο με σφαίρες. Υπάρχει άλλη πόρτα να βγούμε;
ΜΥΡΤΩ: Δεν ξέρω.
ΗΛΙΑΣ: Πως δεν ξέρεις, σπίτι σου είναι.
ΜΥΡΤΩ: Στάσου λίγο, θέλω να ξεκουραστώ, να συνέλθω, να συγκεντρώσω το μυαλό μου. (Κάθεται σε μια καρέκλα. Αλλάζει διάθεση και συμπεριφορά. Το πρόσωπό της ηρεμεί. Επανέρχεται). Που βρίσκομαι;
ΗΛΙΑΣ: Στο σπίτι σου.
ΜΥΡΤΩ (Κοιτάζει γύρω): Το κεφάλι μου γυρίζει. Τι έγινε;
ΗΛΙΑΣ: Ήρθε αυτός ο…πως τον λένε…και εμείς δεν έχουμε όπλο με σφαίρες.
ΜΥΡΤΩ: Όπλο με σφαίρες;…
ΗΛΙΑΣ: Δεν θυμάσαι;
ΜΥΡΤΩ: Τι να θυμηθώ;
ΗΛΙΑΣ: Κάπου πρέπει να κρυφτούμε. (Βλέπει την σκάλα του υπογείου). Στο υπόγειο, δώσε μου το κλειδί να το ανοίξουμε.
ΜΥΡΤΩ: Ανοιχτό είναι.
ΗΛΙΑΣ (Ξαφνιάζεται. Μένει για λίγο άφωνος): Ανοιχτό;… Το υπόγειο με τους θησαυρούς είναι ανοιχτό;
ΜΥΡΤΩ: Το ανοίγω πότε πότε για να αεριστεί, αλλιώς θα καταστραφούνε όλα από την υγρασία.
ΗΛΙΑΣ: Και…και μπορώ να πάω κάτω να δω τον θησαυρό;…
ΜΥΡΤΩ: Μπορείς, αρκεί να μην πειράξεις κάτι και τον καταστρέψεις. Θέλει ιδιαίτερη γνώση και αγάπη για να πιάσεις τον θησαυρό.
ΗΛΙΑΣ (Τον πιάνει πάλι ταραχή του θησαυρού, τρέμει ολόκληρος): Μεί…μείνε ήσυχη… δεν πρόκειται να πειράξω τίποτα!… Εγώ αγαπάω τους θησαυρούς!... Μπορώ να πάω είπες, δεν είναι έτσι;…
ΜΥΡΤΩ: Μα ναι, γιατί το επαναλαμβάνεις; Σου είχα υποσχεθεί πως θα σου επέτρεπα όταν θα μου κέρδιζες την εμπιστοσύνη.
ΗΛΙΑΣ: Και τώρα πηγαίνω!...(Δίνει ένα σάλτο και βρίσκεται στην σκάλα του υπογείου. Κοντοστέκεται και κοιτάζει μια την Μυρτώ, μια την σκάλα). Κατεβαίνω!...(Κατεβάζει με προσοχή το πόδι του στο πρώτο σκαλοπάτι και ετοιμάζεται να κατεβεί το δεύτερο. Η εξώπορτα τρίζει και ανοίγει αργά. Ο Ηλίας τρομάζει και φεύγει από την σκάλα). Ποιος είναι;…Ποιος άνοιξε την πόρτα;
ΜΥΡΤΩ: Δεν είναι κανείς, ανοίγει πότε πότε από τον αέρα.
ΗΛΙΑΣ: Είσαι σίγουρη πως δεν είναι αυτός;
ΜΥΡΤΩ (Πηγαίνει στην πόρτα): Δεν μανταλώνει καλά και όταν φυσάει δυνατά ανοίγει.
ΗΛΙΑΣ: Περίμενε, μην την κλείνεις. (Παίρνει το όπλο και τρέχει κοντά της. Βγάζει με προσοχή το κεφάλι του έξω από την πόρτα και ερευνά. Έρχεται μέσα). Κλείσ’ την τώρα, δεν είναι κανένας.
ΜΥΡΤΩ (Την κλείνει): Ποιον περιμένεις τέτοιαν ώρα;
ΗΛΙΑΣ: Εγώ;…κανένα! Εσύ μου είπες…
ΜΥΡΤΩ: Τι σου είπα;
ΗΛΙΑΣ: Δεν θυμάσαι;
ΜΥΡΤΩ: Περίεργος είσαι, τι να θυμηθώ;
ΗΛΙΑΣ: Για στάσου, για στάσου…κάτι δεν πάει καλά εδώ μέσα. Ή εγώ τα έχω παίξει ή εσύ…
ΜΥΡΤΩ: Έλα πάψε να συμπεριφέρεσαι σαν παιδί, είσαι μεγάλος πια. Έλα κοντά να σου δείξω φωτογραφίες της Πολύμνιας, της μεγάλης μας τραγωδού. (Τον τραβάει στους σωρούς με τις εφημερίδες και τα περιοδικά).
ΗΛΙΑΣ: Και τον θησαυρό πότε θα τον δούμε;
ΜΥΡΤΩ: Ποιον θησαυρό;
ΗΛΙΑΣ: Αυτόν που κρύβεις στο υπόγειο.
ΜΥΡΤΩ (Τον καθίζει ανάμεσα στα περιοδικά): Και αυτόν που θα σου δείξω τώρα θησαυρός είναι!
ΗΛΙΑΣ: Εδώ μόνο παλιόχαρτα έχει. Ένα βουνό από κιτρινισμένες εφημερίδες και περιοδικά.
ΜΥΡΤΩ (Θυμωμένα): Μη σε ακούσω να το ξαναπείς αυτό. (Ξεφυλλίζει μια εφημερίδα και του δείχνει). Τι βλέπεις εδώ;
ΗΛΙΑΣ: Εσένα… Όχι για στάσου…(Δείχνει τις φωτογραφίες του τοίχου). Εκείνη.
ΜΥΡΤΩ: Είναι η μεγάλη μας τραγωδός στην Επίδαυρο. Στην μνημειώδη ερμηνεία της στον ρόλο της Ηλέκτρας. Ξέρεις τι έγραφαν για αυτήν οι κριτικοί;
ΗΛΙΑΣ (Με αφέλεια): Όχι.
ΜΥΡΤΩ: Να σου διαβάσω. Άκουσε με προσοχή. (Διαβάζει). «Η μεγάλη μας τραγωδός Πολύμνια, αυτήν την φοράν ξεπέρασε τον εαυτόν της εις τον ρόλον της Ηλέκτρας του Σοφοκλέους. Είκοσι χιλιάδες θεαταί παρηκολούθουν από το κοίλον του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου με κομμένην την αναπνοήν την μεγάλην μας ηθοποιό να δονείται από συγκίνησιν καθώς ερμήνευε έναν από τους δυσκολότερους, αλλά και ωραιότερους ρόλους του αρχαίου δράματος…» Καταλαβαίνεις τι λέει;
ΗΛΙΑΣ: Όχι, μα θα πρέπει να γράφουν σπουδαία πράματα για αυτήν.
ΜΥΡΤΩ: Την εξυμνούν!...
ΗΛΙΑΣ: Για σένα τα γράφανε;
ΜΥΡΤΩ (Ξαφνιάζεται): Πως σου ήρθε αυτό;
ΗΛΙΑΣ: Σου μοιάζει η φωτογραφία.
ΜΥΡΤΩ: Δεν ξέρω!... Όλα αυτά ανήκουν στην εποχή που η μνήμη μου δεν έχει πρόσβαση. Θέλω και εγώ να μάθω, θέλω να ξεδιαλύνω αυτό το κουβάρι, που χρόνια τώρα μου ματώνει την μνήμη. Το μόνο που ξέρω για τον εαυτό μου είναι αυτό που βλέπεις τώρα: Ένα γέρικο κουφάρι χωρίς παρελθόν και μνήμες. Δεν ξέρω πως βρέθηκα εδώ, αν πέρασα από τις άλλες ηλικίες ή αν γεννήθηκα έτσι, γριά και ετοιμοθάνατη, μέσα σε αυτά τα χαλάσματα.
ΗΛΙΑΣ: Δεν μπορεί να γίνει αυτό, κανένας δεν γεννιέται γέρος…
ΜΥΡΤΩ: Πριν από καιρό με σταμάτησε στο δρόμο μια παρέα ηλικιωμένων, έλεγαν πως ήταν θεατρόφιλοι, με κοιτούσαν περίεργα και έκαναν τον σταυρό τους, με ρωτούσαν και με ξαναρωτούσαν αν είμαι Εκείνη…
ΗΛΙΑΣ: Ποια;
ΜΥΡΤΩ: Εκείνη!
ΗΛΙΑΣ: Εκείνη της φωτογραφίας;
ΜΥΡΤΩ: Εκείνη! Μου μίλησαν για την εξαφάνισή της. Τότε δεν καταλάβαινα, μετά διάβασα…(Ξεφυλλίζει τις εφημερίδες με ταραχή). Κάπου εδώ γράφει σχετικά. Είναι εφημερίδες εκείνης της εποχής. (Τραβάει μια εφημερίδα). Αυτή είναι!... Άκουσε τι γράφει: «Η μεγάλη ηθοποιός Πολύμνια, λίγο προ του τέλους της χτεσινής παράστασεως έμεινε εις την σκηνήν αιφνιδίως ακίνητος, ως στήλη άλατος. Επί αρκετήν ώραν ατένιζεν το κενόν και δεν άρθρωνε λέξιν, μετά ήρχισε να ψελλίζει ακαταλήπτους φράσεις, ένα ανακάτεμα λέξεων από ρόλους τους οποίους είχεν ερμηνεύσει εις το παρελθόν. Υπήρξε αναταραχή εις την πλατείαν και εις τα παρασκήνια και η αυλαία έπεσε. Μετά παρέλευσιν ολίγον ημερών επληροφορήθημεν ότι της είχε συμβεί κάτι πολύ σοβαρόν, μία ξαφνική απώλεια της μνήμης της, ένα σοκ το οποίο προεκάλεσε την πλήρην διαγραφήν του κόσμου εις τον οποίον μέχρι τότε έζησεν. Μία καθολική αμνησία. Το γεγονός αυτό προεκάλεσε θλίψιν εις τους θαυμαστάς της…».
ΗΛΙΑΣ: Για σένα γράφει;
ΜΥΡΤΩ (Τραβάει μια άλλη εφημερίδα): Άκουσε και την συνέχεια… «Μετά το ατύχημά της εις την σκηνήν του θεάτρου κατέφυγε εις την Αμερικήν δια θεραπείαν. Ένα βράδυ όμως εξηφανίσθη από το νοσοκομείον και έκτοτε τα ίχνη της εχάθησαν και ουδείς γνωρίζει κάτι δια την τύχην της. Κάποιοι είπαν ότι την είδαν να περιφέρεται εις αθλίαν κατάστασιν έξωθεν του θεάτρου της…».
ΗΛΙΑΣ: Την κακομοίρα πρέπει να τράβηξε πολλά…
ΜΥΡΤΩ (Τραβάει από τον σωρό καινούργια εφημερίδα): Και εδώ γράφει: «…Μετά παρέλευσιν αρκετού χρόνου ηκούσθη πως κάποιοι την απήγαγαν. Την εβασάνισαν δια να τους αποκαλύψει εις ποίον σημείον του σπιτιού της, το οποίον είχαν επιτάξει κατά την περίοδον της κατοχής οι Γερμανοί, είχαν κρύψει τους κλεμμένους θησαυρούς, περίπου δέκα τενεκέδες χρυσάς λίρας».
ΗΛΙΑΣ: Είπες λίρες;…Γράφει για λίρες η εφημερίδα;
ΜΥΡΤΩ: Έτσι γράφει.
ΗΛΙΑΣ (Αυθόρμητα): Γι αυτό με έστειλαν εδώ!...
ΜΥΡΤΩ: Ποιοι σε έστειλαν;
ΗΛΙΑΣ (Τα χάνει): Ποιοι με έστειλαν;…
ΜΥΡΤΩ: Είπες πως σε έστειλαν για τις λίρες.
ΗΛΙΑΣ: Είπα εγώ για λίρες;
ΜΥΡΤΩ: Έτσι είπες.
ΗΛΙΑΣ (Τρέχει στην εξώπορτα και κοιτάζει έξω. Πηγαίνει στα παράθυρα. Γυρίζει και της μιλάει εμπιστευτικά): Αυτοί, οι κακοί!... Ήτανε σίγουροι για τις λίρες!... Αλλά οι λίρες πρέπει να ήτανε κρυμμένες στο σπίτι σου στην Αθήνα, εσύ όμως δεν βρίσκεσαι πια στην Αθήνα.
ΜΥΡΤΩ: Δεν καταλαβαίνω τι μου λες.
ΗΛΙΑΣ: Πότε ήρθες εδώ; Ποιος σε έφερε; Ποιος τις κουβάλησε εδώ;
ΜΥΡΤΩ: Ποιες;
ΗΛΙΑΣ: Τις λίρες.
ΜΥΡΤΩ: Δεν υπάρχουνε λίρες, στο είπα.
ΗΛΙΑΣ: Και ο θησαυρός στο υπόγειο;
ΜΥΡΤΩ: Δεν είναι λίρες.
ΗΛΙΑΣ: Τότε τι είναι;
ΜΥΡΤΩ: Ένας άλλος θησαυρός.
ΗΛΙΑΣ: Να πάω να τον δω.
ΜΥΡΤΩ: Περίμενε.
ΗΛΙΑΣ: Είπες πως θα με αφήσεις να πάω.
ΜΥΡΤΩ: Ποιοι σε έστειλαν εδώ;
ΗΛΙΑΣ: Δεν μπορώ να σου πω, είναι καλύτερα να μην μάθεις.
ΜΥΡΤΩ: Είσαι και εσύ από αυτούς που θέλουν να μου κάνουν κακό;
ΗΛΙΑΣ: Όχι δεν θέλω να σου κάνω κακό, αυτοί θέλουν.
ΜΥΡΤΩ: Γιατί, τι τους έκανα;
ΗΛΙΑΣ: Θέλουνε τις λίρες, χρόνια ψάχνουνε να σε βρούνε.
ΜΥΡΤΩ: Και έστειλαν εσένα;
ΗΛΙΑΣ: Ναι!... Συχώρα με.
ΜΥΡΤΩ: Είσαστε συμμορία;
ΗΛΙΑΣ: Εγώ τώρα τους γνώρισα. Αυτοί ήρθανε και με βρήκανε, με έστειλαν να σε ψαρέψω, να μάθω για τον θησαυρό.
ΜΥΡΤΩ: Τι να τον κάνουν δεν έχει αξία για αυτούς.
ΗΛΙΑΣ: Που το ξέρεις, μπορεί και να έχει. Άσε με να πάω να τον δω.
ΜΥΡΤΩ (Μπαίνει μπροστά του): Όχι δεν θα σε αφήσω! Δεν είναι για εσένα ούτε για τους φίλους σου ο θησαυρός αυτός!
ΗΛΙΑΣ: Μα μου είπες;…
ΜΥΡΤΩ: Δεν ήξερα τότε... σε πίστεψα!...
ΗΛΙΑΣ: Τον θησαυρό πρέπει να τον δω, για το καλό σου, για τον καλό και τον δυο μας.
ΜΥΡΤΩ (Πηγαίνει και παίρνει το όπλο): Μην τολμήσεις!...
ΗΛΙΑΣ: Τι θα μου κάνεις αφού είναι άδειο.
