Θέατρο Info.gr . Τα πάντα για το θέατρο.

ALPENSTOCK
του Ρεμί Ντε Βος

Μια μαύρη κωμωδία που διασχίζει τα σύνορα μεταξύ αγάπης και βίας.

Κάπου στις Άλπεις, η Γκρέτα και ο Φριτς προσπαθούν να διατηρήσουν το «κουκλόσπιτό» τους όσο γίνεται πιο καθαρό από τον «έξω κόσμο», τον «ξένο», ή το μετανάστη Γιόσιπ και την οικογένειά του. Η Esther Andre Gonzalez σκηνοθετεί για έκτη φορά παράσταση στην Ελλάδα, παρουσιάζοντας το πρώτο έργο του Remi De Vos που μεταφράζεται στη γλώσσα μας, αποδεικνύοντας ότι το θέμα του ρατσισμού δημιουργεί ή διαπερνά τα σύνορα, ανάλογα όχι με τη χώρα όπου ζούμε, αλλά με την αγάπη μας για τον «άλλον».

«Φόνοι και απωθημένα σεξουαλικής ικανοποίησης σε καθαρό τοπίο»

Τολμηρό και προκλητικό έργο στην πολιτική και κοινωνική του διάσταση το Alpenstock παιγμένο για πρώτη φορά φέτος στην Ελλάδα στη «Μικρή χώρα» έχει στην απόδοση που είδα ένα χαρακτήρα σύγχρονου παραμυθιού σε βουκολικό τοπίο ....... με άξονα τις ακραίες προβληματικές σχέσεις ενός ζευγαριού όπου ο άντρας παίζει τον ρόλο του εξουσιαστή στη σχέση που δεν έχει σεξουαλικό πάθος καθώς τα ενδιαφέροντα απέχουν. Αυτός κατέχει την γνώση, σχολιάζει τα κακώς κείμενα, αγαπάει να μιλάει ατέλειωτες ώρες για τις παραδόσεις αποπνέοντας μια φασιστική νοοτροπία ενάντια στη αθώα, άβγαλτη και αδαή Γκρέτα, ένα κορίτσι με την γοητεία μιας παιδούλας σε σώμα γυναίκας που δεν θέλει να μεγαλώσει. Ακούει και καθαρίζει συνεχώς κτίζοντας αρρωστημένα την άμυνα της απέναντι σ’ ένα αποτυχημένο γάμο εκφράζοντας επί σκηνής το πιο αγαπησιάρικο πλάσμα που βρέθηκε από μια σύμβαση της μοίρας με το λάθος άτομο δίπλα της. Η απαγόρευση να ψωνίσει από την κοσμοπολίτικη αγορά, πράγμα που έκανε αφελέστατα, γεννάει τον πρώτο σοβαρό καυγά με τον Φρεντ που δείχνει να θέλει απεγνωσμένα να προστατέψει την ηθική της. Το παραμύθι γίνεται σουρεαλιστικό όταν εμφανίζονται ένας - ένας μια ομάδα από αρρενωπούς στα μάτια της Γκρέτα, εξαδέλφους μιας οικογένειας αγροτών Σλάβων που σαγηνεύονται παθιασμένα από την Γκρέτα και κάνουν άγριο σεξ μαζί της με ζωώδη τρόπο. Η Γκρέτα ενδίδει τις πρώτες δύο φορές αφού αυτό αποζητούσε σ’ όλη της τη ζωή. Ο Φρεντ τους πιάνει επ’ αυτοφώρω και τους δολοφονεί όλους με διαφορετικούς τρόπους. Το ζευγάρι αρχίζει έτσι να βρίσκει δυναμικά την χαμένη ερωτική του επαφή. Η διαστροφή της βίας ανιχνεύει τα όρια της και μετατρέπεται σε ερωτική απόλαυση. Ένας ιδιόμορφος σαδισμός αναδεικνύεται απροκάλυπτα με ηδονιστικό πάθος.

