Θέατρο Info.gr . Τα πάντα για το θέατρο.
Godotmania
Peter Hall

Η πρεμιέρα του, 50 χρόνια πριν, αγνοήθηκε. Όταν έφθασε στο Λονδίνο, χλευάστηκε. Αλλά, λέει ο Peter Hall, από το Περιμένοντας τον Γκοντό του Samuel Beckett, το θέατρο δεν είναι ποτέ το ίδιο

«Μια ώρα βρισκόμουν βυθισμένος στη μπανιέρα μου σκεπτόμενος, και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η επιτυχία του Περιμένοντας τον Γκοντό σημαίνει το τέλος του θεάτρου όπως το γνωρίζαμε μέχρι σήμερα». Ο Robert Morley, ο διάσημος καρατερίστας ηθοποιός, έκανε αυτή την προφητεία το 1955. Η γενιά του –μεσήλικη τότε– ως επί το πλείστον επιδοκίμαζε τη μελαγχολία του. Η γενιά μου, των είκοσι χρόνων και κάτι, χαιρόταν.
Η «ιστορία» άρχισε ακριβώς 50 χρόνια πριν, στις 5 Ιανουαρίου 1953, όταν δόθηκε η πρώτη παράσταση του Γκοντό σ’ ένα θέατρο 75 θέσεων στο Παρίσι. Στη Γαλλία πήγαινε κανείς εκείνη την εποχή για να δει ριζοσπαστικό θέατρο. Είτε ήσαν οι σουρεαλιστικές εικόνες του Eugene Ionesco, είτε το κλασικό μεγαλείο του Jean-Louis Barrault και της Madeleine Renaud, είτε η πολιτική φιλοσοφία του Jean-Paul Sartre, το Παρίσι συνεχώς επισκίαζε το Λονδίνο.
Και τότε ήρθε ο Σάμιουελ Μπέκετ, που σύντομα θα αναγνωριζόταν ως ο μέγας ανανεωτής όλων αυτών. Αλλά δεν εμφανίστηκε έτσι από την πρώτη στιγμή – στην πραγματικότητα ο Γκοντό χρειάστηκε μερικά χρόνια για να εδραιωθεί. Σχετικά με το έργο άκουσα όταν ανέβηκε στο Παρίσι. Αλλά ντρέπομαι να πω ότι δεν είδα εκείνη την παράσταση. Δεν περνούσε από το μυαλό μου το γεγονός ότι πολύ σύντομα θα κρατούσε δεσπόζουσα θέση στη ζωή μου.


