Θέατρο Info.gr . Τα πάντα για το θέατρο.

Ρεμί ντε Βος, ALPENSTOCK

(θέατρο ΧΩΡΑ)

Στα χαρακώματα του κουκλόσπιτου ένας ξένος

      Για το θεσμό «Αναλόγιο Ξένων Θεατρικών Έργων» του Ελληνικού Κέντρου Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου ελάχιστα γνωρίζω. Στο προλογικό της σημείωμα, όμως, η μεταφράστρια του έργου, Μπουμπουλίνα Νικάκη, σημειώνει πως σκοπός του είναι ο σχηματισμός «μιας γκάμας προτάσεων στους Έλληνες σκηνοθέτες από έργα σύγχρονα και άγνωστους στην Ελλάδα συγγραφείς» και προσθέτει πως η παράσταση του Alpenstοckείναι «η ευτυχής έκβαση του εγχειρήματος». Η υπογράφουσα τη στήλη προσυπογράφει και το εγχείρημα, έτσι όπως περιγράφηκε, πολύ περισσότερο που μας γνώρισε εκπρόσωπο του σύγχρονου γαλλικού θεάτρου για το οποίο λίγα μαθαίνουμε πλέον στην Ελλάδα, και επαυξάνει σε ό,τι αφορά το ευτυχές αποτέλεσμα του έργου που είδε την Παρασκευή, 7/3, στον επάνω όροφο του θεάτρου «Χώρα», τη «Μικρή Χώρα».

Το καθαρό και το ακάθαρτο.

      Πριν από αρκετά χρόνια, ο Ρολάν Μπαρτ, σε ένα δοκίμιο του (που στα ελληνικά βρίσκεται μεταφρασμένο στον τόμο «Μάθημα-Μυθολογίες» των εκδόσεων Ράππα) έκανε έναν ενδιαφέροντα διαχωρισμό ανάμεσα στα αφρίζοντα απορρυπαντικά και τα χλώρια. Τα δεύτερα είναι εξόχως δραστικά, διαλύουν τη βρωμιά σε βάθος, εξαλείφουν, εξολοθρεύουν. Η καθαρότητα που προσφέρουν είναι οριστική. Ο Ρεμί ντε Βος (Ντανκέρκη, 1963) –ασυνείδητα μάλλον- αφορμάται από την προβληματική του μεγάλου σημειολόγου για την καθαριότητα και τη  χρησιμοποιεί συμβολικά σε ένα ενδιαφέροντα διάλογο με την φορτισμένη ιδεολογικά προβληματική της καθαρότητας της φυλής και του έθνους.

      Ένα ζευγάρι Αυστριακών έχει στο σπίτι του κάπου στις Άλπεις. Η Γκρέτα, νεαρή σύζυγος και νοικοκυρά, ασχολείται υποχονδριακά με την καθαριότητα του σπιτιού και ο Φριτζ, επίσης νέος στην ηλικία, εμφορούμενος από ιδέες που προσεγγίζουν το ναζισμό, όχι μόνο συγκατανεύει στην εμμονή της αλλά την υποδαυλίζει κιόλας, αφού και ο ίδιος πάσχει κυριολεκτικά από την ιδέα του καθαρού, με την έννοια όμως της μη ανάμειξης διαφορετικών μεταξύ τους στοιχείων. Έτσι φτάνει στο σημείο να μην αντέχει να πίνει καφέ με γάλα, γιατί αποτελεί μια ανάμειξη στοιχείων που θέτουν εν κινδύνω στο στομάχι του την ιδέα της καθαρότητας. Εννοείται πως βασικός στόχος της εμμονής του είναι η εθνική καθαρότητα και βεβαίως η φυλετική καθαρότητα. Τίποτε δεν πρέπει να εισβάλει στο χώρο του και να διαρρήξει το σύστημα μέσα στο οποίο ζουν. Τίποτε δεν πρέπει να βρωμίσει τον κόσμο του. Η Γκρέτα τότε θα κάνει το «μοιραίο λάθος»: επειδή δεν έχει αρκετό χρόνο, αντί να πάει στα μεγάλα μαγαζιά που βρίσκονται μακριά, πηγαίνει να ψωνίσει τρόφιμα και απορρυπαντικά στην «κοσμοπολίτικη αγορά» που βρίσκεται πιο κοντά το σπίτι της και που η πολυχρωμία της έλκει τη νεαρή γυναίκα. Ο Φριτζ θυμώνει, τη μαλώνει, η «κουκλίστικη» σχέση τους δείχνει τις ρωγμές της, η Γκρέτα τον φοβάται αν και τον δικαιολογεί. Όμως εκεί, στην αγορά,  την ομορφούλα νοικοκυρά είδε ένας ξένος, του άρεσε και την ακολούθησε. Είναι νέος, ορμητικός, ερωτικός, ξυπνάει στην Γκρέτα ανάρμοστους πόθους, την υποχρεώνει να δει τη σαθρή σχέση της, την άνευρη, την αποστειρωμένη, εξουσιαστική και καθόλου ερωτική (χαρίεσσα αλλά όχι χαριζόμενη κριτική στον προβληματικό ερωτισμό του σύγχρονου Ευρωπαίου). Ο ξένος, ο διαφορετικός, ο προερχόμενος από το «αλλού», ως τόπο και κουλτούρα, εισβάλλει στο στεγνό, καθαρό, αμιγές περιβάλλον του ζευγαριού, οδηγώντας σε ένα στρόβιλο εξελίξεων, που περιλαμβάνουν, φόνους, αίματα και μια κούρσα καθαρισμών … στο διηνεκές. Ο πείσμων μετανάστης, που επιστρέφει ξανά και ξανά στο σπιτάκι των Ευρωπαίων, για να βάλει σε κίνδυνο την επίπλαστη αρμονία και την κουρασμένη ερωτική πληρότητα (προβληματική που αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στην αμερικάνικη τέχνη με τον ερωτισμό της μαύρης φυλής) πρέπει να εξαφανιστεί, σαν λεκές που τον διαλύει το χλώριο μιας κουλτούρας που δεν ανέχεται προσβολές στην αγνεία της τελειότητάς της. Αλλά ό,τι κι αν γίνει, όσο σκληρή και βάναυση κι αν είναι η αντιμετώπισή του, κάποια στιγμή δεν μπορεί παρά η επαφή να γίνει και οι κουλτούρες να διαχυθούν η μια μέσα στην άλλη, γόνιμα και δημιουργικά. Ο ντε Βος απογειώνει τη σάτιρα με ελεγχόμενες υπερβολές και απολαυστικές επαναλήψεις που καταλήγουν σε ένα πανηγύρι για να κάνουν τον πολιτικό πυρήνα της καταγγελίας του να λάμψει μέσα από το κωμικό στοιχείο, που χειρίζεται σοφά, ισορροπώντας ανάμεσα στη φάρσα και την κλασική κωμωδία. Το αντιρατσιστικό μήνυμα έρχεται αβίαστα, η φιλοσοφική διάθεση και οι σημειολογικές υποδηλώσεις φτερουγίζουν και συναντούν το θεατή διασκεδάζοντάς τον αλλά και ετοιμάζοντάς τον για πολλές-πολλές σκέψεις.