ΜΥΡΤΩ: Δεν είναι, εγώ σε έκανα να το πιστέψεις.
ΗΛΙΑΣ: Έλα τώρα, δεν μπορείς να με κοροϊδέψεις.
ΜΥΡΤΩ: Δεν έχεις παρά να με αναγκάσεις να το χρησιμοποιήσω.
ΗΛΙΑΣ: Είναι ψεύτικο, εσύ το είπες.
ΜΥΡΤΩ: Σε κορόιδεψα.
ΗΛΙΑΣ: Τώρα με κοροϊδεύεις, είναι όπλο κρότου.
ΜΥΡΤΩ (Τον σημαδεύει): Όταν πατήσω την σκανδάλη φοβάμαι πως δεν θα προλάβεις να το μάθεις.
ΗΛΙΑΣ (Συνειδητοποιεί και τρομάζει): Στα… στάσου, τι πας να κάνεις;
ΜΥΡΤΩ: Φύγε από την σκάλα.
ΗΛΙΑΣ: Εντάξει, κατέβασε το όπλο.
ΜΥΡΤΩ: Σήκω και φύγε και μην ξαναπατήσεις στο σπίτι μου.
ΗΛΙΑΣ: Εγώ για το καλό σου…
ΜΥΡΤΩ: Φύγε τώρα, αμέσως!
ΗΛΙΑΣ: Μυρτώ σε παρακαλώ μη μου το κάνεις αυτό, κινδυνεύω όσο και εσύ! Αυτοί δεν αστειεύονται!
ΜΥΡΤΩ: Πρόβλημά σου.
ΗΛΙΑΣ: Άφησέ με να μείνω και απόψε και από αύριο δεν θα με ξαναδείς.
ΜΥΡΤΩ: Πάντα έτσι λες.
ΗΛΙΑΣ: Εγώ είμαι με το μέρος σου. Δεν λέω… με ενδιαφέρει και εμένα ο θησαυρός, και μόνο στην σκέψη ανατριχιάζω, όμως με ενδιαφέρεις περισσότερο εσύ.
ΜΥΡΤΩ: Άφησε τις γαλιφιές και φύγε από το σπίτι μου.
ΗΛΙΑΣ: Που να πάω, έξω κάνει παγωνιά και αυτοί θα με ψάχνουν. Σου ορκίζομαι πως δεν θέλω το κακό σου. Είσαι σπουδαίος άνθρωπος Μυρτώ! Ο πιο σπουδαίος που γνώρισα στην ζωή μου! Κανένας μέχρι τώρα δεν μου έδειξε συμπόνια, εσύ το έκανες. Με εμπιστεύτηκες και με άφησες να κοιμηθώ χθες βράδυ στο σπίτι σου, στον ίδιο χώρο με εσένα, αν ήθελα να σου κάνω κακό θα το έκανα χθες, όμως δεν το έκανα και έφυγα πρωί πρωί όπως σου υποσχέθηκα. Σου υπόσχομαι και απόψε πως θα κάνω ό,τι μου πεις, θα είμαι αυτός που θα σε φυλάει, θα γίνω το σκυλί σου, θα φυλάω όλη τη νύχτα μην έρθει κανένας και σου κάνει κακό!
ΜΥΡΤΩ (Κατεβάζει το όπλο και του γυρίζει την πλάτη ταραγμένη): Τι θέλετε από εμένα, τι ζητάτε όλοι, αφήστε με μόνη! Είμαι μια άρρωστη γριά που ζητά μόνο την ηρεμία της.
ΗΛΙΑΣ: Σου κάνω όρκο – να… να πέσω μέσα στα καζάνια της κόλασης αν πειράξω μια τρίχα της κεφαλής σου – σου κάνω όρκο πως δεν θα αφήσω άλλον να σε πειράξει! Θα δώσω την δική μου ζωή αν χρειαστεί για να σώσω την δική σου! Είμαι και εγώ γέρος Μυρτώ και δεν αντέχω άλλο τις ταλαιπωρίες, τα κόκαλά μου πονάνε από το κρύο και τις κακουχίες. Είναι σκληρή η ζωή εκεί έξω και οι άνθρωποι άπονοι… (Σιωπή. Ο Ηλίας παρακολουθεί την αντίδρασή της. Αλλάζει διάθεση και την πλησιάζει δειλά). Κάποτε έγραψαν και για μένα οι εφημερίδες, έγινα και εγώ διάσημος, είδε την φωτογραφία μου ένας φίλος και μου το είπε. Την τράβηξαν ένα βράδυ που χιόνιζε και είχα πάει να κοιμηθώ έξω από ένα εργοστάσιο – είχε μία σκάρα που από κάτω έβγαζε ζεστό αέρα, έβγαζε όμως και μια μπόχα που σου έκοβε την ανάσα, το κρύο όμως ήτανε τόσο πολύ που προτίμησα την ζέστη της μπόχας – εκεί με βρήκαν κάποιοι με μηχανές και φώτα, τα έριξαν πάνω μου και άρχισαν τις ερωτήσεις… με ρωτούσαν πως νιώθω, ακούς τα χαμίνια τι με ρωτούσαν, να τους πω πως νιώθω μέσα στον χιονιά, και όλο άστραφτε μια μηχανή που την είχαν βάλει από πάνω μου. Όταν τους ζήτησα λίγο τσίπουρο για να ζεσταθώ κοιτάχτηκαν μεταξύ τους σαν να τους ζήτησα χαβιάρι – εσύ έχεις φάει χαβιάρι; Λένε πως είναι πολύ ακριβό και πως το τρώνε μόνο οι λεφτάδες – τέλος πάντων εκείνη την νύχτα δεν με άφησαν να κλείσω μάτι και τα ξημερώματα που με πείρε ο ύπνος ήρθε ο φύλακας και με έδιωξε. Αρρώστησα!... Όλη την μέρα έψαχνα ένα αποκούμπι για να τον πάρω καμιά ωρούλα, αλλά παντού υπήρχε χιόνι και παγωνιά…
ΜΥΡΤΩ (Κλαίει και προσπαθεί να κρυφτεί από τον Ηλία):
ΗΛΙΑΣ (Αντιλαμβάνεται το κλάμα της Μυρτώς): Σε παρακαλώ μην το κάνεις αυτό στον εαυτό σου, δεν στα είπα για να σε στεναχωρήσω, ήθελα μόνο να σου δείξω πόσο σκληρή είναι η ζωή εκεί έξω.
ΜΥΡΤΩ (Αλλάζει διάθεση, τεντώνει τον λαιμό της και αρχίζει να απαγγέλλει ατάκες από την Ηλέκτρα όπως και στην προηγούμενη εικόνα):
Ώ άγιο φως τουρανού
Και συ αγέρα, που ολόγυρα ζώνεις την γη,
Πόσες μ’ άκουσες, πόσες φορές
Να πικρό-θρηνωδώ
Κι αιματό-στηθοδέρνομαι
Όταν παίρν’ η αυγή να χαράζει!
(Επαναλαμβάνει τον τελευταίο στίχο καθώς προσπαθεί να θυμηθεί). «Όταν παιρν’ η αυγή… Όταν παρν’… η αυγή…. » (Μένει στεγνή άφωνη χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη. Χασμουριέται και ταλαντεύεται).
ΗΛΙΑΣ: Νύσταξες... (Τρέχει και την πιάνει). Έλα να σε πάω για ύπνο. (Την υποβαστάζει και την οδηγεί στο ανάκλιντρο). Κοιμήσου τώρα, το πρωί δεν θα θυμάσαι τίποτα, μια νέα μέρα θα αρχίσει… (Τα φώτα της σκηνής χαμηλώνουν).

ΕΠΑΝΩ ΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΣ

ΕΙΚΟΝΑ ΤΡΙΤΗ
(Όταν ανοίγουν πάλι τα φώτα η Μυρτώ σηκώνεται από το κρεβάτι σαν κάποια δύναμη να την προστάζει. Φοράει νυχτικό. Απέναντί της στέκεται ανέκφραστος ο Βιογράφος. Είναι ψηλός, ξερακιανός, με μαύρο κοστούμι και ρεπούμπλικα).

ΜΥΡΤΩ (Τον βλέπει και αντιδρά σαν να τον περίμενε): Είσαι ώρα εδώ; Σου είπα να μην ξανάρθεις. (Αυτός μένει σιωπηλός). Αυτό που κάνεις είναι σκέτος εκβιασμός. Έρχεσαι σαν τον χάρο μέσα στην νύχτα και με τρομάζεις. Νομίζω ότι πρέπει να φύγεις, δεν έχεις πια κανένα λόγο να έρχεσαι εδώ. (Περιμένει κάποια αντίδραση. Αυτός μένει σιωπηλός και ερευνά με το βλέμμα του το δωμάτιο). Επιτέλους δείξε κάποια στοιχεία ανθρωπιάς… Είσαι άνθρωπος έτσι δεν είναι; Ή μήπως δεν είσαι;…
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ηρέμησε.
ΜΥΡΤΩ: Πως να ηρεμήσω όταν έρχεσαι μεσάνυχτα και με ξυπνάς;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Είμαι ο βιογράφος της Πολύμνιας.
ΜΥΡΤΩ: Και αυτό σου δίνει το δικαίωμα να μπαίνεις απρόσκλητος στο σπίτι μου;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Είμαι υποχρεωμένος να πηγαίνω όπου οσφραίνομαι ότι μπορώ να συλλέξω στοιχεία για την ζωή και το έργο της.
ΜΥΡΤΩ: Ποιος σου έδωσε την άδεια να το κάνεις;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Όσο ζούσε μου έλεγε πως θα είμαι ο μόνος…
ΜΥΡΤΩ: Πέθανε!;…
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Εσύ τι λες;
ΜΥΡΤΩ: Εγώ;… Τι περιμένεις να σου πω εγώ;…
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Θα πρέπει να ξέρεις.
ΜΥΡΤΩ: Δεν ξέρω… δεν έχω μνήμη.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Χάνεις την μνήμη σου όταν δεν θέλεις να απαντήσεις!... Ρίχνεις μαύρο σκοτάδι στο παρελθόν!...
ΜΥΡΤΩ: Έχω μαύρο σκοτάδι για το παρελθόν!
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αυτό θα το δούμε. (Πηγαίνει στην κρεμάστρα που έχει κρεμάσει τα ρούχα που φορούσε η Μυρτώ). Μπορώ να ελέγξω αυτές τις ενδυμασίες;
ΜΥΡΤΩ: Είναι τα ρούχα μου, τα ρούχα που φοράω.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Είναι τα φορέματα της Πολύμνιας, είναι θεατρικές ενδυμασίες. (Βγάζει μια φωτογραφική μηχανή και τα φωτογραφίζει). Και αυτό το παλτό, και αυτό το καπέλο. Όλα όσα βρίσκονται εδώ μέσα, έπιπλα και αντικείμενα προέρχονται από το θέατρο, από το θέατρο της Πολύμνιας. Βέβαια πολλά από αυτά είναι κατεστραμμένα και σε άθλια κατάσταση, και για αυτό φέρεις μεγάλη ευθύνη, όμως και έτσι έχουν την αξία τους. (Φωτογραφίζει ανάκλιντρα, απλίκες, τραπέζια, καρέκλες, πολυθρόνες, και άλλα έπιπλα και αντικείμενα που υπάρχουν στην σκηνή). Αυτή η πολυθρόνα είναι από την «Έντα Γκάμπλερ», Εκείνα τα ανάκλιντρα είναι από τον «Αντώνιο και Κλεοπάτρα»…
ΜΥΡΤΩ: Που τα ξέρεις εσύ;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Γνωρίζω πολλά για την ζωή της στο θέατρο.
ΜΥΡΤΩ: Θα μπορούσες τότε να βοηθήσεις και εμένα να μάθω.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ (Την κοιτάζει ερευνητικά): Ώρες ώρες με μπερδεύεις!
ΜΥΡΤΩ: Μόνο να θυμηθώ!
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ (Πηγαίνει και ξεφυλλίζει τις εφημερίδες): Έχεις εδώ να μάθεις όλα όσα ζητάς. Θα τα χρειαστώ και εγώ. Θα μου επιτρέψεις να πάρω κάποια από αυτά…
ΜΥΡΤΩ (Πηγαίνει κοντά του για να τον αποτρέψει): Όχι δεν μπορείς!...
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ (Σηκώνει το κεφάλι του και καρφώνει τα μάτια του πάνω της).
ΜΥΡΤΩ (Τρομαγμένη): Είναι εδώ όλη μου η μνήμη! Τα μάζευα χρόνια… ατέλειωτες νύχτες… αν τα χάσω θα χαθώ… κόβεται το νήμα με το παρελθόν!...
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Προέχει η υστεροφημία της μεγάλης μας τραγωδού. Βρίσκομαι εδώ για τον σκοπό αυτό.
ΜΥΡΤΩ: Κανείς δεν σου έδωσε την άδεια.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Που το ξέρεις, εσύ δεν έχεις μνήμη…
ΜΥΡΤΩ: Είμαι σίγουρη για αυτό, αν είχε τέτοιο σκοπό δεν θα διάλεγε εσένα.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Γιατί, τι προηγούμενα είχε με εμένα;…
ΜΥΡΤΩ: Νιώθω πως εσύ δεν είσαι ο κατάλληλος.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ (Ανεβάζει τον τόνο της φωνής του): Ποιος είναι ο κατάλληλος;
ΜΥΡΤΩ: Εσύ να μου πεις, γιατί δεν ήθελε εσένα;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Γιατί;…
(Παύση. Μένουν άφωνοι και ακίνητοι. Κοιτάζονται για ώρα).
ΜΥΡΤΩ: Είδα σε κάποιο παλιό περιοδικό μια φωτογραφία από παράσταση. Στην σκηνή ήταν σχεδόν όλος ο θίασος. Κάπου στο βάθος διέκρινα έναν νεαρό, σου έμοιαζε.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Γιατί να μη θέλει να γίνω εγώ ο επίσημος βιογράφος της;
ΜΥΡΤΩ: Είσαι ηθοποιός;…
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ήμουν.
ΜΥΡΤΩ: Τώρα δεν είσαι;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Όχι.
ΜΥΡΤΩ: Γιατί;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Τώρα είμαι δημοσιογράφος.
ΜΥΡΤΩ: Σε σκανδαλοθηρικά περιοδικά!
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ξέρεις πολλά για κάποια που έχασε την μνήμη της.
ΜΥΡΤΩ: Ξέρω ακόμα να διαβάζω.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Είμαι βασικά ο βιογράφος πολλών καλλιτεχνών. Είμαι ο επίσημος βιογράφος της Πολύμνιας.
ΜΥΡΤΩ: Όχι δεν είσαι!
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ποιος το λέει αυτό;
(Μένουν πάλι άφωνοι και ακίνητοι).
ΜΥΡΤΩ: Γιατί δεν έγινες ηθοποιός;… Η Πολύμνια σε απέρριψε;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Η Πολύμνια ήταν το φως, εσύ ήσουν ο Δαίμονας!
ΜΥΡΤΩ: Σε αποκαλούσε ατάλαντο και ανίκανο για την σκηνή του θεάτρου. Σε προέτρεψε να φύγεις από την σκηνή, να μην χάνεις άσκοπα τον καιρό σου. Ίσως μπορούσες να κάνεις άλλα πράματα καλύτερα.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Η Πολύμνια με θαύμαζε, εσύ ήσουν ο Δαίμονας!