Παύσεις και έντονες σωματικές δράσεις σκιαγραφούν την αδυναμία των ηρώων εμπρός στο πρόβλημα τους σατιρίζοντας με λογρίδια τα υπαρκτά αδιέξοδα των σχέσεων με το φάντασμα της απομόνωσης παρόν σε όλο του το μέγεθος.
Ο ξένος εδώ είναι ο χαμένος παράδεισος και το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου, το μοναδικό ταξίδι για την ευτυχία, μια άνοιξη ελευθερίας για την καταπιεσμένη Γκρέτα. Ο Φρεντ δολοφονώντας τον υπερασπίζει μια καθαρότητα φυλής και πατρίδας που τρέφει τον ρατσισμό και το νεοωαζισμό στον Ευρωπαϊκό χώρο. Το κείμενο των έργων σε μια ρέουσα και προσεγμένη μετάφραση ξεδιπλώνει στο ακέραιο το στίγμα ενός κόσμου σε αποσύνθεση, οχυρωμένο σε έντονες αντιθέσεις και κρίσεις αξιών που με απούσα την ουσιαστική και πολύχρωμη ανθρώπινη επικοινωνία αναπαράγει την βία ως πρότυπο ενός μελετημένου κακού με στόχο την επιβίωση των ισχυρών. Το έργο αποτυπώνει έτσι το κοινωνικό του προφίλ ως ιλαροτραγωδία εξοικείωσης με τη βία που αποδίδει καρπούς σε μια διαταραγμένη σχέση φέρνοντας τις αναγκαίες ισορροπίες προκαλώντας έμμεσα τον θεατή απέναντι στα σύγχρονα προβλήματα. Μήνυμα που δεν εκβιάζεται πάντως σε μια παράσταση «ζωντανού» θεάτρου με υποκριτικές αρετές και από τους τρεις ηθοποιούς που εντάσσοντας ενεργειακά στην ατμόσφαιρα μιας γνήσιας ανθρωποκεντρικής ματιάς με διάχυτο ερωτισμό και μια περιρρέουσα φύση που συνυπάρχει γραφικά τονίζοντας τη νατουραλιστική αίσθηση που δεν εισπράττεται -τελικά από μια καπιταλιστική κοινωνία που βιώνει τον εφιάλτη μιας επίπλαστης ρουτίνας αφήνοντας μας την αίσθηση σε όλη τη διάρκεια του έργου ότι το αίμα θα τρέξει άφθονο ως προιόν του πιο δυνατού οργασμού υποβάλλοντας πειστικά το κοινό χωρίς επιθετικές ή διδακτικές διαθέσεις.

Νίκος Θωμόπουλος


Σημείωμα του μεταφραστή

Ο Ρεμί ντε Βος, γεννημένος στην Ντανκέρκη το 1963, είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους θεατρικούς συγγραφείς της Γαλλίας, με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των έργων του ένα χιούμορ λεπτό και ευφυές. Η ζωντανή γραφή του, η οποία δημιουργεί μικρούς αυτόνομους κόσμους, είναι πολυπίπεδη και διάστικτη από την ποιητική χροιά του καθημερινού. Ευφάνταστος δημιουργός, δανείζεται πεζά και μικρά στοιχεία από τη ζωή γύρω μας, για να τα μεταμορφώσει σε βατήρες απ’όπου εκτοξεύει τις λέξεις του και την ατμόσφαιρα των γραπτών του σ’ένα γαλαξία οικείο μας αλλά και άγνωστο μαζί. Η πραγματικότητα, ανεξαρτήτου κλίμακας, τροφοδοτεί με πρώτες ύλες τον πυρήνα των έργων του, κάτι που γίνεται συχνά και στο σύγχρονο θεάτρο, με τη διαφορά ότι το γλωσσοπλαστικό του παιχνίδι ξεγλιστρά πονηρά από την παγίδα του νεοαναδυόμενου ρεαλισμού.
Από το 1994 μέχρι σήμερα, έχει γράψει δεκατέσσερα περίπου θεατρικά έργα. Κέρδισε αμέσως υποτροφία για το έργο του Debrayage, το οποίο και ανέβασε σε παράσταση το 1996 ο σκηνοθέτης Eric Vigner o οποίος πίστεψε βαθιά στη γραφή του Ντε Βος. Το 1997 διακρίθηκε με το βραβείο Μολιέρος ως καλύτερος συγγραφέας ο ίδιος και το έργο του Andre le magnifique ως η καλύτερη κωμωδία. Το 1998 του απένειμαν το βραβείο Beaumarchais και το 1999 παίρνει υποτροφία από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου της Γαλλίας. Πνεύμα ανήσυχο και δημιουργικό, ταξίδεψε πολύ και για πολύμηνα διαστήματα με χρήματα από τις υποτροφίες ή δικά του, με προορισμούς από το Ισραήλ, το Λίβανο και την Αλγερία μέχρι την Ταϊλάνδη και την Παραγουάη. Έχει γευθεί ποικίλα “είδη ζωής” και έκανε διάφορες μικρές εργασίες για λόγους βιοπορισμού. Σήμερα μεταφράζεται σε πολλές ξένες γλώσσες και τα έργα του ανεβαίνουν σε διάφορες σκηνές στον κόσμο. Είναι σύμβουλος έκδοσης σε αρκετές επιτροπές και εμψυχώνει τακτικά εργαστήρια θεατρικής γραφής και θεατρικού παιχνιδιού. Η συνεργασία του με το σκηνοθέτη Vignier και το θέατρο που διευθύνει έχει αποκτήσει ένα πιο μόνιμο χαρακτήρα.