Aγνό και μιασμένο

      Η Εστέρ Αντρέ Γκoνζάλεθ (που οι αναγνώστες μας θα θυμούνται ότι πρόσφατα είχαμε ξαναπαρουσιάσει δουλειά της: το Ψυγείο του Κοπί) έστησε μια παράσταση ζωντανή και έξυπνη. Εκμεταλλεύθηκε δημιουργικά όλες τις δυνατότητες που της έδινε το έργο και έπαιξε με είδη πολύ διαφορετικά μεταξύ τους (κουκλοθέατρο, βωντβίλ, ως και πολιτικό splatter). Η ανάμειξη, που σχολιάζει από τη δική της μεριά το ιδεολόγημα της καθαρότητας στο θέατρο, ήταν επιτυχής και ανέδειξε το πολιτικό μήνυμα με ιλλγγιώδες χιούμορ. Όχι ιδιαίτερα ευφάνταστα τα σκηνικά του Χρήστου Κωνσταντέλλου, υπηρέτησαν πάντως λειτουργικά τη σκηνοθετική ροή. Αντίθετα επιτυχή ήταν τα κοστούμια του, μέσα στο πνεύμα του παραμυθιού  Χάνσελ και Γκρέτελ. Εύθυμη η μουσική επιμέλεια από τον Ορέστη Καμπερίδη. Και οι τρεις υποκριτές ήταν πολύ καλοί. Ο Δημήτρης Λιόλιος έδωσε ένα κλουνίστικο, αγχώδη, μόνιμα στην «τσίτα» Φριτζ. Ο Νέστωρ Κοψιδάς δημιούργησε ένα χυμώδη, δυνατό, χειμαρρώδη Γιόσιπ, εκμεταλλευόμενος στοιχεία υποκριτικής που παρέπεμπαν πικάντικα στον Τοπόλ του «Βιολιστή στη Στέγη». Στην Αγγελική Δημητρακοπούλου θέλω να σταθώ λίγο περισσότερο. Έχει τύχει να τη δω αρκετές φορές στο θέατρο, αλλά δεν έτυχε να έχω σχολιάσει εκείνες τις παραστάσεις και έτσι δεν έχω αναφερθεί στην ξεχωριστή, συνήθως, παρουσία της. Η Δημητρακοπούλου, με την χαρακτηριστική φωνή στην οποία διατηρεί ηχοχρώματα μιας παιδικότητας που πασπαλίζει τις ερμηνείες της με κάτι νοσταλγικό και αθώο, και ένα πρόσωπο εύπλαστο που καταφέρνει να διατρέχει μια μεγάλη γκάμα εκφράσεων μέσα σε λίγα λεπτά, έδωσε μια Γκρέτα πολύχρωμη και θυελλώδη. Έβγαλε όλο τον καταπιεσμένο ερωτισμό της, τους φόβους της, τις εμμονές, την αμηχανία, την τσαχπινιά της. Κινήθηκε από το ένα άκρο, της ζωντανεμένης κούκλας, μέχρι το άλλο, μιας ψαγμένης κωμικής ηθοποιού που χρησιμοποιεί με μέτρο την υπερβολή του κωμικού, ας μας συγχωρεθεί το οξύμωρο, και ανοίγει μια χαραμάδα στον τραγικό πυρήνα της ηρωίδας που ερμηνεύει, ή, για να το πούμε πιο σωστά, του συμβόλου που είναι η Γκρέτα. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην μεταφράστρια Μπουμπουλίνα Νικάκη και για την επιτυχή ιδέα της να προτείνει το έργο στο ελληνικό κοινό και για την εύχυμη μετάφρασή της.

Μαρώ Τριανταφύλλου

12/03/08

το κείμενο δημοσιεύθηκε στη στήλη θεατρικής
κριτικής της Κυριακάτικης εφημερίδας "ΕΠΟΧΗ'

ALPENSTOCK

Το www.theaterinfo.gr είναι ένα website αφιερωμένο στο θέατρο. Τα πάντα για το ελληνικό και το παγκόσμιο θέατρο, μια δημιουργία του www.internetinfo.gr.

INTERNETINFO © ΘΕΑΤΡΟ INFO.GR