ΜΥΡΤΩ: Για το μόνο που έκανες ήταν το βεστιάριο του θεάτρου, να βοηθάς τους ταλαντούχους ηθοποιούς να έχουν στην ώρα τους τα κοστούμια της παράστασης, και γενικά να φροντίζεις να περνούν αυτοί ευχάριστα.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Για κάποια που έχει χάσει την μνήμη της, όπως ισχυρίζεσαι, λες πολλά.
ΜΥΡΤΩ: Η παρουσία σου ξυπνά κάποιους εφιάλτες μου!
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Η Πολύμνια ήταν ένας διάτων αστέρας, εσύ ήσουν το αρνητικό στοιχείο.
ΜΥΡΤΩ: Έκανες σκοπό της ζωής σου να βλάψεις την υστεροφημία της. Νομίζεις πως τώρα έχεις εσύ το πάνω χέρι και πως μπορείς με την βιογραφία να την ρίξεις από το βάθρο της.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Δεν είσαι εσύ η Πολύμνια!... Είναι καιρός να βγάλεις από το σαλεμένο μυαλό σου αυτή την ιδέα! Όσο πιστεύεις κάτι τέτοιο τόσο επιδεινώνεις την κατάσταση σου. Εκείνη ήταν ένας διάττων αστέρας που πέρασε για ένα διάστημα από την γη και φώτισε με την λάμψη του τις ψυχές των ανθρώπων, ενώ εσύ είσαι ένα γέρικο κουφάρι αποτελούμενο από σάπια κρέατα και αφυδατωμένα κόκαλα έτοιμα να θρυμματιστούν.
(Αίσθηση. Παύση).
ΜΥΡΤΩ: Πρέπει να μάζεψες πολύ χολή όλα αυτά τα χρόνια.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Εγώ είμαι ένας απλός βιογράφος. Βλέπω τα πράγματα από την απόσταση του τρίτου και τα καταγράφω χωρίς συναισθηματικές δεσμεύσεις.
ΜΥΡΤΩ: Σε σημάδεψε για όλη σου την ζωή η απομάκρυνσή σου από το θέατρο.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Είμαι κοντά στο θέατρο και βοηθάω πολλούς άξιους καλλιτέχνες να γίνουν γνωστοί στο πλατύ κοινό.
ΜΥΡΤΩ: Κι όμως θα μπορούσες να δεις και το καλό που σου έκανε εκείνη η έγκαιρη διάγνωση.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ (Συγκρατημένο ξέσπασμα): Δεν μπορείς εσύ να δεις πόσο καλό μου έκανε!...
ΜΥΡΤΩ: Πιστεύεις ακόμα πως είσαι γεννημένος για ηθοποιός;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Πιστεύεις ακόμα πως εσύ είσαι Εκείνη; Μπορεί κάποτε να χρησιμοποίησε σαν σκεύος, να μπήκε στο σώμα σου – τότε που ακόμα ήταν σφριγηλό και δυνατό – για να προσφέρει την τέχνη της στους θνητούς και μετά να χάθηκε όπως ήρθε!...
ΜΥΡΤΩ: Βοήθησες στην εξαφάνισή της;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Η μνήμη σου τώρα δεν σε βοηθάει για να πάρεις την απάντηση;
ΜΥΡΤΩ: Ρωτάω εσένα που η μνήμη σου είναι ζωντανή.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Δεν περιμένεις φυσικά να σου δώσω εγώ…
ΜΥΡΤΩ: Γιατί… τι σε εμποδίζει;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Θα με έχεις για πολύ αφελή. Έπειτα οι βιογραφίες των μεγάλων γράφονται μετά τον θάνατό τους.
ΜΥΡΤΩ (Με συγκρατημένο σπαραγμό): Πέθανε λοιπόν η Πολύμνια;!…
(Ο Βιογράφος δεν απαντάει, παίρνει πάλι την μηχανή του και συνεχίζει την φωτογράφιση).
ΜΥΡΤΩ: Είπες πως η βιογραφία της γράφεται μετά τον θάνατό της!...
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αυτό είπα.
ΜΥΡΤΩ: Πιστεύεις λοιπόν πως πέθανε!
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αυτό πιστεύω.
ΜΥΡΤΩ: Τότε εγώ ποια είμαι;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ (Την κοιτάζει επίμονα): Θα σου πω…
ΜΥΡΤΩ: Ποια σχέση έχω με Εκείνη;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Καμία.
ΜΥΡΤΩ: Τότε γιατί ήρθες;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Θα το μάθεις στην ώρα του.
ΜΥΡΤΩ: Θέλω να φύγεις!
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Όχι ακόμα.
ΜΥΡΤΩ: Υπάρχει κάποιος που μπορεί να σε διώξει!
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Δεν υπάρχει κανείς.
ΜΥΡΤΩ: Δεν είμαι μόνη πια!...
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Πάντα ήσουνα μόνη.
ΜΥΡΤΩ (Σε απόγνωση, φωνάζει): Ηλία που είσαι!;…
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Όσο και να φωνάξεις δεν θα σε ακούσει, κανείς δεν θα σε ακούσει, γιατί δεν υπάρχει κανείς. Είσαι ολότελα απροστάτευτη!
ΜΥΡΤΩ: Υπάρχει ο Ηλίας, είναι εδώ, και αυτός δεν αστειεύεται.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Το γεροντάκι που περιμένεις έφυγε και δεν πρόκειται να ξανάρθει. Έχει άλλες ασχολίες τώρα, πιο σημαντικές. (Βγάζει από την τσάντα του ένα ένα κάποια αντικείμενα). Το έπαθλο Κοτοπούλη που πείρε η Πολύμνια σαν η καλλίτερη ηθοποιός της χρονιάς, η προσωπική της χρυσή ταμπακέρα, που την χρησιμοποιούσε και σε πολλά έργα, το μαχαίρι από τον ρόλο της Μήδειας…
ΜΥΡΤΩ: Που τα βρήκες αυτά;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αυτά και μερικά άλλα τα έκλεψε και προσπαθούσε να τα πουλήσει.
ΜΥΡΤΩ: Ποιος;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ο νέος σου προστάτης… ο Ηλίας! Ευτυχώς και βρέθηκα εγώ εκεί και τα μάζεψα.
ΜΥΡΤΩ: Δεν σε πιστεύω.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Δικαίωμά σου.
ΜΥΡΤΩ: Γιατί ήρθες;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Για να ερευνήσω τον θησαυρό σου.
ΜΥΡΤΩ: Που ξέρεις εσύ ότι έχω θησαυρό.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Δεν είμαι ο μόνος που το ξέρει, υπάρχουν κι άλλοι που ενδιαφέρονται για αυτόν. Καλά θα κάνεις να μου τον δείξεις, από εμένα δεν υπάρχει κίνδυνος να καταστραφεί, αντίθετα εγώ μπορώ να τον αναδείξω, να δώσω στον κόσμο αυθεντικά στοιχεία για την ζωή και το έργο Εκείνης και να προσθέσω ένα ακόμα λιθαράκι στην ιστορία της τέχνης του τόπου μας.
ΜΥΡΤΩ: Δεν σου έχω εμπιστοσύνη…
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Λίγο με ενδιαφέρει, εγώ έτσι και αλλιώς θα τον βρω. (Ψάχνει το δωμάτιο, ανοίγει πόρτες και παράθυρα, φτάνει στην σκάλα του υπογείου).
ΜΥΡΤΩ: Στάσου!... Τι πας να κάνεις;…
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ (Σταματάει, γυρίζει και την κοιτάζει): Έχεις κάτι να μου πεις;
ΜΥΡΤΩ: Που βρίσκεται εκείνος;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ποιος;
ΜΥΡΤΩ: Ο Ηλίας;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ξέχασέ τον, δεν είναι για εσένα. Εκμεταλλεύεται την ανάγκη σου να έχεις κάποιον δίπλα σου και σε κλέβει. Κλέβει αντικείμενα που δεν ανήκουν πια σε εσένα και τα πουλάει σε εξευτελιστικές τιμές. Η μόνη ελπίδα σου είμαι εγώ, γι αυτό καλά θα κάνεις να συνεργαστείς μαζί μου πριν πέσει σε χέρια ανίδεων ο θησαυρός και τον καταστρέψουν.
ΜΥΡΤΩ (Σε απόγνωση): Στάσου!... Πες μου κάτι… πες μου πια είμαι; Εσύ το γνωρίζεις, μη με αφήνεις στο κενό, λυπήσου με!...
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Είσαι μια ετοιμοθάνατη γριά που ζει μέσα στα απορρίμματα.
ΜΥΡΤΩ: Τι σχέση έχω εγώ με Εκείνη;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Τώρα καμιά, αποκλείεται ένας μύθος να ζει μέσα σε αυτό το σώμα.
ΜΥΡΤΩ: Και εγώ γιατί νιώθω διαφορετικά; Γιατί έρχεσαι σε εμένα να συλλέξεις στοιχεία; Πως βρέθηκα εγώ εδώ;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Εγώ ασχολούμαι με τον μύθο και όχι με το σώμα. Ο κόσμος θέλει να γνωρίσει το έργο της, την λάμψη της, το μεγαλείο της τέχνης ενός μύθου. Οι μύθοι δεν γερνάνε, δεν πεθαίνουν!
ΜΥΡΤΩ: Που βρήκα όλα αυτά τα αντικείμενα που προέρχονται από Εκείνη; Γιατί έρχονται στο μυαλό μου αποσπάσματα από ρόλους που έπαιξε Εκείνη; Τι σχέση έχω εγώ με όλα αυτά;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Καμιά!
ΜΥΡΤΩ: Πως το εξηγείς τότε;…
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Η Πολύμνια πέθανε σε κλινική της Αμερικής, όπου μεταφέρθηκε μετά το επεισόδιο της τελευταίας παράστασης.
ΜΥΡΤΩ: Αυτό μπορεί να είναι ένα καλοφτιαγμένο ψέμα για να γίνει πιο συναρπαστική η βιογραφία σου, για να πλασάρεις προς τα έξω ένα μελοδραματικό παραμύθι.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Δεν μπορείς να βγεις στον κόσμο εσύ σαν Πολύμνια. Εκείνη ήταν ένα θείο πλάσμα που έστελνε με την τέχνη της ύμνους στους Θεούς! Θα χαλάσεις τον μύθο! Μπορεί κάποτε μέσα από ένα κορμί να πέρασε μια ιέρεια της τέχνης, αλλά όπως ήρθε έφυγε. Ίσως αυτή να υπήρξε και η μόνη συμβολή σου στην τέχνη. Ένας διάττων αστέρας έψαχνε ένα σώμα για να υπάρξει, να λάμψει, ένα πρόσωπο για να παρουσιαστεί στο κοινό! Εκείνη έδωσε αξία σε εκείνο το σώμα, έδωσε ακτινοβολία σε εκείνο το πρόσωπο, και για ένα διάστημα έλαμψε μαζί της!
ΜΥΡΤΩ (Με αγωνία): Εγώ είμαι εκείνο το πρόσωπο;…
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Η τέχνη του θεάτρου χρειάζεται λαμπερά πρόσωπα. Όσα δεν είναι ή όσα αλλοιώνονται με τον καιρό, καλά θα κάνουν να πάνε στην γωνιά και να κρύψουν την ασκήμια τους. Η τέχνη δεν τους χρειάζεται!
ΜΥΡΤΩ: Αποκλείεις ένα γέρικο κορμί που διατηρεί ακόμα την φλόγα του θεάτρου, να εκπέμπει ομορφιά;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ο ηθοποιός είναι ένα ευαίσθητο, παλλόμενο όργανο, που βγάζει ήχους που χτυπούν κατευθείαν στην καρδιά! Αισθήματα που αναταράζουν την ψυχή! Εικόνες που ευφραίνουν την όραση! Και αυτά δεν μπορεί να τα έχει ένα δεμάτι κρέας χωρίς αρτηρίες και νεύρα.
ΜΥΡΤΩ: Είσαι πολύ σκληρός, με βασανίζεις, γιατί;…
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ήσουν πολύ σκληρή, με βασάνισες, γιατί;…
ΜΥΡΤΩ: Σου έκανα καλό, σε βοήθησα να βρεις τον δρόμο σου.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Το ίδιο και εγώ, σε βοηθάω να καταλάβεις πως δεν είσαι εσύ Εκείνη.
ΜΥΡΤΩ (Ξέσπασμα): Τότε ποια είμαι εγώ;…
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Μια γριά που βρίσκεται στο τέλος της ζωής της και δεν γνωρίζει από πού έρχεται και που πάει. Το να επικαλείσαι ένα ένδοξο παρελθόν μπορεί να είναι και ένας διακαής πόθος, μια αυταπάτη, ένα όνειρο! Κανένας δεν μπορεί να είναι βέβαιος για αυτό. Ίσως και η ίδια η ζωή μας να είναι μια αυταπάτη, ένα στιγμιαίο πέρασμα από αυτόν τον πλανήτη, τόσο γρήγορο, που δεν προλαβαίνουμε να κοιτάξουμε πίσω ή μπρος. Ο μόνος που μπορεί να αφήσει το στίγμα του πάνω σε αυτόν είναι ένας μετεωρίτης που με την λάμψη του θα προσπεράσει την κρούστα του και θα χτυπήσει φλεγόμενος πάνω του. Αυτό έγινε και με την Πολύμνια, έσπασε την κρούστα της γης και έπεσε πάνω της αφήνοντας την σφραγίδα της.
ΜΥΡΤΩ (Σπαρακτικά): Δεν φταίω εγώ που γέρασα, δεν το επεδίωξα!...
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Με αφήνει αδιάφορο! Αφήνει τον κόσμο αδιάφορο!
ΜΥΡΤΩ: Η φύση είναι σκληρή, φέρνει στην ζωή ένα όμορφο πλάσμα, ταλαντούχο και μετά το ταπεινώνει ντύνοντας το με σάρκες πλαδαρές και σάπιες, όπως λες. Είναι ανείπωτος ο εξευτελισμός και η ταπείνωση! Είναι δέκα φορές χειρότερος από έναν βίαιο θάνατο!
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Η Πολύμνια κατάλαβε εγκαίρως την αλλαγή που πλησίαζε και φρόντισε να δώσει τέλος τότε που ο μύθος της ήταν ακόμα ζωντανός. Γνώριζε πως έτσι το σώμα της θα πέθαινε, όμως ο μύθος της θα έμενε αθάνατος!
ΜΥΡΤΩ: Είναι άδικο, κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να ζήσει με αξιοπρέπεια μέχρι τα βαθιά γεράματα.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Οι μύθοι είναι υποχρεωμένοι να σηκώνουν τον σταυρό τους και να τον ανεβάζουν στον Γολγοθά, τότε που ακόμα βαστούν τα κότσια τους.
ΜΥΡΤΩ (Σφίγγει τα χέρια γύρω από τα στήθος της): Κρυώνω!... Από κάπου μπαίνει παγωμένος αέρας!...
(Σιωπή. Η Μυρτώ κουρνιάζει σε μια γωνιά, κοιτάζει στο κενό και ονειρεύεται. Αυτός ξεφυλλίζει εφημερίδες και περιοδικά, επιλέγει κάποια στοιχεία και τα φωτογραφίζει).
ΜΥΡΤΩ (Σαν να μιλάει στον εαυτό της): Τι έγιναν τα παιδιά;…
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ (Σηκώνει το κεφάλι και την κοιτάζει χωρίς να καταλαβαίνει).
ΜΥΡΤΩ: Τα παιδιά της;…
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αν εννοείς Εκείνη, δε έκανε παιδιά.
ΜΥΡΤΩ: Τα παιδιά μας;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Δεν υπάρχουν παιδιά, δεν έκανε, πάντα έλεγε πως τα παιδιά θα είναι εμπόδιο στην καριέρα της.