To Alpenstock γεννήθηκε το 2001 και το 2006 παρουσιάστηκε από τις περίφημες εκδόσεις Actes-Sud. Πρόκειται για μια μαύρη κωμωδία που έχει στα βασικά της συστατικά τρία πρόσωπα. H Γκρέτα είναι μια γυναίκα που έχει μανία με την καθαριότητα και διατηρεί το σπιτικό της σε άψογη κατάσταση. Ο Φριτζ ευχαριστιέται να βγάζει λογίδρια περί ορθότητας και καθαρότητας. Οι δυο τους αποτελούν ένα ζευγάρι κατά πως φαίνεται σταθερό. Εκείνη όμως κάνει το εγκληματικό λάθος, σύμφωνα με το Φριτζ, να αγοράσει ένα απορρυπαντικό από την κοσμοπολίτικη αγορά. Το στοιχείο του ξένου (Γιόσιπ) είναι το μίασμα και ο “λεκές” πάνω σε μια ισορροπία “καθαρή”. Το Alpenstock μοιάζει να είναι το αντιστρόφως ανάλογο της φράσης του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στην περίφημη ομιλία του στην Ουάσινγκτον το 1963 “Εχω ένα όνειρο...». «Είχα ένα όνειρο Γκρέτα!» Ο Φριτζ οραματίζεται έναν κόσμο υστερικά και διαστροφικά καλοτακτοποιημένο (εξ αντακλάσεως αναγωγή σε ιδεολογία μιας ευλογοφανούς συστηματοποίησης και της μανίας της Γκρέτα) όπου τα διαφορετικά στοιχεία δεν θα έρχονται σε επαφή μεταξύ τους: ούτε καν το λευκό γάλα με τον μαύρο καφέ στο στομάχι του. Θα είναι όλα τα «μιάσματα» μαζί σε ξεχωριστή πλαστική σακούλα μέσα στον κάδο μιας παγκόσμιας υπηρεσίας υγιεινής, πλήρως διαχωρισμένα από τα υπόλοιπα στοιχεία.
Μοιάζει με το αρνητικό ενός φιλμ, με μια ακτινογραφία, έχει σημεία δράσης, και μέρη πιο μακροσκελή όπου ξετυλίγεται και απλώνεται η γραφή με τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά. Τα κοινά στοιχεία αναφοράς λοιπόν ακουμπούν σε μια χειροπιαστή πραγματικότητα, για να παρουσιαστούν εντέλει μέσα από μια αντανάκλαση δημιουργώντας διάφορα ισοδύναμα. Η απόκλιση της αντανάκλασης στο καθρέφτισμα του κειμένου, του δίνει τη δυνατότητα να μιλά για εικόνες και στοιχεία που μας περιβάλλουν ή δυνάμεις και δυναμικές που μας διέπουν και μας κατευθύνουν, χωρίς να καταφεύγει σ' ένα στεγνό ρεαλισμό ψυχολογικού ντοκιμαντέρ. Ο δικτατορικός νόμος της καθημερινότητας, της επανάληψης, (ζευγάρι, εργασία, παραδόσεις..) που υποβαστά τη μικρονοϊκή πρόσληψη του ξένου, του διαφορετικού (ξένος, διαφορετικός, κατά βάση άλλος), μέσα στο μικρόκοσμο του ατόμου, τα λεπτά όριας της αποδοχής και της απόρριψης αυτού και η φαντασία ως θύρα απόδρασης κι ελευθερίας αποτελούν τον καμβά επάνω στον οποίο φιλοτεχνείται η κωμωδία αυτή, η οποία ως προς τη δομή και το γκροτέσκο της αγγίζει τα όρια ενός graffiti novel.