Ο Γκοντό επανέφερε το θέατρο στις μεταφορικές ρίζες του. Προκάλεσε και νίκησε έναν αιώνα λογοτεχνικού νατουραλισμού, όπου ένα δωμάτιο εθεωρείτο δωμάτιο μόνον εάν παρουσιαζόταν σ’ όλες του τις λεπτομέρειες, με τον τέταρτο τοίχο φευγάτο. Ο Γκοντό εξασφάλισε μια άδεια σκηνή, ένα δέντρο και δύο φιγούρες που περίμεναν και επιζούσαν. Μπορούσες να φανταστείς τα υπόλοιπα. Η σκηνή ήταν μια εικόνα της ζωής που περνά – μέσα στην ελπίδα, την απελπισία, τη συντροφικότητα και τη μοναξιά.
Στην εποχή μας οι εικόνες στην οθόνη του κινηματογράφου είναι πραγματικές, αν και αποτελούνται μόνο από το τρεμάμενο φως. Από την εποχή του Γκοντό, η σκηνή είναι ο τόπος της φαντασίας. Ο κινηματογράφος είναι simile, σαν τη ζωή· το θέατρο είναι η μεταφορά, μιλάει για τη ζωή την ίδια.
Το 1955, δυο χρόνια μετά την παρισινή πρεμιέρα, ήμουν 24 χρόνων και πολύ τυχερός άνθρωπος. Είχα ένα θέατρο –το Arts Theatre, στην οδό Great Newport, στο Λονδίνο– και ήμουν υποχρεωμένος να ανεβάζω ένα έργο κάθε τέσσερις εβδομάδες. Οι πόροι ήσαν ελάχιστοι και οι αμοιβές δεν ήσαν καλές (7 λίρες την εβδομάδα και δελτίο για τα γεύματα), αλλά η ευκαιρία να σκηνοθετήσω σύγχρονα έργα (άρχισα με το Μάθημα, το πρώτο έργο του Ionesco στη Βρετανία) και κλασικά έργα, με ελάχιστα κεφάλαια, φάνηκε τόσο καλή για να είναι αληθινή. Τότε ήρθε ο Γκοντό. Στις αρχές του καλοκαιριού, όταν σκηνοθετούσα το Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα του Eugene O'Neill, βρήκα ένα χειρόγραφο να περιμένει.
Ο Donald Albery, ένας σπουδαίος ιμπρεσάριος του West End, με πληροφόρησε ότι δεν μπορούσε να πείσει κανέναν ηθοποιό να παίξει και κανένα σκηνοθέτη να τον σκηνοθετήσει. Παιζόταν ακόμη στο μικρό θεατράκι στο Παρίσι. Ο Μπέκετ το είχε ήδη μεταφράσει και ο Albery αναρωτιόταν αν ήθελα να αναλάβω την παγκόσμια πρεμιέρα του στην αγγλική γλώσσα. Έψαξα εξονυχιστικά τη μνήμη μου. Το όνομα μού ήταν αμυδρά οικείο.
Γνώριζα ότι υπήρχαν τα μυθιστορήματα και θυμόμουν ένα συσχετισμό με τον James Joyce. Διάβασα το έργο και αποφάσισα να το ανεβάσω. Δεν θα υποστηρίξω ότι το είδα ως κρίσιμη καμπή στο θέατρο του 20ού αιώνα· αυτό έγινε αργότερα. Και βεβαίως μου πήρε κανένα μήνα εντατικών προβών για να αντιληφθώ ότι το έργο ήταν ένα αριστούργημα.