ΜΥΡΤΩ: Και ο άντρας της τι έλεγε;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Δεν είχε άντρα., δεν παντρεύτηκε ποτέ. Είχε πολλούς εραστές όμως δεν έκανε οικογένεια, θεωρούσε ασυμβίβαστο καριέρα στο θέατρο και οικογένεια. Οικογένεια για αυτήν ήταν το θέατρο, ο θίασος, οι ηθοποιοί! Τα παρασκήνια ήταν το σπίτι της!
ΜΥΡΤΩ (Ξέσπασμα): Θέλω να μου φέρεις τα παιδιά μου!
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ (Έντονα): Δεν έχεις παιδιά και μην επιμένεις.
ΜΥΡΤΩ: Τα πείρες και τα έκλεισες σε ίδρυμα!... Θέλω να μου τα φέρεις!...
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Δεν έχεις σου είπα, γνωρίζω περισσότερο από τον καθένα αυτήν την λεπτομέρεια.
ΜΥΡΤΩ: Θυμάμαι καλά, τώρα θυμάμαι… μπορείς να ρωτήσεις και τον άντρα μου. Θυμάμαι που τα παίρναμε μαζί μας στις περιοδείες και τα ακούγαμε από την σκηνή, να παίζουνε στα παρασκήνια.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αυτόν που αποκαλείς άντρα σου πέθανε.
ΜΥΡΤΩ (Θλιμμένη): Πέθανε είπες;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Πέθανε πριν από είκοσι χρόνια και δεν άφησε παιδιά.
ΜΥΡΤΩ (Γυρίζει και τον κοιτάζει): Ποιος είσαι;!... Σίγουρα δεν είσαι αυτός που ισχυρίζεσαι πως είσαι. (Τρομάζει). Είσαι ο Χάρος!... Και ήρθες να με πάρεις, έτσι δεν είναι;!
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Παραλογίζεσαι.
ΜΥΡΤΩ: Είσαι ο Χάρος και ήρθες μέσα στην νύχτα να με πάρεις! Αν είναι αλήθεια αυτό, κάνε μου αυτήν την χάρη…φέρε μου να δω για τελευταία φορά τα παιδιά μου!
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Δεν έχεις παιδιά!... Στο λέω για μια ακόμη φορά! Δεν έκανες οικογένεια. Είσαι από τις γυναίκες που δεν κρατούν για πολύ έναν άντρα, και που δεν θέλουν παιδιά να μπερδεύονται στα πόδια τους.
ΜΥΡΤΩ: Είμαι λοιπόν Εκείνη;!...
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Εκείνη πέθανε εδώ και πολλά χρόνια στην Αμερική, στο είπα.
ΜΥΡΤΩ: Τότε πως γίνεται;…
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Δεν ήρθα εδώ για να ξεδιαλύνω γρίφους.
ΜΥΡΤΩ: Βιάζεσαι;
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Να τελειώνουμε.
ΜΥΡΤΩ: Γιατί το κάνεις αυτό; Εγώ δεν είμαι αμαρτωλή, εγώ αγαπάω τους ανθρώπους!...
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Τετέλεσται, ως εδώ ήταν!
ΜΥΡΤΩ: Αν είμαι Εκείνη θέλω να παίξω για τελευταία φορά τον μονόλογο της Ηλέκτρας.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Δεν μπορώ να περιμένω άλλο, ετοιμάσου!.
ΜΥΡΤΩ: Ακόμα λίγο, μέχρι να θυμηθώ.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Δεν θα θυμηθείς.
ΜΥΡΤΩ: Να παίξω την Ηλέκτρα και μετά είμαι δική σου.(Προσπαθεί να θυμηθεί).
Ώ άγιο φως τουρανού
Και συ αγέρα, που ολόγυρα ζώνεις την γη,
……………... που ολόγυρα ζώνεις…
……………... που ολόγυρα…
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Φτάνει!
ΜΥΡΤΩ: Βοήθησέ με.
ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ: Δεν έχω χρόνο.
ΜΥΡΤΩ: Βοήθησέ με, βοήθησέ με…
(Η τελευταία φράση ακούγεται πολλές φορές σαν ηχώ μέχρι να σβήσουν τα φώτα).


ΕΙΚΟΝΑ ΤΕΤΑΡΤΗ
(Η εικόνα αυτή είναι συνέχεια της προηγούμενης εικόνας. Όταν ανάβουν τα φώτα φαίνονται οι δυο ηλικιωμένοι να κοιμούνται στα ανάκλιντρα. Η Μυρτώ συνταράζεται, φωνάζει ακόμα στον ύπνο της).

ΜΥΡΤΩ: Βοήθησέ με…Βοήθησέ με…
ΗΛΙΑΣ (Ξυπνάει πανικόβλητος, τρέχει κοντά της και την ταρακουνάει): Μυρτώ, Μυρτώ ξύπνα, τι έπαθες; (Την σηκώνει στο κρεβάτι).
ΜΥΡΤΩ (Ανοίγει τα μάτια της και τον κοιτάζει): Βοήθησέ με… βοήθησέ με!...
ΗΛΙΑΣ: Τι έχεις, τι σου συμβαίνει;
ΜΥΡΤΩ: Να θυμηθώ… να θυμηθώ για τελευταία φορά και μετά πάρε με!... Να παίξω την Ηλέκτρα εκεί… στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Μου το χρωστάς, είναι η τελευταία μου επιθυμία!
ΗΛΙΑΣ: Δεν καταλαβαίνω τι μου λες. (Την ταρακουνάει). Ξύπνα, είναι όνειρο, είναι εφιάλτης.
ΜΥΡΤΩ (Συνέρχεται. Τον κοιτάζει επίμονα): Που πήγε αυτός;
ΗΛΙΑΣ: Ποιος;
ΜΥΡΤΩ: Αυτός!... Ο Μεταφορέας…
ΗΛΙΑΣ: Δεν υπάρχει κανένας εδώ.
ΜΥΡΤΩ: Έφυγε;
ΗΛΙΑΣ: Δεν είδα κανένα να μπαίνει.
ΜΥΡΤΩ (Σηκώνεται από το κρεβάτι): Και εσύ ποιος είσαι;
ΗΛΙΑΣ (Τα χάνει): Εγώ… δεν είμαι;…
ΜΥΡΤΩ: Όχι δεν είσαι. Πως βρέθηκες στο σπίτι μου;
ΗΛΙΑΣ: Μυρτώ δεν θυμάσαι;…
ΜΥΡΤΩ: Τι να θυμηθώ;
ΗΛΙΑΣ: Είμαι ο Ηλίας… εκείνος που…
ΜΥΡΤΩ: Εκείνος που μου έκλεψε τον θησαυρό!
ΗΛΙΑΣ: Δεν σου έκλεψα τίποτα.
ΜΥΡΤΩ: Γνωρίζω καλά τι έκανες. Είσαι αυτός που εμπιστεύτηκα και με κατάκλεψε.
ΗΛΙΑΣ: Κάνεις μεγάλο λάθος. Εγώ δεν θα έκανα ποτέ κάτι που θα σε στεναχωρούσε. Μπορεί στην αρχή να ήθελα… όμως μετά άλλαξα γνώμη. Σε γνώρισα καλύτερα και είδα πως δεν είσαι αυτή που μου έλεγαν.
ΜΥΡΤΩ: Τι σου έλεγαν;
ΗΛΙΑΣ: Μου έλεγαν… τι σημασία έχει τώρα τι μου έλεγαν. Σημασία έχει να είσαι εσύ καλά και να μου δείχνεις εμπιστοσύνη.
ΜΥΡΤΩ: Για να μου κλέβεις τον θησαυρό και να πηγαίνεις να τον πουλάς. Σε μάθαμε από την καλή κύριε…
ΗΛΙΑΣ: Δεν το περίμενα αυτό από εσένα, τώρα με στεναχώρησες πολύ!
ΜΥΡΤΩ: Τι έκανες τα βραβεία της Πολύμνιας, τα δώρα που της χάρισαν οι θαυμαστές της, τα ρούχα της, τα προσωπικά της αντικείμενα.
ΗΛΙΑΣ: Εγώ δεν πείραξα…
ΜΥΡΤΩ: Σε εμπιστεύτηκα, σου επέτρεψα να κατέβεις στο υπόγειο και εσύ τι μου έκανες;…
ΗΛΙΑΣ: Μα δεν κατέβηκα, δεν είδα, δεν άγγιξα τίποτα.
ΜΥΡΤΩ: Λες ψέματα, σε μάθαμε τι κουμάσι είσαι.
ΗΛΙΑΣ: Αν συνεχίσεις έτσι θα σηκωθώ να φύγω.
ΜΥΡΤΩ: Να φύγεις.
ΗΛΙΑΣ (Ξαφνιάζεται): Τώρα, μέσα στην νύχτα;
ΜΥΡΤΩ: Τώρα.
ΗΛΙΑΣ: Μα κάνει κρύο έξω!...
ΜΥΡΤΩ Δεν με νοιάζει!
ΗΛΙΑΣ: Πολύ καλά, αφού το θέλεις;… (Παίρνει το πανωφόρι του και πηγαίνει στην έξοδο).
ΜΥΡΤΩ (Συνειδητοποιεί τι κάνει και τρομάζει): Στάσου!... Που πας;
ΗΛΙΑΣ: Φεύγω!
ΜΥΡΤΩ: Περίμενε!...
ΗΛΙΑΣ: Εσύ μου είπες…
ΜΥΡΤΩ: Περίμενε… είμαι ακόμα ζαλισμένη από τον ύπνο, από το όνειρο. Δεν θέλω να φύγεις.
ΗΛΙΑΣ: Με πρόσβαλες.
ΜΥΡΤΩ: Δεν το ήθελα, αυτός με έβαλε.
ΗΛΙΑΣ: Ποιος;
ΜΥΡΤΩ: Αυτός!... Ο Μεταφορέας! Συμφωνήσαμε να με πάει εκεί αφού θυμηθώ, αφού παίξω την Ηλέκτρα…
ΗΛΙΑΣ: Που να σε πάει;
ΜΥΡΤΩ: Όμως βιάζεται, δεν μπορεί να περιμένει λέει.
ΗΛΙΑΣ: Ποιος είναι τέλος πάντων αυτός;
ΜΥΡΤΩ: Θα τον γνωρίσεις, θα σε επισκεφτεί και εσένα όταν έρθει η ώρα σου.
ΗΛΙΑΣ: Έτσι είπε;
ΜΥΡΤΩ: Ναι, έτσι κάνει πάντα.
ΗΛΙΑΣ: Και πότε θα γίνει αυτό;
ΜΥΡΤΩ: Σύντομα, μου είπε πως θα γίνει σύντομα. Ίσως μας επισκεφτεί και τους δυο μαζί.
ΗΛΙΑΣ: Πολύ θα ’θελα να τον γνωρίσω αυτόν τον κύριο.
ΜΥΡΤΩ: Δεν είναι και τόσο ευχάριστος ξέρεις.
ΗΛΙΑΣ: Ας έρθει και θα του δείξω εγώ.
ΜΥΡΤΩ (Πηγαίνει και τον πιάνει από το χέρι, τον τραβάει μέσα): Έλα, μην στέκεσαι στην πόρτα. Υποσχέσου μου πως θα είσαι κοντά μου, δίπλα μου, πως δεν θα με αφήσεις ότι και αν συμβεί.
ΗΛΙΑΣ: Αφού δεν με θέλεις.
ΜΥΡΤΩ: Σε θέλω! Όμως καλό είναι να κρατάμε και κάποιες αποστάσεις. Δεν είμαστε ίσιοι και όμοιοι. Ελπίζω αυτό να το καταλαβαίνεις.
ΗΛΙΑΣ: Γνωρίζω πόσο ανώτερη είσαι, όμως δεν χρειάζεται να μου το χτυπάς κάθε τόσο. Μπορεί να είμαι ένα τίποτα, μπορεί να πέρασα την ζωή μου στα πεζοδρόμια, όμως έχω και εγώ την αξιοπρέπειά μου. Μπορεί να ανέχτηκα προσβολές και ταπεινώσεις, να δέχτηκα κλοτσιές και βρισιές χωρίς να αντιδράσω… αυτό όμως έγινε γιατί έπρεπε να επιβιώσω. Και αν θέλεις να ξέρεις αυτό το ανέχτηκα εκεί έξω… εδώ μέσα όμως όχι, όχι από εσένα! Αυτό δεν μπορώ να το δεχτώ!
ΜΥΡΤΩ (Τον κοιτάζει και του χαϊδεύει τα μαλλιά): Συγχώρεσέ με Ηλία! Σου υπόσχομαι πως στο εξής θα είμαι πιο προσεχτική. Έλα έλα να κάτσουμε εδώ μαζί και να μιλάμε, να μιλάμε. Δεν ξέρεις πόσο ωραίο είναι να μιλάμε.
ΗΛΙΑΣ: Και τι να λέμε;
ΜΥΡΤΩ: Οτιδήποτε, αρκεί να μιλάμε!...
ΗΛΙΑΣ: Εγώ όταν αγαπώ κάποιον του δίνομαι με όλη μου την δύναμη, χωρίς τερτίπια.
ΜΥΡΤΩ: Αγάπησες ποτέ πολύ;
ΗΛΙΑΣ: Δεν ξέρω… δεν έτυχε.
ΜΥΡΤΩ: Τότε πως γνωρίζεις πώς να δίνεσαι.
ΗΛΙΑΣ: Ε… νομίζω πως έτσι πρέπει να είναι.
ΜΥΡΤΩ: Άρα δεν αγάπησες πολύ.
ΗΛΙΑΣ: Κάποτε έπιασα φιλίες με μια κοπέλα που ξέπεσε στα λημέρια μας. Την πόνεσα πολύ αυτήν την κοπέλα γιατί ήταν απροστάτευτη. Όμως μου φέρθηκε άσκημα, με έβρισε, με πρόσβαλε μπροστά στους φίλους μου και έπιασε φιλίες με κάποιον που ήρθε και αυτός από άλλη γειτονιά. Στεναχωρήθηκα πολύ τότε και είχα κάμποσα βράδια που δεν έκλεισα μάτι. Το ίδιο μου έκανε και ένας φίλος που νόμιζα πως ήταν κολλητός μου. Από τότε είμαι πιο προσεχτικός και δεν πιάνω εύκολα φιλίες.
ΜΥΡΤΩ: Δεν μιλάω για τέτοια αγάπη, μιλάω για την άλλη.
ΗΛΙΑΣ: Δεν σε καταλαβαίνω.
ΜΥΡΤΩ: Σε ρωτάω αν ερωτεύτηκες ποτέ σου;
ΗΛΙΑΣ (Κατεβάζει το κεφάλι): Τι είναι αυτά τώρα που μου λες;
ΜΥΡΤΩ: Δεν χρειάζεται να ντρέπεσαι, αυτά τα πράματα είναι φυσιολογικά, και σε πληροφορώ πως όταν είσαι ερωτευμένος ζεις τις ωραιότερες στιγμές της ζωής σου!
ΗΛΙΑΣ: Δεν είναι σοβαρά πράματα αυτά. Στην ηλικία μας τώρα…Σε παρακαλώ να μην συνεχίσουμε άλλο…
ΜΥΡΤΩ: Γιατί φοβάσαι; Άφησε τον εαυτό σου ελεύθερο.
ΗΛΙΑΣ: Με φέρνεις σε δύσκολη θέση.