* Ο συγγραφέας Ρεμί ντε Βος και το έργο Alpenstock ήταν η πρόταση της μεταφράστριας στο πλαίσιο του 1ο Αναλογίου Ξένων Θεατρικών Έργων του Ελληνικού Κέντρου Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου, για το σχηματισμό μιας σειράς προτάσεων στους Έλληνες σκηνοθέτες από έργα σύγχρονα και άγνωστους στην Ελλάδα συγγραφείς. Η παράσταση αυτή είναι η ευτυχής έκβαση του εγχειρήματος.

Μπουμπουλίνα Νικάκη

Σημείωμα σκηνοθέτη

Στην Ελλάδα, ένας κάτοικος στους δέκα είναι ξένος. H ιστορία των Ελλήνων, τόσο στην αρχαιότητα όσο και στη σύγχρονη εποχή, είναι σημαδεμένη από τη μετανάστευση. Σ’ ένα τοίχο στην Αθήνα, διαβάζουμε αυτά τα σοφά λόγια: «Είμαστε όλοι μετανάστες!».
Ίσως το γεγονός ότι κατάγομαι από μια γη τόσο ξεχασμένη από το Θεό και τόσο κοντά στις Η.Π.Α. τροφοδότησε το πάθος μου για αυτό το έργο. Από τα παιδικά μου χρόνια άκουγα ιστορίες για σύνορα.
Ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου το έζησα ως μετανάστρια στην Ευρώπη. Σήμερα είμαι Γαλλίδα υπήκοος. Η νίκη του Σαρκοζί σήμανε συναγερμό μέσα μου, τόσο λόγω των δηλώσεών του, όσο και λόγω της πρακτικής του και νιώθω την ανάγκη να μοιραστώ μαζί σας τα λόγια, γεμάτα διαύγεια, αυτής της μαύρης κωμωδίας.
Το Alpenstock είναι μια ατέρμονη ιστορία αγάπης και μίσους ανάμεσα στον Εαυτό και τον Άλλο. Έλξη, αποστροφή, μάγεμα, φόβος, μίσος… Σ’ αυτό το διάλογο κουφών, μεταξύ δύο κόσμων διαμετρικά αντίθετων, υπάρχει κάτι το συγκινητικό. Μόνο ο ερωτικός λόγος ανάμεσα στην Γκρέτα και τον Γιόσιπ θα μπορέσει κάποιες στιγμές να ενώσει αυτούς τους δύο κόσμους που αλληλο-αποκλείονται.
Υπάρχει ο κόσμος του «αλλού». Αυτός από όπου έρχεται ο Γιόσιπ Καραγκεόργιεβιτς Ασανάτσου, βαλκανο-καρπαθο-τρανσυλβανός. Ο Γιόσιπ και τα πολυάριθμα ξαδέρφια του περνάνε τα σύνορα και ονειρεύονται ένα μερίδιο από τον «επίγειο παράδεισο» της Δύσης. Θα βρουν στο σπίτι του ζεύγους Γκρέτα-Φριτς όλο τον προσποιητό και καταπιεστικό «εξωτισμό» των φιλελεύθερων δημοκρατιών μας. Θα βρουν επίσης και ένα βίαιο θάνατο…
Υπάρχει ο κόσμος του «εδώ». Αυτός στον οποίο ζουν ο Φριτς (νεαρός υπάλληλος με φασιστικές ιδέες) και η Γκρέτα (νεαρή νοικοκυρά που ο σύζυγός της έχει σαν κουκλίτσα). Αυτό το ζευγάρι είναι το μοντέλο της τελειότητας. Είναι υποχρεωτικά ευτυχισμένοι στο εσωτερικό του καταναλωτικού «παραδείσου» τους και διάγουν έναν άσηπτο βίο προβάτων. Μόνο μια διαρκής απειλή βαραίνει πάνω στην τέλεια ευτυχία τους: «η βάρβαρη βρωμιά» που βρυχάται από «την άλλη πλευρά» των συνόρων και υπάρχει περίπτωση να τα διαπεράσει, να διηθηθεί…
Ο πειρασμός είναι μεγάλος. Θα φέρουμε τους δύο κόσμους σε επαφή. Η επαφή θα δημιουργήσει ατυχήματα και ό,τι άλλο χρειάζεται για να υπάρξει ένα ωραίο θέαμα. Θα πρέπει να αποδραματοποιήσουμε το ακανθώδες θέμα της δημογραφίας στην Ευρώπη. Θα ακολουθήσουμε όλη τη διαδρομή: κατ’ αρχήν μια επίσκεψη στο κουκλόσπιτο στυλ Χανς και Γκρέτελ, στη συνέχεια κουκλοθέατρο, μετά ένα πολιτικό vaudeville και για φινάλε ένα φιλμ τρόμου.
Γυναίκες και άντρες ρισκάρουν κάθε μέρα τη ζωή τους προσπαθώντας να περάσουν κάποια σύνορα. Συχνά δεν έχουν άλλη επιλογή. Η κόλαση του πολέμου ή η πείνα τούς διώχνουν από τη χώρα τους. Έλκονται από τις διαφημιστικές σειρήνες της Δύσης και θέλουν το μερίδιό τους στην ευτυχία.
Ο Γιόσιπ είναι ένας από αυτούς τους πεισματάρηδες μετανάστες που θα επανέρχεται συνεχώς, που δεν έχει καταλάβει ότι «του απαγορεύεται η παραμονή» δια παντός. Έχω τις εικόνες Αλβανών μεταναστών που τους οδηγούσαν στα σύνορα και δήλωναν χαμογελώντας στην τηλεόραση «Τα λέμε αύριο!».
Η μετανάστευση και ο εθνικισμός είναι στο επίκεντρο αυτής της μαύρης κωμωδίας. Η θεματολογία της έχει μια ιδιαίτερη αντήχηση σε ό,τι αφορά στην Ελλάδα, η οποία έχει όλο και πιο πολύ έναν πληθυσμό από διάφορες χώρες. Πράγμα που μπορεί να οδηγήσει στο καλύτερο όπως και στο χειρότερο. Η Ελλάδα έχει γίνει σύνορο της Ευρώπης.
Ο συγγραφέας αναπτύσσει μπρος στα μάτια μας ένα διαβολικό μηχανισμό, ένα ντεραπάρισμα λόγω της αβεβαιότητας σε σχέση με τα θέματα ταυτότητας. Με παιχνιδιάρικο και προκλητικό τρόπο «λύνει » την εξίσωση: η άγνοια, η ανευθυνότητα απέναντι στον Εαυτό και ο φόβος του Άλλου γεννούν την έμμονη ιδέα της καθαρότητας και τη βία, οι οποίες οδηγούνται αφηνιασμένα σε μια σπείρα φρίκης.
Πρόκειται για ιστορίες φρίκης όπως τις ζουν λαθρομετανάστες. Ιστορίες δίχως τέλος. Αναρίθμητοι νεκροί… Και παρ’ όλες τις προσπάθειες τίποτα και κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει τα μεταναστευτικά ρεύματα. Είτε το θέλουμε είτε όχι, η μετανάστευση είναι το μέλλον και το μέλλον είναι ήδη… παρόν.