Αλλά εξαρχής, σκέφτηκα ότι ήταν εκτυφλωτικά πρωτότυπο, μετατρέποντας το στερούμενο δραματικότητας (αναμονή, αμφιβολία, συνεχής αβεβαιότητα) μέσα σε τεταμένη δράση. Δημιουργήθηκε εξαίσια, με μια σχεδόν μουσική εντολή της μορφής και του θεματικού υλικού. Κι αυτό ήταν πολύ αστείο.
Πήρε την προφορική παράδοση του μιούζικ-χολ και την έκανε ποίηση. Με το Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα εκτοξεύθηκε ακίνδυνα, έφυγα για διακοπές στην Ισπανία. Πήρα τους δώδεκα τόμους του Proust μαζί μου. Είχα ολοκληρώσει τον ένατο τόμο όταν έφθασε ένα τηλεγράφημα: Το Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα απέτυχε να γίνει η επιτυχία του καλοκαιριού. Ο Γκοντό πρέπει ν’ αρχίσει αμέσως. Επέστρεψα και πήγα κατευθείαν για πρόβες. Ποτέ δεν τελείωσα τον Proust.
Οι πρόβες ήσαν, υποψιάζομαι, πιο ευχάριστες για μένα απ’ ό,τι για τους ηθοποιούς. Είχα συναντήσει μεγάλες δυσκολίες στη διανομή του έργου: οι ηθοποιοί ήσαν αμήχανοι. Ποιοι ήσαν αυτοί οι άνθρωποι; Από πού ήρθαν; Πού πάνε; Ήσαν κλόουν ή σύμβολα; Ή ακριβώς αλήτες; Σύντομα ένιωσα ασφάλεια στους ρυθμούς του Μπέκετ. Αυτή ήταν αληθινή δραματική ποίηση, όχι εφαρμοσμένη αλλά οργανική. Και αναρωτιόμουν όλο και λιγότερο, μέρα με τη μέρα, τι σήμαινε το έργο. Απλώς σήμαινε ό,τι έλεγε. Δυο άνθρωποι περίμεναν τον Γκοντό. Ποιος ήταν ο Γκοντό;
Αυτό θα είχε άμεση σχέση με το κοινό και τις πεποιθήσεις του – ή την έλλειψή τους. Στο μεταξύ ανοίξαμε, και ήμουν σίγουρος ότι είχαμε κάνει κάτι το εξαιρετικό. Η πρώτη βραδιά ωστόσο ήταν κάτι σαν σοκ. Υπήρξαν επευφημίες, αλλά υπήρξαν επίσης και εύθυμες διαφωνίες. Στην ατάκα, «Τίποτα δεν συμβαίνει, κανείς δεν έρχεται, κανείς δεν φεύγει. Είναι τρομερό», μια πολύ αγγλική φωνή είπε δυνατά: «Άκου! Άκου!»
Οι κριτικές το επόμενο πρωί δεν ήσαν καθησυχαστικές. Παντού επικρατούσε αμηχανία και χλευασμός. «Η γλώσσα είναι επίπεδη και ασθενική», έγραψε ο Philip Hope-Wallace στην Guardian. «Μια βραδιά κωμικής ασάφειας», ήταν η ετυμηγορία της Telegraph. Ο κ. Σάμιουελ Μπέκετ (ένας Ιρλανδός ο οποίος υπήρξε γραμματέας του Τζόις και που γράφει στα γαλλικά, ένας συνδυασμός που θα έπρεπε να υποψιάσει τον οποιονδήποτε) έγραψε ένα πραγματικά αξιοσημείωτο έργο σαχλαμάρας». Έτσι έγραψε ο κριτικός και σχολιογράφος Bernard Levin. Φάνηκε ότι το έργο θα κατέβαινε προς το τέλος της εβδομάδας, αλλά παρακάλεσα τον ιδιοκτήτη του θεάτρου να περιμένει τις κυριακάτικες κριτικές. Ίσως ο Γκοντό να ερχόταν, αν και ειλικρινά δεν πίστευα ότι πιθανό να συμβεί κάτι τέτοιο.


Ευτυχώς, αυτός ήρθε – στο πρόσωπο του Harold Hobson, του κριτικού των Sunday Times. Βρήκε τον εαυτό του στη θεατρική οδό προς τη Δαμασκό. Καταπιάστηκε να γράφει για το έργο για τις επόμενες επτά Κυριακές. Ο Kenneth Tynan ήταν επίσης ενθουσιώδης αν και (αν και όχι σαν τον Hobson) χρειάστηκε μερικές εβδομάδες για να αναγνωρίσει τις διαστάσεις της επανάστασης του Μπέκετ. Έγραψε ότι το έργο «τον ώθησε να επανεξετάσει τους κανόνες οι οποίοι μέχρι τότε κυβερνούσαν το θέατρο». Κι αυτή ήταν μόνο η αρχή.
Προς μεγάλη μου κατάπληξη, η Γκοντομανία κατέλαβε το Λονδίνο. Συζητήθηκε, επαινέθηκε, αναλύθηκε, και κακοποιήθηκε· χρησιμοποιήθηκε σε γελοιογραφίες, το Panorama το συζήτησε, ο Malcolm Muggeridge το χλεύασε. Φάνηκε σαν μια αλληγορία του ψυχρού πολέμου. Η μεταφορά κυρίεψε και πάλι το θέατρο. Και ο δρόμος είχε ανοίξει διάπλατος για τους Harold Pinter, Joe Orton, Edward Bond και τις επόμενες γενιές.