ΜΥΡΤΩ: Εμένα πως με βλέπεις;
ΗΛΙΑΣ: Τι θέλεις να πεις;
ΜΥΡΤΩ: Πως με βλέπεις σαν γυναίκα, σου αρέσω;
ΗΛΙΑΣ (Διστάζει): Δεν μπορώ να σου πω.
ΜΥΡΤΩ: Γιατί, είμαι τόσο άσκημη;
ΗΛΙΑΣ (Αυθόρμητα): Είσαι πολύ όμορφη!...
ΜΥΡΤΩ: Άρα σου αρέσω.
ΗΛΙΑΣ: Ναι.
ΜΥΡΤΩ: Κι όμως θα με άφηνες και θα έφευγες.
ΗΛΙΑΣ: Με έδιωξες.
ΜΥΡΤΩ: Και εσύ έπρεπε να φύγεις;
ΗΛΙΑΣ: Τι άλλο να έκανα;
ΜΥΡΤΩ: Έφευγες χωρίς να κοιτάξεις πίσω σου, δεν σε ένοιαξε καθόλου για εμένα. Είσαι ένας αναίσθητος!
ΗΛΙΑΣ: Δεν είμαι! Αναστατώθηκα πολύ όταν με έδιωξες.
ΜΥΡΤΩ: Δεν το έδειξες καθόλου.
ΗΛΙΑΣ: Δεν είμαι νέος πια και δεν αντέχω στον πόνο όπως παλιά, προσπαθώ να φυλάγομαι.
ΜΥΡΤΩ: Εμένα με πονάς;
ΗΛΙΑΣ: Σε πονάω.
ΜΥΡΤΩ: Και όμως έφευγες.
ΗΛΙΑΣ: Δεν θα πήγαινα περισσότερο από δύο βήματα μακριά από την πόρτα.
ΜΥΡΤΩ: Θα γύριζες πίσω;
ΗΛΙΑΣ: Θα γύριζα και ας φοβόμουν τον εξευτελισμό.
(Παύση)
ΜΥΡΤΩ: Ξέρεις Ηλία, είσαι ένα πολύ σπουδαίο άτομο!...
ΗΛΙΑΣ: Σπουδαίος εγώ;…
ΜΥΡΤΩ: Έχεις μέσα σου έναν όμορφο κόσμο που τον κρύβεις επιμελώς από τους έξω. Αν τον άφηνες ελεύθερο θα φώτιζε το πρόσωπό σου και θα γινόσουν πολύ όμορφος.
ΗΛΙΑΣ: Μυρτώ δεν μου αρέσουν αυτά που μου λες… Κάτι τέτοια μου έλεγε εκείνη η κοπέλα και μετά με πόνεσε, με πόνεσε πολύ!
ΜΥΡΤΩ: Σίγουρα δεν έψαξε λίγο πιο βαθιά, μπορεί και να μην ήθελε, ίσως δεν μπορούσε.
ΗΛΙΑΣ: Δεν ξέρω, εγώ δεν τα καταλαβαίνω αυτά.
ΜΥΡΤΩ: Εμένα πως με βρίσκεις;
ΗΛΙΑΣ: Πώς να σε βρίσκω.
ΜΥΡΤΩ: Είμαι πολύ γριά;
ΗΛΙΑΣ: Δεν είσαι καθόλου γριά, στο είπα, είσαι νέα και όμορφη.
ΜΥΡΤΩ: Δεν ξέρεις να λες ψέματα Ηλία, όμως μου αρέσει που το λες εσύ. (Παύση. Η Μυρτώ απομακρύνεται από κοντά του και περπατάει ανήσυχη. Πηγαίνει στο παράθυρο και προσπαθεί να κοιτάξει έξω). Άργησε πολύ.
ΗΛΙΑΣ: Ποιος;
ΜΥΡΤΩ: Το παιδί!
ΗΛΙΑΣ: Ποιο παιδί;
ΜΥΡΤΩ: Το παιδί μας.
ΗΛΙΑΣ (Μπερδεμένος): Έχουμε παιδί;
ΜΥΡΤΩ: Το ξέχασες; Κάπου θα έμπλεξε πάλι. Σου είπα να μην την αφήνεις μόνη της, είναι πολύ μικρή ακόμη.
ΗΛΙΑΣ: Για στάσου, για στάσου, τι είναι αυτά που μου λες; Πότε προλάβαμε;…
ΜΥΡΤΩ: Είσαι ένας άστοργος πατέρας. Έπρεπε να το καταλάβω…
ΗΛΙΑΣ: Τι να καταλάβεις.
ΜΥΡΤΩ: Το παιδί σου κύριε, πως το πετάς έτσι στους πέντε δρόμους;
ΗΛΙΑΣ: Μα εγώ δεν έχω παιδί, δεν έκανα ποτέ μου…
ΜΥΡΤΩ: Όλοι οι άντρες ίδιοι είστε, άστοργοι και αναίσθητοι.
ΗΛΙΑΣ: Μου φαίνεται πως δεν ξύπνησες τελείως, βρίσκεσαι ακόμα μέσα στο όνειρο.
ΜΥΡΤΩ: Εκείνος μου είπε πως δεν έκανα παιδί, εγώ όμως γνωρίζω πως έκανα. Μου έλεγε ψέματα.
ΗΛΙΑΣ: Ποιος;
ΜΥΡΤΩ: Εκείνος, ο Βιογράφος.
ΗΛΙΑΣ: Ήρθε εδώ;
ΜΥΡΤΩ: Τι σου λέω τόσην ώρα;
ΗΛΙΑΣ: Τι μου λες;…
ΜΥΡΤΩ (Πηγαίνει πάλι στο παράθυρο): Νύχτωσε και ακόμα δεν γύρισε από το σχολείο. Έπρεπε να την φέρει το σχολικό. Κάτι θα της συνέβη. (Τραβάει τον Ηλία προς την έξοδο). Σήκω και πάμε!
ΗΛΙΑΣ: Που να πάμε;
ΜΥΡΤΩ: Να τρέξουμε να την βρούμε! Θα περιφέρεται τώρα μόνη της μέσα στην νύχτα! Είναι επικίνδυνο για μικρό παιδί να γυρίζει τέτοιαν ώρα μόνο του!
ΗΛΙΑΣ: Προς τα πού να πάμε, που να ρωτήσουμε;
ΜΥΡΤΩ: Στο σχολείο.
ΗΛΙΑΣ: Σε ποιο σχολείο;
(Παύση. Η Μυρτώ στέκει ακίνητη και σκεπτική).
ΜΥΡΤΩ (Αλλάζει διάθεση): Όχι δεν είναι σχολείο… Δεν πηγαίνει πια… Το έχει βγάλει το σχολείο.
ΗΛΙΑΣ: Θα πρέπει τότε να είναι μεγάλη.
ΜΥΡΤΩ: Μεγάλωσε!
ΗΛΙΑΣ: Τότε δεν κινδυνεύει, θα ξέρει να φυλαχτεί.
ΜΥΡΤΩ: Έφυγε στο εξωτερικό!... Και η άσπλαχνη δεν κάνει ένα τηλεφώνημα, δεν στέλνει ένα γράμμα στην μητέρα της.
ΗΛΙΑΣ: Ε καλά, έτσι είναι όλα τα παιδιά σε αυτήν την ηλικία.
ΜΥΡΤΩ: Σε ποια ηλικία;
ΗΛΙΑΣ: Ξέρω εγώ, δεν θα είναι;…
ΜΥΡΤΩ: Πες μου, μίλα μου: Πόσο μεγάλωσε το παιδί μας;
ΗΛΙΑΣ (Πιέζεται): Είναι… (Ξεσπάει). Που θες να ξέρω εγώ, δικό σου παιδί είναι.
ΜΥΡΤΩ: Σήκω, σήκω να φύγουμε!
ΗΛΙΑΣ: Άντε πάλι, που να πάμε;
ΜΥΡΤΩ: Στο εξωτερικό. Έχεις βγάλει τα εισιτήρια δεν είναι έτσι;
ΗΛΙΑΣ: Τα εισιτήρια;… Δεν είμαι και τόσο σίγουρος.
ΜΥΡΤΩ: Θα ταξιδέψουμε αεροπορικώς, θα φτάσουμε πιο γρήγορα.
ΗΛΙΑΣ: Ναι αλλά θα περιμένουμε να ξημερώσει, τούτη την ώρα δεν πετάει αεροπλάνο.
ΜΥΡΤΩ: Πάντα αρνητικός, συνεχώς μου φέρνεις εμπόδια.
ΗΛΙΑΣ: Για σένα το κάνω, για να σε προφυλάξω.
(Παύση. Η Μυρτώ μένει πάλι μετέωρη. Σε λίγο τεντώνει το κορμί της, ισιάζει τα ρούχα της, φτιάχνει τα μαλλιά της και κάνει φωνητικές δοκιμές).
ΜΥΡΤΩ: Μην ξεχάσεις να με ειδοποιήσεις πέντε λεπτά πριν βγω στην σκηνή, πρέπει να συγκεντρωθώ, να μπω στην ατμόσφαιρα του έργου.
ΗΛΙΑΣ (Μπερδεύεται πάλι): Που να μπεις;
ΜΥΡΤΩ: Στην σκηνή βρε ζώον.
ΗΛΙΑΣ: Σε παρακάλεσα να μη με βρίζεις.
ΜΥΡΤΩ: Φέρε μου τον καθρέφτη να ρίξω μια τελευταία ματιά.
ΗΛΙΑΣ (Κοιτάζει γύρω του): Τον καθρέφτη!… Δεν τον βλέπω που τον έχεις;
ΜΥΡΤΩ: Βιάσου γιατί σε λίγο βγαίνω στην σκηνή.
ΗΛΙΑΣ (Τρέχει γύρω και ψάχνει): Τον καθρέφτη, που τον έχεις; (Βρίσκει έναν χαλασμένο χωρίς τζάμι). Βρήκα αυτόν, αλλά δεν έχει γυαλί, σου κάνει; (Της τον δίνει).
ΜΥΡΤΩ (Κοιτάζεται από όλες τις μεριές): Φέρε μου την εσάρπα. Γρήγορα μην καθυστερείς.
ΗΛΙΑΣ (Κοιτάζει γύρω του, τα χάνει): Τι είναι αυτό;
ΜΥΡΤΩ: Την εσάρπα.
ΗΛΙΑΣ (Τρέχει πάλι ένα γύρω και ψάχνει): Δεν βλέπω τίποτα εδώ.
ΜΥΡΤΩ: Κάπου εκεί στο καμαρίνι την έχω.
ΗΛΙΑΣ: Την εσάρπα, το καναρίνι.
ΜΥΡΤΩ: Πήγαινε μέσα να ψάξεις και κάνε γρήγορα.
ΗΛΙΑΣ (Καθώς βγαίνει): Γρήγορα, πόσο γρήγορα;
ΜΥΡΤΩ (Εξακολουθεί να κοιτάζεται στον καθρέφτη και να κάνει φωνητικές δοκιμές. Κάνει τον σταυρό της και χτυπάει ξύλο. Με αγωνία φωνάζει προς την πλευρά που βγήκε ο Ηλίας): Το φυλακτό μου, γρήγορα το φυλακτό μου! Χωρίς αυτό δεν βγαίνω στην σκηνή.
ΗΛΙΑΣ (Έρχεται τρέχοντας κρατώντας ένα ταριχευμένο παπαγάλο): Καναρίνι δεν βρήκα, αλλά βρήκα αυτό το πουλί, μου φαίνεται πως είναι περιστέρι.
(Η Μυρτώ δεν του δίνει σημασία και ψιθυρίζει τον ρόλο της. Αυτός τρέχει πίσω της).
ΗΛΙΑΣ: Έλα πάρ’ το, μπορεί και αυτό να κάνει δουλειά.
ΜΥΡΤΩ (Κάνει ένα βήμα προς αυτόν και του πετάει ατάκες από την «Λυσσασμένη γάτα»): «Μπρικ πήγα στον γιατρό, κάτω στην Μέμφιδα. Μ’ εξέτασε και μου είπε πως μπορούμε να κάνουμε παιδί όποτε θέλουμε… Μ’ ακούς; Έ; Μ’ ακούς;»
ΗΛΙΑΣ (Τα έχει χαμένα): Ναι ναι… σ’ ακούω… Μα πως θα κάνουμε παιδί στην ηλικία μας…
ΜΥΡΤΩ (Συνεχίζει το ίδιο): «… Εγώ μπορώ να το κάνω αυτό. Είμαι αποφασισμένη να το κάνω – και τίποτα δεν είναι πιο αποφασισμένο από μια λυσσασμένη γάτα… Δεν είν’ έτσι; Δεν είν’ έτσι μωρό μου;» (Του χαιδεύει απαλά το μάγουλο).
ΗΛΙΑΣ (Απομακρύνεται από κοντά της και ξεσπάει): Δεν είναι σωστό αυτό που κάνεις. Επειδή μου πρόσφερες στέγη και ψωμί νομίζεις πως έχεις το δικαίωμα να μου συμπεριφέρεσαι σαν να είμαι σκυλί; (Τεντώνεται και περιφέρεται με ύφος). Έχουμε και κάποια αξιοπρέπεια κυρία μου. Αν θέλεις να μάθεις ρώτα και τον γερο-Μάρκο, τον κολλητό μου, να σου πει για μένα. Εγώ έχω σεβασμό στην παρέα και πάντα με ακούν με προσοχή σε ό,τι τους λέω. Μπορεί κάποιοι πάνω στα νεύρα τους να μου μιλούν άσκημα αλλά μετά αναγνωρίζουν το λάθος τους και μου ζητούν συγνώμη. (Έχει ξεθαρρέψει και ανεβάζει ακόμα τον τόνο της φωνής του). Με αυτά τα καμώματα δεν με ρίχνεις εμένα, δεν είμαι κανένας τυχαίος εγώ, εγώ που με βλέπεις είμαι περιζήτητος στα στέκια μας και όλοι ζητούν την παρέα μου, όλοι προσπαθούν να μάθουν κάτι από εμένα και πάντα ζητούν την γνώμη μου για το κάθε τι. (Αυτάρεσκα). Αυτά για να μάθεις με ποιον έχεις να κάνεις!
ΜΥΡΤΩ (Τον παρακολουθεί με θαυμασμό): Είσαι πολύ σπουδαίος και πολύ όμορφος, δεν το είχα προσέξει αυτό.
ΗΛΙΑΣ (Παίρνει τον παπαγάλο): Το θέλεις το πουλί ή να το πάω πάλι μέσα.
ΜΥΡΤΩ (Εξακολουθεί να τον κοιτάζει με θαυμασμό): Όχι δεν θέλω…
ΗΛΙΑΣ: Το πάω μέσα τότε.
ΜΥΡΤΩ: Μη… μη φύγεις… (Ο Ηλίας βγαίνει. Η Μυρτώ φωνάζει πίσω του με αγωνία). Μη φύγεις σε παρακαλώ, μην με αφήνεις μονάχη αυτήν την στιγμή. Ηλία γύρισε πίσω, θα είμαι φρόνιμη, στο υπόσχομαι!...
ΗΛΙΑΣ (Μπαίνει ανήσυχος): Τι έπαθες; Τι σου συμβαίνει πάλι;
ΜΥΡΤΩ: Έλα κοντά μου και μην ξαναφύγεις, ποτέ!
ΗΛΙΑΣ: Έτσι που φώναζες νόμισα πως έπαθες κάτι κακό.
ΜΥΡΤΩ (Πέφτει στην αγκαλιά του): Μην ξαναφύγεις, δεν θα το αντέξω, μου το υπόσχεσαι;
ΗΛΙΑΣ: Καλά καλά, στο υπόσχομαι.