Esther Andre Gonzalez

Τα στοιχεία της παράστασης

Μετάφραση Μπουμπουλίνα Νικάκη
Σκηνοθεσία Esther Andre Gonzalez
Σκηνικά – Κοστούμια Χρήστος Κωνσταντέλλος
Φωτισμοί Αλέκος Αναστασίου
Μουσική Επιμέλεια Ορέστης Καμπερίδης
Μακιγιάζ Irina Tassi
Βοηθός Σκηνοθέτη Βασίλης Μπράμης
Φωτογραφίες Πέτρος Αλατζάς
Παίζουν οι Ηθοποιοί Αγγελική Δημητρακοπούλου, Νέστωρ Κοψιδάς, Δημήτρης Λιόλιος
ΘΕΑΤΡΟ ΧΩΡΑ – ΣΚΗΝΗ: ΜΙΚΡΗ ΧΩΡΑ
Αμοργού 20, Κυψέλη
τηλ. 210 8673945

ΗΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΩΡΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ
Παρασκευή, Σάββατο, 12.00 (μεταμεσονύκτιες)

ALPENSTOCK

Το www.theaterinfo.gr είναι ένα website αφιερωμένο στο θέατρο. Τα πάντα για το ελληνικό και το παγκόσμιο θέατρο, μια δημιουργία του www.internetinfo.gr.

INTERNETINFO © ΘΕΑΤΡΟ INFO.GR