Επικρατούσε η άποψη ότι το 1956, η πρώτη βραδιά του έργου του John Osborne Οργισμένα Νιάτα ήταν η επανίδρυση του βρετανικού θεάτρου. Είναι βεβαίως αλήθεια ότι ο Osborne άλλαξε μια γενιά. Ήταν σχεδόν αναπόφευκτο ότι θα υπήρχαν πολλές αντιγραφές και απομιμήσεις. Όλο αυτό ήταν όμορφο, αλλά απηχούσε τοπικιστικές αντιλήψεις, κάτι βεβαίως που ο Γκοντό δεν ήταν. Τα Οργισμένα Νιάτα ήταν ένα έργο που φτιάχτηκε από το νατουραλισμό της δεκαετίας του 1930 και από την αγάπη των παλιών θεάτρων ρεπερτορίου. Νομίζω ότι η γενιά μου ασχολήθηκε με την πολιτική επανάσταση περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε μόνο και μόνο επειδή χρειαζόταν.
Αντιθέτως, το Περιμένοντας τον Γκοντό hasn't dated at all. Παραμένει ένα ποιητικό αριστούργημα που έχει ξεπεράσει όλα τα εμπόδια και όλες τις εθνικότητες. Είναι η αρχή του σύγχρονου θεάτρου. Ξανάδωσε στο θέατρο τη δραστικότητά του και την ποίησή του. Και δεν φαίνεται πια παράξενο. Το 1997, σκηνοθέτησα τον Γκοντό πάλι στο Old Vic. Η 16χρονη κόρη μου δεν μπορούσε να το καταλάβει. «Τι στο καλό μπορείς να πρωτοκαταλάβεις απ’ αυτό το πράγμα;» είπε. «Είναι καθαρό για το τι μιλάει. Το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να ακούσεις». Πόσο ανόητο φαίνεται τώρα που 50 χρόνια πριν, ο κόσμος αρνήθηκε ότι αυτό ήταν θεατρικό έργο. Μετά από εκείνη τη βραδιά του Αυγούστου στο Λονδίνο, το έργο πήγε παντού. Δεν είναι υπερβολή να πω ότι γύρισε όλο τον κόσμο, και η επιτυχία του συνεχίζεται.


Προς το τέλος του 1955, τα θεατρικά βραβεία της Evening Standard για πρώτη φορά δεν δόθηκαν. Ήμουν μέλος της κριτικής επιτροπής, όταν ο Γκοντό προτάθηκε για βράβευση, χωρίς δικαίωμα ψήφου επειδή σκηνοθέτησα το έργο. Μέλη της επιτροπής απείλησαν να παραιτηθούν λόγω της έντονης δημόσιας αγανάκτησης εάν το βραβείο για το καλύτερο έργο δινόταν στον Γκοντό. Έγινε μεγάλη φασαρία και η κατάσταση ήταν έκρυθμη. Οι διαφωνούντες, με επικεφαλής τον Malcolm Sargent, απείλησαν να παραιτηθούν εκφράζοντας δημόσια την αγανάκτησή τους στην περίπτωση που το βραβείο δινόταν στον Γκοντό. Τελικά, υπήρξε ένας αγγλικός συμβιβασμός που άλλαξε τον τίτλο και τη φύση του βραβείου. Επίσης, ευτυχώς, εξασφάλισε το μέλλον των βραβείων της Evening Standard. Ο Γκοντό στέφθηκε το πιό αμφισβητούμενο έργο της χρονιάς. Είναι ένα βραβείο που δεν έχει δοθεί ποτέ από τότε.


(The Guardian, 4 Ιανουαρίου 2003)
Απόδοση: Νίκος Λαγκαδινός

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Θεατρικά δρώμενα

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΓΚΟΝΤΟ

Το www.theaterinfo.gr είναι ένα website αφιερωμένο στο θέατρο. Τα πάντα για το ελληνικό και το παγκόσμιο θέατρο, μια δημιουργία του www.internetinfo.gr.

2006 © THEATERINFO.GR