ΜΥΡΤΩ: Θέλω να είσαι συνέχεια δίπλα μου, κοντά μου.
ΗΛΙΑΣ: Δίπλα σου είμαι, κοντά σου, τόσο που μπορεί να πιάσουμε κορέους.
ΜΥΡΤΩ: Με αγαπάς καθόλου;
ΗΛΙΑΣ (Την κοιτάζει επίμονα στα μάτια. Κάθονται στο πεζούλι. Κατεβάζει το κεφάλι):
ΜΥΡΤΩ: Σε ρώτησα κάτι.
ΗΛΙΑΣ (Κοιτάζει χάμω): Ναι σ’ αγαπάω.
ΜΥΡΤΩ: Πολύ;
ΗΛΙΑΣ: Τι θέλεις τώρα;
ΜΥΡΤΩ: Απάντησέ μου.
ΗΛΙΑΣ: Ναι πολύ…
ΜΥΡΤΩ: Και ας είμαι γριά;…
ΗΛΙΑΣ: Δεν είσαι γριά.
ΜΥΡΤΩ: Είμαι!... Γέρασα Ηλία, όμως μέσα μου…
ΗΛΙΑΣ: Δεν είσαι σου λέω!...
ΜΥΡΤΩ (Μένει για λίγο σιωπηλή. Μετά ενθουσιάζεται): Μπορεί και να έχεις δίκιο! Ποιος μπορεί να προσδιορίσει την ηλικία σου! Σε μια γέρικη τριανταφυλλιά μπορεί να μαραθούν κάποια τριαντάφυλλα αλλά αμέσως η ίδια βγάζει νέα μπουμπούκια που σκορπούν γύρω άρωμα και νιότη! Ποιος μπορεί να πει πως αυτή η τριανταφυλλιά δεν έχει ακόμα ζωή, δεν έχει νιάτα; Όμως τι σημασία έχουν λίγα χρόνια παραπάνω ή παρακάτω μέσα σε ένα κόσμο που ο χρόνος δεν έχει αρχή και τέλος. Η ψυχή γερνάει ποτέ; Ίδια αισθήματα δεν εκπέμπει από την αρχή της ζωής μέχρι το τέλος; Ηλία νιώθω να είμαι δεκαπέντε χρονών κορίτσι, όπως τότε που έκοβα λουλούδια από τον κήπο του σπιτιού μας και έκανα στεφάνια. Νιώθω να πλημμυρίζω από τα ίδια αγνά αισθήματα που ένιωθα και τότε, και τα νιώθω όλα για σένα!
ΗΛΙΑΣ: Μυρτώ σταμάτα, με κάνεις να ντρέπομαι!...
ΜΥΡΤΩ: Είμαστε δυο ψυχές που αργήσαμε να συναντηθούμε, όμως να που βρεθήκαμε. Εμείς οι δυο γεννηθήκαμε για να ενωθούμε!
ΗΛΙΑΣ: Τι είναι αυτά που λες; Δεν καταλαβαίνεις πως με αναστατώνεις;…
ΜΥΡΤΩ: Και εγώ αναστατώνομαι! Νιώθω σαν να γνώρισα πρώτη φορά τον έρωτα και προσπαθώ να ρουφήξω όλο το άρωμα από τον ανθό του! Θέλω να τρέξω σε λιβάδια ανθισμένα και σε βουνοπλαγιές, σε απέραντες αμμουδιές χέρι χέρι μαζί σου! (Σταματάει και τον κοιτάζει). Γίνομαι γελοία έτσι δεν είναι;…
ΗΛΙΑΣ: Γίνεσαι πολύ όμορφή, και εγώ νομίζω πως βρίσκομαι σε όνειρο!
ΜΥΡΤΩ: Ονειρέψου Ηλία, η ζωή είναι ένα μεγάλο όνειρο!
ΗΛΙΑΣ: Σίγουρα δεν με περιπαίζεις;…
ΜΥΡΤΩ: Ποτέ στην ζωή μου δεν ήμουν τόσο αληθινή, τόσο φυσιολογική. Νιώθω να έχω αποκοπεί από την άλλη μου φύση, την εικονική, που μου δημιουργούσε ορισμένα ταμπού και με κρατούσε δέσμια κάποιων αντιλήψεων. Τώρα είμαι ελεύθερη και ερωτευμένη! Δεν με νοιάζει και αν έρθει αύριο ο Βιογράφος!
ΗΛΙΑΣ: Ο Βιογράφος;…
ΜΥΡΤΩ: Αύριο όχι σήμερα!... Μέχρι τότε θέλω να χαρώ την λίγη ζωή που μου μένει μαζί σου!
ΗΛΙΑΣ: Αργήσαμε τόσο πολύ Μυρτώ;
ΜΥΡΤΩ: Ας αργήσαμε, αυτές οι στιγμές αξίζουν όσο μια ζωή!
ΗΛΙΑΣ: Θα τις περάσουμε μαζί, οι δυο μας, δεν είναι έτσι;…
ΜΥΡΤΩ (Τον πιάνει από το χέρι): Οι δυο μας, μέχρι το τέλος! Σ αγαπώ Ηλία!
ΗΛΙΑΣ: Σ αγαπώ Μυρτώ!

ΕΙΚΟΝΑ ΠΕΜΠΤΗ
(Συνέχεια της προηγούμενης εικόνας. Ξημερώνει, στα παράθυρα σκάει το λίγο φως της αυγής. Στο μεταξύ έχουν αλλάξει κάποια πράγματα στην διαρρύθμιση του δωματίου, φαίνεται πιο συμμαζεμένο. Στην μέση της σκηνής υπάρχει τώρα ένα τραπέζι με κεντητό τραπεζομάντιλο και επάνω σερβίτσια. Η Μυρτώ τα κοιτάζει από απόσταση και διορθώνει κάποια από αυτά. Φοράει μια λευκή θεατρική τουαλέτα εποχής που την πείρε από τον θησαυρό του υπογείου. Από αριστερά έρχεται ο Ηλίας φορώντας και αυτός επίσημο θεατρικό ένδυμα και ημίψηλο καπέλο εποχής. Κρατάει ένα μπουκέτο με λουλούδια και της τα προσφέρει).

ΜΥΡΤΩ (Ξαφνιάζεται): Που τα βρήκες τα λουλούδια;
ΗΛΙΑΣ: Τα έφερα το βράδυ όταν ήρθα.
ΜΥΡΤΩ: Είναι πολύ ωραία.
ΗΛΙΑΣ: Χαίρομαι που σ’ αρέσουν.
ΜΥΡΤΩ (Τον αγκαλιάζει): Ηλία είσαι αποκάλυψη!
ΗΛΙΑΣ: Δεν ήξερα πως θα το πάρεις και τα φύλαξα.
ΜΥΡΤΩ: Έχεις πολύ λεπτά αισθήματα. Ποιος θα το φανταζόταν πως εσύ ο άνθρωπος των…
ΗΛΙΑΣ: Ο άνθρωπος των σκουπιδιών.
ΜΥΡΤΩ: Συγχώρεσέ με.
ΗΛΙΑΣ: Γιατί, αφού έτσι είναι;
ΜΥΡΤΩ: Ας το ξεχάσουμε. Ας ξεχάσουμε το παρελθόν μας. Θα τα βάλω στην μέση του τραπεζιού. (Αφήνει τα λουλούδια στο τραπέζι). Απόψε ανοίγουμε μια νέα σελίδα στην ζωή μας και γιορτάζουμε.
ΗΛΙΑΣ: Αλήθεια τι γιορτάζουμε;
ΜΥΡΤΩ: Τι γιορτάζουμε Ηλία;…
ΗΛΙΑΣ: Τι γιορτάζουμε Μυρτώ;
ΜΥΡΤΩ (Του πιάνει τα χέρια): Την γνωριμία μας.
ΗΛΙΑΣ: Είμαι πολύ τυχερός άνθρωπος! Ποτέ δεν φαντάστηκα πως εγώ θα συγκινούσα μια γυναίκα σαν εσένα! Ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω.
ΜΥΡΤΩ: Μην υποτιμάς τον εαυτό σου, έχεις πολλά χαρίσματα που μέχρι τώρα δεν σου δόθηκε η ευκαιρία να τα δείξεις.
ΗΛΙΑΣ: Σε παρακαλώ μη μου λες τέτοια, αισθάνομαι άβολα.
ΜΥΡΤΩ: Να στρώσουμε το τραπέζι, δεν θα προλάβουμε, σε λίγο έρχονται οι καλεσμένοι μας.
ΗΛΙΑΣ: Ποιοι καλεσμένοι;… Περιμένουμε κανένα;
ΜΥΡΤΩ: Την αφρόκρεμα του πνευματικού και του καλλιτεχνικού κόσμου! Θα έρθουν και κάποιοι πολιτικοί!
ΗΛΙΑΣ: Εδώ;…
ΜΥΡΤΩ: Εδώ απόψε! Θα σου γνωρίσω τους φίλους μου!
ΗΛΙΑΣ: Α όχι, εγώ δεν τα πηγαίνω καλά με αυτούς. Όταν βρίσκομαι μπρος σε κάτι τέτοιους με πιάνει γλωσσοδέτης και δεν μπορώ μιλήσω.
ΜΥΡΤΩ: Απόψε όλα αλλάζουν! Αλλάζεις και εσύ, θα γίνεις ο ξενιτεμένος επιχειρηματίας από την Αφρική! Το παιδί που έφυγε για να βρει την τύχη του μα που ποτέ δεν ξέχασε την πατρίδα! Επέστρεψες με δόξα και λεφτά!
ΗΛΙΑΣ: Εγώ;
ΜΥΡΤΩ: Φίλησες το χώμα της και το έβρεξες με ποταμούς δάκρυα!...
ΗΛΙΑΣ: Εγώ δεν κούνησα από το στέκι μου. Όλη μου την ζωή εκεί την πέρασα.
ΜΥΡΤΩ: Έλα τώρα, μην υποτιμάς τον εαυτό σου. Η πολύ μετριοφροσύνη κάνει κακό. (Ισιώνει το φόρεμά της και περιφέρεται με αδημονία). Πως με βρίσκεις; Είναι καλό το φόρεμά μου;
ΗΛΙΑΣ: Πολύ καλό.
ΜΥΡΤΩ: Θέλω να είμαι όμορφη απόψε, να τους εντυπωσιάσω. Τα μαλλιά μου, πως είναι τα μαλλιά μου; Η καρφίτσα μου, η διαμαντένια μου καρφίτσα που είναι; Πρέπει να βρω την καρφίτσα μου, χωρίς αυτήν αισθάνομαι γυμνή.
ΗΛΙΑΣ (Πανικοβάλλεται και αυτός, ψάχνει στο δωμάτιο): Η καρφίτσα, που είναι η καρφίτσα; Εγώ πάντως δεν την έχω δει.
ΜΥΡΤΩ: Κάποιος μου την έκλεψε.
ΗΛΙΑΣ: Σου ορκίζομαι δεν…
ΜΥΡΤΩ: Τι θα κάνω τώρα χωρίς καρφίτσα; Πως θα τους υποδεχτώ;
ΗΛΙΑΣ: Εγώ δεν βλέπω κανένα να έρχεται, ποιος τρελός θα ξεκινούσε να έρθει σε αυτήν την άκρη στα μαύρα μεσάνυχτα. Και να σου πω την γνώμη μου, καλύτερα να μην έρθουν, πιο καλά θα περάσουμε οι δυο μας. Τι λες πηγαίνουμε να στρώσουμε το τραπέζι; Θ αρχίσουμε οι δυο μας και όποιος έρχεται θα τον βάζουμε στην παρέα μας.
ΜΥΡΤΩ: Είναι αγένεια…
ΗΛΙΑΣ (Κοιτάζει τα παράθυρα): Κοίταξε!... Η νύχτα φεύγει, σε λίγο ξημερώνει, αν ήταν κάποιος να έρθει θα είχε έρθει μέχρι τώρα. (Την πηγαίνει στο παράθυρο). Έλα να δεις. Σταμάτησε η βροχή, δεν υπάρχουν πια σύννεφα. Θα έχουμε ωραία μέρα σήμερα!
ΜΥΡΤΩ: Αλήθεια ξημερώνει!... Όταν φέξει θα βγούμε έξω, θα τραβήξουμε κατά το βουνό. Δεν θα είναι ωραία;
ΗΛΙΑΣ: Πολύ ωραία! Οι δυο μας στο δάσος, θα είναι σαν όνειρο!
ΜΥΡΤΩ: Μια νέα μέρα αρχίζει!..
ΗΛΙΑΣ: Η δική μας ημέρα! Μυρτώ… σε ευχαριστώ!
ΜΥΡΤΩ: Ηλία σε ευχαριστώ!
ΗΛΙΑΣ: Αξίζει να ζεις μια τέτοια ζωή δεν είναι έτσι;
ΜΥΡΤΩ: Έτσι είναι!... (Μένουν για λίγο κοιτώντας ο ένας τον άλλον).
ΗΛΙΑΣ: Το τραπέζι, δεν θα το στρώσουμε;
ΜΥΡΤΩ: Ξεχαστήκαμε!...
ΗΛΙΑΣ: Θα πάω να φέρω πράματα. Στόλισέ το εσύ. (Βγαίνει. Η Μυρτώ φτιάχνει τα λουλούδια και τα τοποθετεί σε ένα βάζο στο κέντρο του τραπεζιού. Ο Ηλίας έρχεται με μια μεγάλη ξεροψημένη γαλοπούλα και ένα μπουκάλι σαμπάνιας). Κάνε χώρο να βάλουμε την γαλοπούλα.
ΜΥΡΤΩ: Που την βρήκες;
ΗΛΙΑΣ: Την βρήκα στα ράφια, εκεί που έχεις και άλλα πράματα.
ΜΥΡΤΩ: Είναι από το φροντιστήριο του θεάτρου.
ΗΛΙΑΣ: Και σαμπάνια.
ΜΥΡΤΩ: Και αυτή εκεί την βρήκες;
ΗΛΙΑΣ: Όχι την έφερα το βράδυ μαζί με τα λουλούδια.
ΜΥΡΤΩ: Ηλία είσαι απρόβλεπτος.
ΗΛΙΑΣ: Είπαμε πως θα γιορτάσουμε.
ΜΥΡΤΩ: Θα πιούμε όλο το μπουκάλι;
ΗΛΙΑΣ: Όλο. Και αν χρειαστεί θα ανοίξουμε και άλλη…
ΜΥΡΤΩ: Μη μου πεις, μη μου πεις… Τα είχες σχεδιάσει όλα… Θέλεις να με μεθύσεις… Είσαι επικίνδυνος!
ΗΛΙΑΣ: Θέλω απόψε να σε μεθύσω, θέλω να μεθύσουμε και οι δυο!
ΜΥΡΤΩ: Για να μην ελέγχουμε τον εαυτό μας… Είσαι παμπόνηρος!...
ΗΛΙΑΣ: Είμαι ευτυχισμένος και θέλω να είσαι και εσύ! (Σηκώνει το μπουκάλι). Να την ανοίξω;
ΜΥΡΤΩ: Που τα έμαθες εσύ αυτά;
ΗΛΙΑΣ: Το τσούζαμε πότε πότε με την παρέα. Την ανοίγω…
ΜΥΡΤΩ: Περίμενε να φέρω ποτήρια της σαμπάνιας, κρυστάλλινα ποτήρια. Και σερβίτσια πολυτελείας, πορσελάνινα σερβίτσια. Θα τα πάρω μέσα αυτά. Το δείπνο απόψε θα είναι επίσημο! (Παίρνει τα παλιά σερβίτσια και βγαίνει. Ο Ηλίας φέρνει τις καρέκλες και ταχτοποιεί το τραπέζι. Από τις φαρδιές τσέπες του βγάζει δυο κεριά. Τα ανάβει και ψάχνει να βρει χώρο να τα τοποθετήσει).
ΜΥΡΤΩ (Έρχεται με τα νέα σερβίτσια και τα ποτήρια): Σερβίτσια για την γαλοπούλα, για την σαλάτα, για το γλυκό. Ποτήρια για σαμπάνια, για κονιάκ, για κρασί. Όλα κρυστάλλινα!... (Βλέπει τα κεριά και αναφωνεί). Έφερες και κεριά;… Ηλία είσαι αποκάλυψη!
ΗΛΙΑΣ: Που να τα βάλω;
ΜΥΡΤΩ: Περίμενε να φέρω κηροπήγια, ασημένια κηροπήγια. Είναι όλα από τον θησαυρό του θεάτρου. (Αφήνει τον δίσκο με τα σερβίτσια, πρόχειρα στο τραπέζι και βγαίνει. Ο Ηλίας κρατάει τα αναμμένα κεριά και δίνει πήδους θριάμβού. Η Μυρτώ έρχεται με τα κηροπήγια). Χορεύεις;…
ΗΛΙΑΣ: Πηδάω!
ΜΥΡΤΩ: Γιατί;
ΗΛΙΑΣ: Δεν ξέρω, όποτε είμαι χαρούμενος πηδάω! Έρχεται μόνο του, εγώ δεν μπορώ να το ελέγξω.
ΜΥΡΤΩ (Ταχτοποιεί τα σερβίτσια): Πήδα λοιπόν αφού σε ευχαριστεί.
ΗΛΙΑΣ: Εσύ τώρα γελάς μαζί μου…
ΜΥΡΤΩ: Όχι, καθόλου. Μου αρέσει να σε βλέπω χαρούμενο.
ΗΛΙΑΣ: Δεν σε πειράζει που πηδάω σαν μαϊμού;
ΜΥΡΤΩ: Δεν με πειράζει, και δεν πηδάς σαν μαϊμού. Πες μου, σου αρέσει έτσι που φτιάχνω το τραπέζι;
ΗΛΙΑΣ: Να σταματήσω να πηδάω;
ΜΥΡΤΩ: Πρέπει να μου δώσεις τα κεριά.
ΗΛΙΑΣ (Σταματάει και τις τα δίνει): Ξέχασα πως ακόμα τα κρατάω… Όταν αρχίζω το πήδημα ξεχνιέμαι από όλα.
ΜΥΡΤΩ: Θα βάλω εδώ τα κηροπήγια, πως σου φαίνονται;
ΗΛΙΑΣ (Κάνει τον γύρο του τραπεζιού): Πολύ ωραία, ό,τι και αν φτιάχνεις εσύ είναι ωραίο! Πρώτη φορά στην ζωή μου βλέπω τόσο όμορφο τραπέζι!
ΜΥΡΤΩ: Έγινε ωραίο, γιατί συνέβαλες και εσύ.
ΗΛΙΑΣ: Απόψε θα φάμε σαν πλούσιοι!
ΜΥΡΤΩ: Σαν πρίγκιπες.
ΗΛΙΑΣ: Σαν πρίγκιπες!... Και εσύ μοιάζεις με πριγκίπισσα… με νεράιδα!
ΜΥΡΤΩ (Ξαφνιάζεται): Που τα έμαθες αυτά; Ποιος σε έμαθε να μιλάς έτσι;
ΗΛΙΑΣ (Τρομάζει): Είπα τίποτα κακό;
ΜΥΡΤΩ: Όχι, το αντίθετο.
ΗΛΙΑΣ: Συχώρεσέ με…
ΜΥΡΤΩ: Μη μου ζητάς συγνώμη, είσαι το κάτι άλλο απόψε!
ΗΛΙΑΣ: Πρέπει να μάθω να μιλάω... θα μιλάω αφού πρώτα σκέφτομαι τι πρέπει να πω.
ΜΥΡΤΩ: Να μιλάς χωρίς να σκέπτεσαι, να λες ότι αισθάνεσαι εκείνη την στιγμή, όπως πριν, και ας μην είναι αλήθεια.
ΗΛΙΑΣ: Αλήθεια είναι!... Έτσι σε είδα ξαφνικά!
ΜΥΡΤΩ: Ωραία τότε… πήγαινε να φέρεις και την τούρτα.
ΗΛΙΑΣ: Την τούρτα;… Α ναι, την τούρτα. (Πηγαίνει στην πόρτα δεξιά, σταματάει και ξαναγυρίζει). Έτσι σε είδα, έτσι σε βλέπω!... με αυτό το αραχνοΰφαντο φόρεμα!
ΜΥΡΤΩ: Ηλία…
ΗΛΙΑΣ: Μοιάζεις σαν να βγήκες μέσα από ένα παραμύθι!...
ΜΥΡΤΩ: Την τούρτα…
ΗΛΙΑΣ (Τρέχει δεξιά): Την τούρτα… (Βγαίνει. Η Μυρτώ κάνει τις τελευταίες διορθώσεις στο στόλισμα του τραπεζιού απαγγέλλοντας τους πρώτους στίχους της Ηλέκτρας. «Ώ άγιο φως τουρανού/ και συ αγέρα, που ολόγυρα ζώνεις την γη/…» Αφήνει το στόλισμα του τραπεζιού και ορθώνει το σώμα της. Η φωνή της δυναμώνει, γίνεται διαφραγματική, το μέταλλο βγαίνει αβίαστα συγκλονιστικό. Το κορμί της τεντώνεται και αποκτά ύψος. «Πόσες μ’ άκουσες φορές/ να πικρό-θρηνωδώ/ κι αιματό-στηθοδέρνομαι όταν παίρνει η αυγή να χαράζει!...» Ο Ηλίας έχει μπει κρατώντας την τούρτα. Στέκει παράμερα και την παρακολουθεί. Αυτή τον βλέπει και σταματά).
ΗΛΙΑΣ: Μη σταματάς.
ΜΥΡΤΩ: Αφού σε ενοχλεί.
ΗΛΙΑΣ: Τώρα πια δεν με ενοχλεί. Ξαφνικά νόμισα πως δεν είσαι εσύ. Που βρήκες όλη αυτήν την δύναμη, αυτήν την κορμοστασιά. Έμοιαζες σαν ένα άγαλμα, που είχα δει κάποτε σε έναν αρχαίο ναό.
ΜΥΡΤΩ: Δεν ξέρω, αυτό είναι ανεξήγητο, όταν παίζω γίνομαι άλλος άνθρωπος.
ΗΛΙΑΣ: Σαν και εκείνο το άγαλμα! Συνέχισε, άρχισες να θυμάσαι!
ΜΥΡΤΩ: Τώρα πια τα ξέχασα.
ΗΛΙΑΣ: Όταν θυμηθείς ξαναπές το, μη σταματάς καθόλου. (Κοιτάζει την τούρτα). Η τούρτα είναι ψεύτικη.
ΜΥΡΤΩ: Είναι και αυτή από την συλλογή του θεάτρου.
ΗΛΙΑΣ: Και δεν τρώγεται;
ΜΥΡΤΩ: Στο θέατρο την τρώμε.
ΗΛΙΑΣ: Πως;
ΜΥΡΤΩ: Θεατρικά.
ΗΛΙΑΣ: Δεν καταλαβαίνω.
ΜΥΡΤΩ: Δεν είσαι ηθοποιός γι αυτό.
ΗΛΙΑΣ: Δηλαδή φάτε μάτια ψάρια…
ΜΥΡΤΩ: Όπως το πάρει κανείς.
ΗΛΙΑΣ: Και αν πεινάτε;
ΜΥΡΤΩ: Χορταίνουμε.
ΗΛΙΑΣ: Πως γίνεται αυτό;
ΜΥΡΤΩ: Αρκεί να μπεις στο πετσί του ρόλου σου, να ζήσεις τον ήρωα που υποδύεσαι.
ΗΛΙΑΣ: Και τότε χορταίνετε;
ΜΥΡΤΩ: Ναι.
ΗΛΙΑΣ: Αυτό εγώ δεν το καταλαβαίνω, εγώ αν δεν σαβουρώσω κάτι στο στομάχι μου αποκλείεται να χορτάσω.
ΜΥΡΤΩ: Είναι θέμα άσκησης.
ΗΛΙΑΣ: Μάλιστα. (Κοιτάζει την γαλοπούλα). Και η γαλοπούλα;…
ΜΥΡΤΩ: Ναι.
ΗΛΙΑΣ: Είναι και αυτή ψεύτικη;
ΜΥΡΤΩ: Είναι θεατρική.
ΗΛΙΑΣ: Ποια η διαφορά; (Μένει σκεφτικός. Κοιτάζει την Μυρτώ). Και εσύ;…
ΜΥΡΤΩ: Τι εγώ;
ΗΛΙΑΣ: Είσαι αληθινή, δεν είναι έτσι;…
ΜΥΡΤΩ: Εσύ είπες πως βγήκα από το παραμύθι, και το θέατρο παραμύθι είναι!
ΗΛΙΑΣ: Εγώ δεν εννοούσα αυτό…
ΜΥΡΤΩ: Τι σημασία έχει, Ο Σαίξπηρ είπε πως η ζωή είναι ένα μεγάλο θέατρο, ένα ατέλειωτο παραμύθι.
ΗΛΙΑΣ: Και η αγάπη μας;
ΜΥΡΤΩ: Είναι αληθινή.
ΗΛΙΑΣ: Επιτέλους!
ΜΥΡΤΩ: Και το θέατρο είναι αληθινό, αρκεί να το πιστέψεις και να ζεις αλήθειες πάνω στην σκηνή.
ΗΛΙΑΣ: Τώρα με μπέρδεψες πάλι. (Παύση. Πάει και κάθεται σε μια καρέκλα. Δείχνει προβληματισμένος). Εγώ σε αγάπησα αληθινά!
ΜΥΡΤΩ: Και εγώ! Είσαι ό,τι πιο ωραίο μου έτυχε στην ζωή μου!
ΗΛΙΑΣ: Πως το ξέρεις; Αφού δεν θυμάσαι όλη σου την ζωή;
ΜΥΡΤΩ: Όση θυμάμαι.
ΗΛΙΑΣ: Και η άλλη;… Αν ξαφνικά πεταχτεί μπροστά σου κάποιος ερίφης από την άλλη σου ζωή και θυμηθείς;
ΜΥΡΤΩ: Θα σε αγαπώ το ίδιο.
ΗΛΙΑΣ: Θεατρικά;
ΜΥΡΤΩ: Αληθινά.
ΗΛΙΑΣ (Πηγαίνει στο τραπέζι και παίρνει την σαμπάνια): Θα την ανοίξω, θέλω να πιω.
ΜΥΡΤΩ: Και εγώ.
ΗΛΙΑΣ: Αυτή τουλάχιστον είναι αληθινή.
ΜΥΡΤΩ: Σαν το θέατρο.
ΗΛΙΑΣ: Άντε πάλι με το θέατρο… ας αφήσουμε για λίγο το θέατρο και ας γίνουμε εμείς, η Μυρτώ και ο Ηλίας, οι αληθινοί!
ΜΥΡΤΩ: Είμαστε αληθινοί! (Παύση). Τώρα δεν θέλω να ξαναγυρίσω πίσω!... Δεν θέλω να θυμηθώ!... Μου αρέσει που είμαι μαζί σου! Οι λίγες στιγμές που ζούμε μαζί μοιάζουν σαν ένας αιώνας ζωής!
ΗΛΙΑΣ (Παίρνει θέση και κάνει μια στροφή): Πως με βρίσκεις;
ΜΥΡΤΩ: Υπέροχο.
ΗΛΙΑΣ: Πρέπει να ήτανε λίγο πιο φαρδύς ο μακαρίτης.
ΜΥΡΤΩ: Δεν είναι κανενός μακαρίτη, είναι από το βεστιάριο του θεάτρου.
ΗΛΙΑΣ: Και αυτό;
ΜΥΡΤΩ: Και αυτό.
ΗΛΙΑΣ: Ε καλά, κάποιος το φορούσε.
ΜΥΡΤΩ: Δεν θυμάμαι από πια παράσταση είναι, εσένα όμως σου πάει πολύ. Και το καπέλο σου δίνει αρχοντιά.
ΗΛΙΑΣ: Έτσι νομίζεις; Εγώ νιώθω σαν μάγειρας σε ψησταριά. (Κάνει να το βγάλει).
ΜΥΡΤΩ: Όχι όχι, μην το βγάζεις, σε κάνει ανώτερο άνθρωπο.
ΗΛΙΑΣ: Για πόσο θα το φοράω;
ΜΥΡΤΩ: Μέχρι το τέλος της νύχτας.
ΗΛΙΑΣ: Ποιας νύχτας.
ΜΥΡΤΩ: Της αποψινής. Όσο θα κρατήσει η γιορτή μας.
ΗΛΙΑΣ: Ξημερώνει!...
ΜΥΡΤΩ: Δεν θα ανοίξουμε την σαμπάνια;
ΗΛΙΑΣ (Παίρνει το μπουκάλι): Ναι ναι, ξεχαστήκαμε. Την ανοίγω… μην τρομάξεις. (Την ανοίγει, ο φελλός πετιέται). Αφρίζει, γρήγορα τα ποτήρια. (Η Μυρτώ τα κρατάει ο Ηλίας τα γεμίζει).
ΜΥΡΤΩ (Του δίνει το δικό του): Στην ευτυχία μας!...
ΗΛΙΑΣ: Στην ομορφιά σου!
ΜΥΡΤΩ: Μην το κρατάς έτσι, το ποτήρι της σαμπάνιας θέλει ανάλαφρο κράτημα, θέλει χάρη!
ΗΛΙΑΣ: Έχει τόση σημασία;
ΜΥΡΤΩ: Έχει!... Η μισή απόλαυση βρίσκεται στο κράτημα, στην κίνηση. Να δες εμένα!
(Ο Ηλίας κάνει προσπάθεια να την μιμηθεί. Πίνουν).
ΜΥΡΤΩ (Απλώνει τα χέρια σαν φτερούγες): Πως σου φαίνομαι;…
ΗΛΙΑΣ: Είσαι όμορφη.
ΜΥΡΤΩ: Είμαι πουλί, θέλω να πετάξω! Ένα παραδείσιο πουλί!
ΗΛΙΑΣ: Ένα όμορφο πουλί!
ΜΥΡΤΩ: Ο καθρέφτης μου δείχνει άλλα.
ΗΛΙΑΣ: Αν μπορούσε να σε δει με τα μάτια τα δικά μου, θα σου έδειχνε την αλήθεια.
ΜΥΡΤΩ: Ποια είναι η αλήθεια;
ΗΛΙΑΣ: Αυτή που βλέπω εγώ!
ΜΥΡΤΩ: Βάλε να πιούμε και άλλο.
ΗΛΙΑΣ (Βάζει πάλι στα ποτήρια): Θα μεθύσεις.
ΜΥΡΤΩ: Στην γνωριμία μας!
ΗΛΙΑΣ: Να μην τελειώσει η αποψινή νύχτα! (Πίνουν). Πως νιώθεις;
ΜΥΡΤΩ: Πολύ ωραία! Εσύ;
ΗΛΙΑΣ: Θαυμάσια!
ΜΥΡΤΩ: Δεν καθόμαστε;
ΗΛΙΑΣ: Να πιούμε άλλο ένα;
ΜΥΡΤΩ: Να πιούμε. (Πίνουν).
ΗΛΙΑΣ: Ζαλίζεσαί;
ΜΥΡΤΩ: Λίγο.
ΗΛΙΑΣ: Τι θα κάνουμε τώρα;
ΜΥΡΤΩ: Θα χορέψουμε!
ΗΛΙΑΣ: Πως αφού δεν έχουμε μουσική.
ΜΥΡΤΩ: Θα σου τραγουδάω εγώ.
ΗΛΙΑΣ: Δεν ξέρω να χορεύω.
ΜΥΡΤΩ: Θα σε μάθω εγώ. (Τον πιάνει και τραγουδάει ένα βαλς. Χορεύουν άτσαλα. Κάνουν μια στροφή και σταματάνε. Παραπατάνε). Ζαλίζομαι! (Κάθεται).
ΗΛΙΑΣ: Και εγώ.
ΜΥΡΤΩ: Φαίνεται πως γέρασα πολύ!... Αισθάνομαι σαν γριά εκατό χρονών!...
ΗΛΙΑΣ: Εγώ δεν βλέπω να είσαι πάνω από είκοσι! Το πρόσωπό σου ροδοκοκκίνισε.
ΜΥΡΤΩ: Είναι από τη σαμπάνια.
ΗΛΙΑΣ (Κάθεται απέναντί της στο τραπέζι. Σηκώνει το μπουκάλι της σαμπάνιας): Το μπουκάλι άδειασε. Να πάω να φέρω και την άλλη;
ΜΥΡΤΩ: Όχι μην φεύγεις από κοντά μου!
ΗΛΙΑΣ (Βγάζει από την τσέπη του δυο πούρα. Της προσφέρει το ένα): Καπνίζεις;
ΜΥΡΤΩ: Δεν ξέρω, έχω πολύ καιρό…
ΗΛΙΑΣ: Είναι πούρα Αβάνας.
ΜΥΡΤΩ: Που τα βρήκες;
ΗΛΙΑΣ: Τα αγόρασα για εμάς, για απόψε!
ΜΥΡΤΩ: Που βρήκες τα λεφτά;
ΗΛΙΑΣ: Πούλησα κάτι χάλκινα που είχα μαζέψει.
ΜΥΡΤΩ: Άναψέ μου. (Αυτός ανάβει τα πούρα. Τα καπνίζουν με απόλαυση).
ΗΛΙΑΣ: Πως σου φαίνεται;
ΜΥΡΤΩ: Έχω καπνίσει πολλές φορές πούρα από την Κούβα, όμως πρώτη φορά νιώθω τόση απόλαυση. Εσύ το απολαμβάνεις;
ΗΛΙΑΣ: Ναι και ας μην είμαι καπνιστής.
ΜΥΡΤΩ: Είναι η παρέα μας, είναι η αγάπη μας.
ΗΛΙΑΣ: Σωστά η αγάπη μας.
ΜΥΡΤΩ: Είναι η ωραία ατμόσφαιρα, είναι το πλούσιο δείπνο μας.
ΗΛΙΑΣ (Κοιτάζει τα ψεύτικα φαγητά): Και τα γευστικά φαγητά μας.
ΜΥΡΤΩ: Η αύρα που περιβάλει το τραπέζι μας! Το νιώθεις και εσύ δεν είναι έτσι;
ΗΛΙΑΣ: Ναι Μυρτώ, το νιώθω βαθιά μέσα μου, το νιώθω γύρω μου, το νιώθω στον αέρα που αναπνέω! Νιώθω πόσο αληθινά είναι όλα κοντά σου!
ΜΥΡΤΩ: Σαν το θέατρο!
ΗΛΙΑΣ: Είναι τόσο αληθινό το θέατρο;
ΜΥΡΤΩ: Όχι πάντα, αλλά αν πετύχει έχει την δύναμη να σου αλλάξει την διάθεση, τον ψυχισμό σου!
ΗΛΙΑΣ: Όπως τώρα;
ΜΥΡΤΩ: Όπως τώρα!... Νιώθω την καρδιά μου να χτυπά δυνατά, σαν πρωτόβγαλτο κοριτσάκι! Νιώθω εσένα σαν τον δικό μου άνθρωπο, σαν να σε γνωρίζω χρόνια!
ΗΛΙΑΣ: Αλήθεια είναι!…
ΜΥΡΤΩ: Νιώθεις και εσύ την ψυχή σου να δονείται;
ΗΛΙΑΣ: Ναι Μυρτώ!
ΜΥΡΤΩ: Είσαι και εσύ πλημμυρισμένος από συγκίνηση και ευτυχία;
ΗΛΙΑΣ: Ναι Μυρτώ, έτσι νιώθω όπως τα λες. Δεν μπορώ να πιστέψω πως μια τόσο σπουδαία κυρία έριξε το βλέμμα της πάνω μου. Εσύ έχεις την δυνατότητα να λες αυτά που νιώθεις, εγώ όμως είμαι γεμάτος αισθήματα και δεν μπορώ να στα ομολογήσω! Μπορώ όμως να στα πω πηδώντας, και αυτή τη στιγμή δεν κρατιέμαι άλλο. (Σηκώνεται και αρχίζει ένα πρωτόγονο χορό γύρω από το τραπέζι που αποτελείται από μικρά και μεγάλα πηδήματα, ενώ συγχρόνως βγάζει ρυθμικές άναρθρες κραυγές). Έλα Μυρτώ, αν έρθεις μπορεί να καταλάβεις τι σου λέω!
ΜΥΡΤΩ: Δεν μπορώ, είμαι κουρασμένη και η σαμπάνια με ζάλισε.
ΗΛΙΑΣ (Σταματάει): Φαίνεται πως κουράστηκα και εγώ. Τα πόδια μου τρέμουν, λες να γέρασα;
ΜΥΡΤΩ: Μη, μην το ξαναπείς αυτό!... Όχι απόψε!...
ΗΛΙΑΣ: Κι όμως μέσα μου νιώθω τόσο νέος, γιατί;…
ΜΥΡΤΩ: Απόψε είμαστε νέοι και ωραίοι! Μπορεί τα σώματα μας να μην συμφωνούν, όμως εμείς επιμένουμε!
ΗΛΙΑΣ: Επιμένουμε!
ΜΥΡΤΩ: Δεν φταίμε εμείς που ήρθε καθυστερημένα η γνωριμία μας.
ΗΛΙΑΣ: Όχι δεν φταίμε, έχεις δίκιο.
ΜΥΡΤΩ: Θα ρουφήξουμε την ομορφιά της ζωής και του έρωτα και ας περιμένει αυτός!
ΗΛΙΑΣ: Ποιος αυτός;
ΜΥΡΤΩ: Ο Βιογράφος. Μου είπε πως την στιγμή που θα θυμηθώ τον μονόλογο της Ηλέκτρας, θα έρθει και το τέλος.
ΗΛΙΑΣ (Αναστατωμένος): Ποιο τέλος, ποιας Ηλέκτρας;… Δεν ξέρει τι λέει αυτός… Μην τον ξαναβάλεις στο στόμα σου! Εμείς τώρα αρχίσαμε να ζούμε, δεν του πέφτει λόγος αυτουνού! Η ζωή είναι δική μας, μόνο δική μας!
ΜΥΡΤΩ (Απλώνει το χέρι της και πιάνει το δικό του): Ηλία σ’ ευχαριστώ!
ΗΛΙΑΣ: Μη μου ξαναμιλήσεις για αυτόν!
ΜΥΡΤΩ: Ήρθες στην ζωή μου στην πιο κρίσιμη στιγμή! Είμαι ευτυχισμένη!
ΗΛΙΑΣ: Η ευτυχία φαίνεται στο πρόσωπό σου, λάμπεις ολόκληρη!
ΜΥΡΤΩ: Εσύ ρίχνεις το φως, αν φύγεις θα σκοτεινιάσει πάλι. Μη φύγεις Ηλία!
ΗΛΙΑΣ: Δεν το ’χω σκοπό. Που θα ξαναβρώ τέτοια ομορφιά;
ΜΥΡΤΩ: Είσαι ένας…είσαι ένας γητευτής!
ΗΛΙΑΣ: Τι είναι αυτό βρισιά;
ΜΥΡΤΩ: Όπως το πάρεις… Με έχεις ξετρελάνει απόψε!...
ΗΛΙΑΣ: Εγώ;… εγώ δεν έκανα τίποτα.
ΜΥΡΤΩ: Έλα κοντά μου, μη στέκεις μακριά. Πάρε την καρέκλα και έλα κοντά μου.
ΗΛΙΑΣ (Πηγαίνει κοντά της): Θα μου πεις το παραμύθι;…
ΜΥΡΤΩ: Ποιο παραμύθι;
ΗΛΙΑΣ: Εκείνο που άρχισες να μου λες το βράδυ.
ΜΥΡΤΩ: Δεν θυμάμαι.
ΗΛΙΑΣ: Για την αρπαγή της Ωραίας Ελένης… για την εκστρατεία στην Τροία. Είχες ξεχάσει την συνέχεια.
ΜΥΡΤΩ: Μιλάς για την ιστορία των Ατρειδών;…
ΗΛΙΑΣ: Το θυμήθηκες τώρα;
ΜΥΡΤΩ: Για στάσου… Ναι!...
ΗΛΙΑΣ: Πες μου το
ΜΥΡΤΩ: Να στο πω: Όταν μετά είκοσι χρόνια γύρισε ο βασιλιάς Αγαμέμνονας από την εκστρατεία του στην Τροία βρήκε το σπίτι του και το συζυγικό του κρεβάτι κατειλημμένο από τον ξάδερφο του τον Αίγισθο.
ΗΛΙΑΣ: Κοιμόταν με την γυναίκα του;
ΜΥΡΤΩ: Και όχι μόνο. Είχε καταλάβει εκτός από την γυναίκα του και το βασίλειό του, τις Μυκήνες.
ΗΛΙΑΣ: Ά τον παλιάνθρωπο.
ΜΥΡΤΩ: Όταν έμαθαν πως γύρισε ο Αγαμέμνονας, κατέστρωσαν ένα πανούργο σχέδιο και αφού τον παγίδεψαν μέσα στο παλάτι τον έσφαξαν.
ΗΛΙΑΣ: Ποιοι;
ΜΥΡΤΩ: Η γυναίκα του και ο ξάδερφος του.
ΗΛΙΑΣ: Αυτοί δεν ήταν άνθρωποι, ήταν τέρατα!
ΜΥΡΤΩ: Από τότε, η κόρη του Ηλέκτρα τριγυρνούσε μέσα και έξω από το παλάτι θρηνώντας και ζητώντας εκδίκηση.
ΗΛΙΑΣ (Παθιάζεται): Εκδίκηση!...
ΜΥΡΤΩ (Σηκώνεται, σαν κάποια ανώτερη δύναμη να την τράβηξε, και ορθώνει το κορμί της. Στέκει για λίγο με τα μάτια κλειστά και το κεφάλι ψηλά. Μετά αρχίζει με πάθος τον μονόλογο της Ηλέκτρας):
Ώ Άγιο φως τουρανού
Και συ αγέρα, που ολόγυρα ζώνεις τη γη,
Πόσες μ, άκουσες, πόσες φορές
Να πικρό-θρηνωδώ
Και αιματό-στηθοδέρνομαι
Όταν παίρν’ η αυγή να χαράζει!
(Ο Ηλίας γονατίζει μπρος από την Μυρτώ σαν να προσεύχεται. Η Μυρτώ συνεχίζει).
Κι όσο πια για τις ό-λονυχτίες μου,
Ξέρ’ η αθλία μου η κλίνη, στο σκοτεινό
μεσ΄ αυτό το παλάτι, όσα δάκρυα
για τον άμοιρο χύνω πατέρα μου,
που εκεί κάτω στην χώρα την βάρβαρη
ο φονιάς δεν τον φίλεψε ο Άρης,
μα η κακούργα μου η μάνα κι ο Αίγιστος,
τ’ άξιο ταίρι της, σαν ξυλοκόποι
ένα δέντρο, του σκίσανε
με πελέκι φονικό το κεφάλι,
κι άλλος, έξω από μένα, δε βρέθη κανείς
για να σ΄ έ-λεηθεί,
που με τέτοιο, πατέρα μου, ελεεινό
κι ανάξιο θάνατο πήγες.
(Ο Ηλίας έχει μείνει άφωνος, έχει την αίσθηση πως απέναντί του δεν βρίσκεται η Μυρτώ μα μια Αγία και ασυναίσθητα κάνει τον σταυρό του, τα χείλια του τρέμουν και από τα μάτια του τρέχουν δάκρυα. Όταν σταματάει την κοιτάζει για πολλή ώρα, γίνεται ένα ταμπλό-βιβάν. Ο Ηλίας σηκώνεται).
ΗΛΙΑΣ (Με τρεμάμενη φωνή): Μυρτώ εσύ είσαι; Συχώρεσέ με, μα για μια στιγμή είδα ένα φωτοστέφανο στο κεφάλι σου! (Η Μυρτώ παραμένει ασάλευτη). Αυτό μου είχε συμβεί άλλη μια φορά, όταν μικρός πήγα με την γιαγιά μου σε ένα μοναστήρι που είχε ολονυχτία, έβλεπα συνέχεια μια εικόνα Αγίου που το πρόσωπό του είχε σκεπαστεί από τους καπνούς των κεριών. Τότε για μια στιγμή βλέπω τον Άγιο να βγαίνει από το σκοτεινό του κάδρο και να υψώνεται μπρος στο ιερό της εκκλησίας, έλαμπε ολόκληρος και η λάμψη του φώτιζε όλη την εκκλησία. Παπάδες, ψαλτάδες, καλόγεροι και προσκυνητές είχαν εξαφανιστεί και έμενε θεόρατος και περήφανος ο Άγιος να απλώνει τα χέρια του πάνω μου. Έτρεμα από την συγκίνηση και ασυναίσθητα έκανα συνέχεια τον σταυρό μου. Όταν χάθηκε ο Άγιος, κοίταξα την εικόνα και τον είδα πάλι μέσα στο κάδρο του μελαγχολικό και μουτζουρωμένο. Κοίταξα γύρω μου, η λειτουργία είχε τελειώσει και η εκκλησία είχε αδειάσει, μόνο η γιαγιά μου ήταν εκεί και μου μιλούσε αλλά εγώ δεν την άκουγα. (Κοιτάζει την Μυρτώ, αυτή έχει μείνει ασάλευτη). Μυρτώ εσύ με ακούς;
ΜΥΡΤΩ: Θυμήθηκα!.... Θυμάμαι!...
(Ο Ηλίας πηγαίνει κοντά της, αυτή καταρρέει. Ο Ηλίας προλαβαίνει και τη πιάνει. Την καθίζει σε μία πολυθρόνα. Η Μυρτώ γέρνει το κεφάλι).


ΤΕΛΟΣ

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ - ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΟ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
Πλωτάρχου Μπλέσσα 7
ΠΕΙΡΑΙΑΣ 185 34
e-mail: georgiadistheatroyahoo.gr
ΤΗΛ. 210-4136673 κιν. 6936915300

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ


ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ

Το www.theaterinfo.gr είναι ένα website αφιερωμένο στο θέατρο. Τα πάντα για το ελληνικό και το παγκόσμιο θέατρο, μια δημιουργία του www.internetinfo.gr.

INTERNETINFO © ΘΕΑΤΡΟ INFO.GR